Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Αιμίλιος Ριάδης

Αιμίλιος Ριάδης

Ο Αιμίλιος Ριάδης γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1880 και πέθανε στις 17 Ιουλίου 1935, είναι από τους σημαντικότερους συνθέτες της Ελληνικής Εθνικής Σχολής και αξιόλογος ποιητής. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Χάινριχ Κου ή Χου και χρησιμοποίησε αρχικά το ψευδώνυμο Αιμίλιος Χ. Ελευθεριάδης, το οποίο μετέπειτα άλλαξε σε Αιμίλιος Ριάδης. Γεννήθηκε το 1880 και πέθανε το 1935 στην Θεσσαλονίκη.

Σπουδές

Ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη τις σπουδές του στο πιάνο και στα θεωρητικά ως μαθητής του Δημητρίου Λάλλα (μαθητή του Βάγκνερ), τις οποίες και ολοκλήρωσε στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών Μονάχου το 1910. Για τα επόμενα πέντε χρόνια, έζησε στο Παρίσι όπου μελέτησε με τον Γκυστάβ Σαρπαντιέ και τον Μωρίς Ραβέλ. Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη διορίστηκε αρχικά ως καθηγητής πιάνου και μετά το 1918 ως υποδιευθυντής του ΚΩΘ, όπου και παρέμεινε έως τον θάνατό του. Το 1923 του απονεμήθηκε το Εθνικό Βραβείο Τέχνης και Επιστήμης.

Ο Ριάδης και το τραγούδι

Τα τραγούδια του Ριάδη αποτελούν συμπυκνωμένα αριστουργήματα και αυτός είναι ο λόγος που συχνά παρομοιάστηκε με τον Ούγκο Βολφ και τον Μοντέστ Μουσσόργσκυ. Έγραψε περίπου 200 σειρές τραγουδιών, στα οποία ο ίδιος έχει γράψει και τους στίχους, ανέκδοτα και τυπωμένα. Από τα ανέκδοτα, εκτός από τον "Βιβλικό Χορό" και τα "Ελληνικά Τραγούδια" που έχουν τίτλο, υπάρχουν 12 σε δική του ποίηση, 6 σε ποίηση Γρυπάρη, 7 σε ποίηση Βαλκλέρ, 3 σε ποίηση Ερεντιά, 3 σε ποίηση Π. Ρονσάρ και 2 σε ποίηση Πωλ Φορ.

Εργογραφία

Σκηνικά Έργα: "Γαλάτεια", "Ο πράσινος δρόμος", "Σαλώμη", "Εκάβη", "Ο Ρικές με το τσουλούφι".
Μουσική Δωματίου: "Νανούρισμα σε λα ελάσσονα", "Δύο Σονάτες για τσέλο και πιάνο", "Δύο σονάτες για τέσσερις", "Δύο κουαρτέτα εγχόρδων".
Για Ορχήστρα: "Επίκληση στην Ειρήνη", "Αγροτική Συμφωνία", "Οι τρεις χοροί ρωμέικοι", "Εγκώμιο στον Ραβέλ", "Μακεδονικές Σκιές".
Θρησκευτικά Χορωδιακά Έργα: "Ιερά Λειτουργία Ιωάννου Χρυσοστόμου", "Μικρά Δοξολογία", "Χριστός Ανέστη", "Ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής"

Τυπωμένα

"Chansonette Orientale"
"Γιασεμιά και Μιναρέδες"
"Ράικα"
"Η οδαλίσκη"
"Νανούρισμα"
"Πέντε Μακεδονικά Τραγούδια"
"13 Μικρές ελληνικές μελωδίες"
"12 ελληνικά και 3 αλβανικά δημοτικά τραγούδια"
"5 χορευτικά τραγούδια"
"2 χορευτικά τραγούδια"
"9 μικρά ρωμέικα τραγούδια"
"3 μοιρολόγια"

Ποιητικές Συλλογές

1907: "Σκιαί και Όνειρα",
1920: "Το Πέρασμα των 2 Αγαπημένων", το "Μακεδονικόν Ημερολογίον" και "Μία Ιστορία της Μουσικής".


De Siris

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Γιώργος Κατσαρός

Γιώργος Θεολογίτης

Ο Γιώργος Θεολογίτης (Κατσαρός), σύμφωνα με επίσημα πιστοποιητικά, γεννήθηκε στην Αμοργό σ’ ένα αγροτόσπιτο στην Αγία Μαρίνα στις 20 Δεκεμβρίου 1888 από τον Νικόλαο Θεολογίτη και την Άννα Στούπη και πέθανε στις 23 Ιουνίου 1997.

Μαρτυρίες του συγγενικού του περιβάλλοντος ωστόσο λένε οτι ήταν νόθο παιδί, το οποίο γεννήθηκε στην Αθήνα από άγνωστο πατέρα, και έπειτα ήρθε στην Αμοργό με την μητέρα του Άννα η οποία ήταν αδερφή (και όχι γυναίκα) του Νικολάου Θεολογίτη. Το “Στούπη” δηλαδή ήταν παρατσούκλι το οποίο δόθηκε στον πατέρα της Άννας λόγω της αγάπης του προς το ποτό. Η Άννα το κράτησε χρησιμοποιώντας το στην Αθήνα. Έτσι λοιπόν όταν η Άννα έφερε τον, μωρό τότε, Γιωργάκη στην Αμοργό πήρε το επώνυμο Θεολογίτης από τον αδερφό της Νικόλαο Θεολογιτή.

Γύρω στο 1900, κατεβαίνει προς αναζήτηση καλύτερης τύχης με την μητέρα του στην Αθήνα όπου της ειχε προταθεί δουλειά ως μαγείρισσα σε σπίτι υψηλόβαθμου στρατιωτικού. Λόγω του ταλέντου της στην μαγειρική, μετακομίζει στα Βασιλικά Ανάκτορα στο υπηρετικό προσωπικό του Βασιλέως Γεωργίου Α΄. Ο μικρός Γιωργάκης κατέβαινε συχνά στον Πειραιά για να δει έναν θείο του χωροφύλακα, και εκεί γνωρίζει τον κόσμο του ρεμπέτικου, τους γέρους κουτσαβάκηδες, τους τεκέδες του Μάνθου και του Καρίπη, κα. Εκεί ακούει διάφορα τραγούδια τα οποία θα ηχογραφήσει στην μετέπειτα πορεία του, και αποτελούν μοναδικά μουσικά δείγματα των εποχών του 19ου αιώνα. Κιθάρα άρχισε να μαθαίνει από μικρός, και ποτέ στην ζωή του δεν ασχολήθηκε με άλλο όργανο.

Το 1905 σε ηλικία 17 χρονών, αρχίζει και παίζει επαγγελματικά σε διάφορα κέντρα του Ν. Φαλήρου, του Πειραιά και της Αθήνας.

Το 1909, φεύγει πρώτη φορά για την Αμερική αφού ένας συγγενής του είχε εξασφαλίσει δουλειά σε ένα δικό του κέντρο. Ξαναγυρίζει στην Ελλάδα το 1913 για σύντομο χρόνο και αναχωρεί τον Δεκέμβριο. Το Ιανουάριο του 1914 φτάνει με πλοίο οριστικά πια στην Αμερική. Από κει και πέρα αρχίζει η λαμπρή ανοδική του πορεία.

Γίνεται πασίγνωστος στον κόσμο των Ελλήνων μεταναστών, λόγω της “ιδιομορφίας” του να παίζει και να τραγουδά με μια κιθάρα ένα τεράστιο ρεπερτόριο από ελαφρά επιθεωρησιακά, ρομάντζες, ξένα τραγούδια (ιταλικά, ισπανικά, αμερικάνικα), ως βαριά ρεμπέτικα, σμυρνείκα, κα. Γνωρίζεται με τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες της Αμερικής όπως την Μαρίκα Παπαγκίκα, την κα Κούλα, την Αμαλία Βάκα, τον Λεωνίδα Σμυρνιό, κα, καθώς και με πολλούς οργανοπαίχτες.

Το 1918 τον ακούει σε ένα κέντρο ο υπεύθυνος ξένου ρεμπερτορίου της Αμερικανικής εταιρείας δίσκων RCA Victor και τον καλεί να ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο με δύο τραγούδια το “Ax, Κακούργα Έλλη” και το “Ελληνική Απόλαυσις” (ο τίτλος αυτός δόθηκε από τους Αμερικάνους παραγωγούς για λόγους διαφήμισης, ο κανονικός τίτλος είναι “Σαν πεθάνω στο καράβι”). Έκτοτε ηχογράφησε πάρα πολλά τραγούδια και έγινε γνωστός πέρα από τους κύκλους των Ελλήνων μεταναστών. Στην πορεία του τον άκουσαν πάρα πολλές προσωπικότητες όπως ο Κλαρκ Γκέιμπλ, ο Αλ Καπόνε, ο Αντρέας Σεγκόβια, ενώ ο ίδιος ο πρόεδρος Ρούσβελτ τον είχε καλέσει στο Λευκό Οίκο το 1942. Πήγε πολλές περιοδείες στην Αυστραλία, στην Κίνα, στις Ινδίες, στην Αφρική, και αλλού (πράγμα τρομερό για την εποχή) πάντοτε δίνοντας προτεραιότητα και ενδιαφερόμενος για τους Ελληνες μετανάστες. Βασικό του μέλημα ήταν η διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας, της θρησκείας και των παραδόσεων. Με άλλα λόγια η διάσωση της πνευματικής μας κληρονομιάς. Στην Ελλάδα έγινε γνωστός μετά την δεκαετία του ’60…

Ο Γιώργος Κατσαρός στα σόλα του έπαιζε κιθάρα με ένα δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο. Ενώ έπαιζε τη μελωδία με τις κάτω χορδές, ταυτόχρονα χρησιμοποιούσε τις μπάσες χορδές της κιθάρας με τρόπο που θύμιζε έντονα το ίσο κράτημα στη βυζαντινή μουσική ή το μπάσο κοντίνιουο στη μουσική μπαρόκ. Σε συνέντευξη του λέει τα έξης γι’αυτό : “Η οικογένειά μου είναι πολύ θρήσκοι. Από μικρός πήγαινα στην εκκλησία και κρατούσα το «ίσο» στους ψάλτες. Τα εκκλησιαστικά τροπάρια είναι η βάση. Πάντα ρωτούσα τους ψάλτες. Το βαρύ ρεμπέτικο είναι μια ψαλμωδία. Ένας μανές, ένα μινόρε, ένα ματζόρε. Αυτά τα ξέρανε οι καλλιτέχνες…” . Θρήσκος άνθρωπος ο ίδιος, πολλές φορές όπου πήγαινε έδινε συναυλίες χωρίς χρήματα για χτήσιμο Εκκλησιών. Η πρώτη εκκλησία που βοήθησε ήταν ο Αγιος Γεώργιος στη Νέα Υόρκη. Μόνο για την περιοχή του Σικάγου, μέχρι σήμερα, με πρωτοβουλία του Κατσαρού, έχουν κτιστεί 25 ναοί.

Το 1995 έγινε στη Θεσ/νίκη το πρώτο παγκόσμιο συμβούλιο απόδημου Ελληνισμού. Παρόν κι εκεί ο αιωνόβιος γέροντας, ένας ζωντανός θρύλος, παραβρέθηκε και μίλησε στους αποδήμους, που είχαν την μοναδική ευκαιρία να αντλήσουν συμπεράσματα και συμβουλές από την 100ετή εμπειρία του.

Ο Γιώργος Κατσαρός πέθανε στις 23 Ιουνίου 1997


De Siris

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Γιώργος Μαζωνάκης

Γιώργος Μαζωνάκης

Ο Γιώργος Μαζωνάκης γεννήθηκε στη Νίκαια Αττικής στις 4 Μαρτίου 1972, είναι Έλληνας τραγουδιστής.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη γειτονιά της Νίκαιας. Μεγάλωσε ακούγοντας κλασικά λαικά τραγούδια από φωνές σαν του Στράτου Διονυσίου, του  Γιάννη Πάριου , της Μαρινέλλας , της Χάρις Αλεξίου αλλά και πολύ ξένο ροκ. Πολύ γρήγορα, σε ηλικία μόλις 15 χρόνων, συνειδητοποίησε  ότι εκείνο που πραγματικά ήθελε ήταν να γίνει επαγγελματίας τραγουδιστής. Για πρώτη φορά τραγούδησε σε νυχτερινό  κέντρο της Πάτρας, εκεί όπου το καλοκαίρι του 1992 τον ανακάλυψε η Universal Music (τότε Polygram).

Ο Γιώργος Μαζωνάκης με το ιδιαίτερο ταμπεραμέντο του , τη ξεχωριστή ερμηνεία του και τις πρωτοποριακές απόψεις του, άλλαξε τον τρόπο της νυχτερινής διασκέδασης, με τις ιδιαίτερα πετυχημένες εμφανίσεις του σε γνωστά νυχτερινά κέντρα της Αθήνας.

Παράλληλα, ο Γιώργος Μαζωνάκης έχει πραγματοποιήσει πολλές εμφανίσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα ,την Κύπρο, την Γερμανία , την Αυστραλία, αλλά και σε διάφορες πολιτείες της Αμερικής, όπως: Νέα Υόρκη, Νιού Τζέρσευ, Ατλάντικ Σίτυ και Σικάγο. Επίσης ένα best με μεγάλες επιτυχίες του κυκλοφόρησε στην Ιταλία με αφορμή την επιτυχία που έκανε εκεί το τραγούδι « μου λείπεις» ως τραγούδι της διαφημιστικής καμπάνιας γνωστού μοντέλου αυτοκινήτου.

Το 2002 ο δημοφιλής τραγουδιστής τραγούδησε δύο τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη στο soundtrack της ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου « Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου» , τα « Καμικάζι» και « ξημερώνει πάλι» .

O Γιώργος Μαζωνάκης στα 16 χρόνια της δισκογραφίας του και στα ακόμη περισσότερα των Live εμφανίσεών του , είτε μόνος είτε σε συνεργασίες που γράψανε ιστορία με την απήχηση τους, διένυσε κι εξακολουθεί να διανύει μια διαδρομή διαρκών αλλαγών , ενίοτε κι ανατροπών και όσο αφορά το στυλ του αλλά και το ρεπερτόριό του.

Διακρίνεται πάντα για την καθαρότητα των αισθητικών του απόψεων ,τον αυστηρό επαγγελματισμό του και την απολυτότητα στα πιστεύω του.

Πρόκειται για ένα τραγουδιστή που δύσκολα τυποποιείται κι εντάσσεται στη συνήθη κατηγοριοποίηση του ελληνικού τραγουδιού.

Δισκογραφία

Καλώς σας βρήκα φίλοι, Heaven Music 2013
Λείπει πάλι ο θεός Heaven Music 2012
Tα ίσια ανάποδα (Ta isia anapoda) 2009
Revised, Heaven Music 2009
Τα όχι και τα ναι μου Heaven Music, 2007
Σάββατο Heaven Music, 2004
Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου Heaven Music, 2002
Κοίτα με Heaven Music, 2002
The Best of Universal Music, 2001
2x2 Heaven Music, 2001
Αλλάξανε τα πλάνα μου Universal Music, 1999
Μπροστά σ'ένα μικρόφωνο Universal Music, 1998
Παιδί της νύχτας Universal Music, 1997
Μου λείπεις Universal Music, 1996
Με τα μάτια να το λες Universal Music, 1993
Μεσάνυχτα και κάτι Universal Music, 1992

Συμμετοχή σε τηλεοπτικές σειρές

Υπέροχα Πλάσματα
Μίλα μου Βρώμικα (2009-2010)
Οι Στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη (2002-2004)
Εμείς κι εμείς E34 (1994-1998)


De Siris

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Patti Smith

Πάττυ Σμιθ 

Η Πάττυ Σμιθ γεννήθηκε σαν  Patricia Lee Smith στις 30 Δεκεμβρίου 1946, είναι Αμερικανίδα τραγουδίστρια, μουσικός και ποιήτρια. Θεωρείται σημαντική επίδραση στη γέννηση του πανκ με το πρώτο της άλμπουμ Horses. Την αποκάλεσαν «νονά του πανκ»  καθώς συνδύασε το στυλ της μπητ ποίησης με το garage rock. Οι αναφορές της εισήγαγαν την γαλλική ποίηση του 19ου αιώνα στους αμερικανούς έφηβους, ενώ η τολμηρή γλώσσα της αψήφησε την εποχή της ντίσκο. Η Σμιθ είναι περισσότερο γνωστή για το τραγούδι της "Because the Night", το οποίο έγραψε μαζί με τον Μπρους Σπρίνγκστιν και έφθασε στο no 13 του Billboard Hot 100. Το 2005 η Patti Smith επονομάστηκε τιμητικά Διοικητής του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων από τον Γάλλο υπουργό Πολιτισμού, και το 2007 πήρε τη θέση της στο Rock and Roll Hall of Fame.

Δισκογραφία

Studio albums

Horses (1975)
Radio Ethiopia (1976)
Easter (1978)
Wave (1979)
Dream of Life (1988)
Gone Again (1996)
Peace and Noise (1997)
Gung Ho (2000)
Trampin' (2004)
Twelve (2007)
Banga (2012)

Live albums

Live aux Vieilles Charrues (2004)
Horses/Horses (2005)
The Coral Sea (2008)

Compilations

The Patti Smith Masters (1996)
Land (2002)
iTunes Originals (2008)

EP

Hey Joe / Radio Ethiopia (1977)
Set Free (1978)

Βιβλιογραφία

Seventh Heaven (1972)
Witt (1973)
Babel (1978)
Woolgathering (1992)
Early Work (1994)
The Coral Sea (1996)
Patti Smith Complete (1998)
Strange Messenger (2003)
Auguries of Innocence (2005)
Poems (Vintage Classics) by William Blake - Edited by and with introduction by Patti Smith (2007)
Land 250 (2008)
Trois (2008)
Just Kids (2010)


De Siris

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Δημήτρης Φάμπας

Δημήτρης Φάμπας

Ο Δημήτρης Φάμπας γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1921 και πέθανε στις 3 Μαΐου 1996, ήταν σολίστας της κλασικής κιθάρας και συνθέτης μουσικής. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες κιθαρίστες, με συμβολή στη δημιουργία κιθαριστικής παράδοσης στην Ελλάδα αλλά και με αρκετά επιτυχημένη διεθνή πορεία.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στην Μηλίνα, ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό του Πηλίου, επίνειο του Λαύκου, γιος της Ευανθίας και του καπετάνιου Ευάγγελου Φάμπα. Έδειξε από μικρός το ταλέντο του στην μουσική, παίζοντας λαούτο και μαθαίνοντας μαντολίνο. Αργότερα σπούδασε κλασική κιθάρα με τον Νίκο Ιωάννου και πήρε το δίπλωμά του από το Εθνικό Ωδείο (τάξη Γ. Βώκου) με αριστείο εξαιρετικής επίδοσης το 1953. Σπούδασε επίσης ανώτερα θεωρητικά στο Ωδείο Αθηνών με τον Θ. Βαβαγιάννη και τον Κ. Κυδωνιάτη.

Στα 1955 και 1956, με υποτροφία της Ιταλικής κυβέρνησης, σπούδασε κιθάρα στην Academia Chigiana της Σιέννα, με τον Αντρέ Σεγκόβια και μουσικολογία με τον Εμίλιο Πουχόλ. To 1958, πάλι με πρόσκληση και υποτροφία του Σεγκόβια, σπούδασε κοντά του στην Ακαδημία του Santiago de Compostella της Ισπανίας, με συμμαθητές τους Αλίριο Ντιάθ (Alirio Diaz) και Τζον Γουίλλιαμς (John Williams).

Έδωσε πολλά ρεσιτάλ στην Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Ολλανδία, Τσεχοσλοβακία, ΗΠΑ, Καναδά, ΕΣΣΔ, Ουγγαρία, Βατικανό, Γιουγκοσλαβία, Τουρκία, Αυστρία, σε όλες τις μεγάλες πόλεις και θέατρα της Ελλάδας, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου αποσπώντας αρκετές θετικές κριτικές. Έδωσε επίσης πολλές διαλέξεις για την κιθάρα σε Διεθνή φεστιβάλ, σε ραδιοφωνικούς σταθμούς στην Ελλάδα και το εξωτερικό (ΕΡΤ, BBC).

Υπήρξε μέλος και προεδρεύων πολλών ελλανοδικών επιτροπών διαγωνισμών κιθάρας. Ήταν τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Μουσικής (IMC. UNESCO) και Πρόεδρος του ΣΚΩΑ. Συμμετείχε σε πολλούς δίσκους και κινηματογραφικές ταινίες. Για τουλάχιστον μια δεκαετία συνεργάστηκε ως σολίστ και ζωντανά σε συναυλίες, θεατρικές και μουσικές παραστάσεις έργων των Μάνου Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Κουνάδη, Ξαρχάκου, Ζαμπέτα, και άλλων, προσφέροντας στην κιθάρα μεγαλύτερη δημοτικότητα.

Ο Δημήτρης Φάμπας πέθανε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου του 1996. Το 1999 ιδρύθηκε προς τιμήν του ο Σύλλογος Φίλων της Κιθάρας Δημήτρης Φάμπας, με πρωτοβουλία της Εύας Φάμπα, που είναι και πρόεδρος του ΔΣ.

Έργο

Ηχογράφησε πέντε προσωπικούς δίσκους για σόλο κιθάρα, με κλασσικό ρεπερτόριο και δικές του συνθέσεις ενώ συμμετείχε και σε κονσέρτα με Συμφωνική ορχήστρα. Παράλληλα διακρίθηκε και ως συνθέτης. Έγραψε πλήθος από έργα, σπουδές, σουίτες, χορούς και άλλα, που παίζονται στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Η μουσική του, με έντονο λυρισμό και ρομαντισμό, πλούσια ποτισμένη με χρώματα και στοιχεία από την Ελληνική παράδοση, αντανακλά τη βαθιά του γνώση πάνω στο όργανο της κιθάρας, τις ικανότητές του ως συνθέτη, τη δεξιοτεχνική δεινότητα του και την αγάπη του για την πατρίδα. Έργα του έχουν εκδοθεί από τους μουσικούς οίκους Ricordi (Ιταλίας και Βραζιλίας), Lathkill music publishers (Αγγλίας), Max Eschig (Γαλλία), MEL BAY & Columbia (Η.Π.Α), Φ. Νάκα, Μ. Νικολαΐδη-Orpheus και Κ. Παπαγρηγορίου-Χ. Νάκα στην Αθήνα, ενώ συχνά παίζονται ως υποχρεωτικά σε διεθνείς διαγωνισμούς.

Ο Δημήτρης Φάμπας υπήρξε επίσης πρωτοπόρος δάσκαλος. Με επιμονή και υπομονή, μετέφερε τη βαθιά γνώση του οργάνου και το πάθος του σε γενιές κιθαριστών και φιλόμουσων. Η σχολή του και η διδασκαλία του θεωρήθηκαν από τις καλύτερες στον κόσμο από όπου βγήκαν πολλοί διαπρεπείς καλλιτέχνες. Το 1958 για πρώτη φορά παρουσιάζονται νέοι κιθαρίστες, μαθητές της σχολής του, σε ομαδική συναυλία. Από τότε και κάθε χρόνο η σχολή του παρουσίαζε τους καλύτερους νέους κιθαρίστες. Ανάμεσα τους και οι Λίζα Ζώη, Ευάγγελος Ασημακόπουλος, Ευάγγελος Μπουντούνης, Νότης Μαυρουδής, Γιάννης Μανωλιδάκης, Ειρήνη Κώνστα, Κώστας Γρηγορέας, Σπύρος Διαμαντής, Γιώργος Κερτσόπουλος, Κυριάκος Τζωρτζινάκης, Εύα Φάμπα, Μάρκος Τσέτσος, Ευάγγελος Φάμπας, Γιώργος Μαυροειδής, Γιώργος Μυλωνάκος, Άκης Τριανταφύλλου, Κώστας Τσερεγκώφ, Νίκος Παναγιωτίδης, Ελένη Ασπρούδη, Νίκος Χαμηλοθώρης, Σπύρος Μιχαήλ, Βασίλης Μαστοράκης, Γιάννης Μανιατόπουλος, Ελευθερία Κοτζιά, Δημήτρης Κασφίκης, και άλλοι. Οι μαθητές του έχουν κερδίσει πολλά βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς. O Δημήτρης Φάμπας δημιούργησε και διηύθυνε δύο ορχήστρες κιθαριστών, μία με παιδιά και μία με προχωρημένους κιθαρίστες, με τις οποίες για πάνω από δέκα χρόνια έδωσε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Η ζωή και το έργο του συμπεριλαμβάνονται σε παγκόσμια λεξικά, σε κιθαριστικά μουσικά λεξικά και ιστορίες κιθάρας της Γερμανίας, Πολωνίας, Ιαπωνίας, Ιταλίας, Αγγλίας και Ελλάδας, σε Ελληνικές Εγκυκλοπαίδειες και στα παγκόσμια Who’s Who.

Επιλεγμένη δισκογραφία

Δημήτρης Φάμπας - Με μια κιθάρα (universal music company-polydor masters). Συλλεκτική ηχογράφηση με μουσική του Δημήτρη Φάμπα και διασκευές του σε έργα Μ. Χατζιδάκι και Μ. Θεοδωράκη.
Eva Fampas plays Fampas (AULIA AA69001), έκδοση 2005. Περιλαμβάνει τα έργα: Ελληνική Σουίτα, Ελληνικοί χοροί, 2 Σπουδές κονσέρτου, Ποίημα, Φανταστικός χορός, Παραμύθι, 3 Ρομαντικά Πρελούδια, Το πορτραίτο του Σεγκόβια.


De Siris

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Αντίοχος Ευαγγελάτος

Αντίοχος Ευαγγελάτος

Ο Αντίοχος-Γεράσιμος Ευαγγελάτος του Διονυσίου, γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1903 και πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου 1981, ήταν Έλληνας μουσουργός και αρχιμουσικός.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στο Ληξούρι στη Κεφαλλονιά στις 23 Δεκεμβρίου 1902 και ήταν γιός του δημοδιδάσκαλου Διονυσίου Ευαγγελάτου του Σπυρίδωνος και της Μαργότας Λιβιεράτου του Αντωνίου. Τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διπλωματούχος του κρατικού Ωδείου της Λειψίας. Είχε σπουδάσει επίσης φιλοσοφία και ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Υπήρξε μαθητής του μεγάλου αρχιμουσικού Felix Weingartner στη Βασιλεία της Ελβετίας.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ανέλαβε καθηγητής και στη συνέχεια καλλιτεχνικός διευθυντής του Ελληνικού Ωδείου στη μακρά περίοδο 1933-1974, αρχιμουσικός της Εθνικής Λυρικής Σκηνής επίσης σε μακρά περίοδο από το 1940 μέχρι το 1972 και ακομη μουσικός διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (1954-1959). Θεωρείται ο δημιουργός του Τρίτου Προγράμματος της σημερινής ΕΡΤ.

Στο έγο του περιλαμβάνονται πολλές συνθέσεις συμφωνικών έργων, μουσικής δωματίου, καθώς και σκηνική μουσική για αρχαίες τραγωδίες. Ως Αρχιμουσικός είχε διευθύνει όλες τις ελληνικές αλλά και πολλές ξένες ορχήστρες. Υπήρξε πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, του Εθνικού Συμβουλίου Μουσικής, καθώς και της Εφορείας της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων. Υπήρξε επίσης μέλος κριτικών επιτροπών σε Διεθνείς Μουσικούς διαγωνισμούς όπως στη Βαρκελώνη, Γενεύη, Τεργέστη, Βουκουρέστι, Σόφια και Μόσχα.

Ο Αντίοχος Ευαγγελάτος είχε τιμηθεί από τον Βασιλέα Παύλο με το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α΄ και με τον Ταξιάρχη του Φοίνικα. Επίσης είχε τιμηθεί με Βραβείο Σύνθεσης της Ακαδημίας Αθηνών. Ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών και μιλούσε επίσης γερμανικά γαλλικά ιταλικά και αγγλικά.

Γιος του είναι ο Σπύρος Ευαγγελάτος. Πέθανε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου του 1981. Έναν χρόνο μετά το θάνατό του εκδόθηκε το βιβλίο του Γιώργου Λεωτσάκου Αντίοχος Ευαγγελάτος, όπου παρουσιάζεται το έργο του μουσουργού.


De Siris

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Σοφία Βόσσου

Σοφία Βόσσου

Η Σοφία Βόσσου είναι Ελληνίδα τραγουδίστρια, συνθέτις, στιχουργός, καθηγήτρια μουσικής, ραδιοφωνική και τηλεοπτική παραγωγός. Γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1961 στην Πάτρα, ενώ από το 1972 ζει στην Αθήνα.

Έχει σπουδάσει μουσική, πιάνο και θεωρητικά. Ξεκίνησε την καριέρα της το 1979 παίζοντας πιάνο αρχικά και τραγουδώντας στη συνέχεια, σε διάφορες μπουάτ της Πλάκας. Παράλληλα εμφανιζόταν και σε διάφορες συναυλίες, κυρίως στο πλευρό του Χρήστου Λεοντή, σε συνεργασία με τον οποίο έκανε και την πρώτη της δισκογραφία.

Ευρύτερα γνωστή έγινε το 1984, όταν κέρδισε την πρώτη θέση στο φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης, τραγουδώντας τη Χαμένη ισορροπία (δική της σύνθεση και στίχοι). Την επόμενη χρονιά γνώρισε τον Ανδρέα Μικρούτσικο, με τον οποίο πραγματοποίησε σημαντικό κομμάτι της δισκογραφίας της. Μαζί συμμετείχαν το 1991 στον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision, με το τραγούδι Άνοιξη.

Στην καριέρα της έχει συνεργαστεί με σημαντικούς συνθέτες (Μάνος Λοΐζος, Δήμος Μούτσης, Νότης Μαυρουδής, Σταύρος Ξαρχάκος, Μίμης Πλέσσας, Γιώργος Κατσαρός, Μάριος Τόκας κλπ.) αλλά και τραγουδιστές (Μαρινέλλα, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Τόλης Βοσκόπουλος, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μανώλης Λιδάκης, Μαίρη Λίντα κλπ.), ενώ έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από 400 συναυλίες σε όλη την Ελλάδα.

Τα τελευταία χρόνια απέχει από τη δισκογραφία (τελευταίος της δίσκος το Σαν αλήτισσα το 2002), αντίθετα έχει συχνές εμφανίσεις σαν παρουσιάστρια σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές, ενώ έχει υπάρξει και πετυχημένη ραδιοφωνική παραγωγός.Την χρονιά 2007-2008 έκανε συχνές εμφανίσεις στην εκπομπη του Αντρέα Μικρούτσικου Αυτός μας έλειπε. Το 1993 έκανε κι ένα πέρασμα από το θέατρο, πρωταγωνιστώντας μαζί με τον Γρηγόρη Βαλτινό στο μιούζικαλ Η ζωή του Τσέχωφ.

Η επιστροφή της στην δισκογραφία έγινε τον Ιούλιο του 2010 με ένα καλοκαιρινό τραγούδι σε συνεργασία με το συγκρότημα "Μπλαζέ" (Blasé) με τίτλο "Εσύ".


De Siris

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Έλενα Νικολαΐδη

Έλενα Νικολαΐδη

Η ΄Ελενα Νικολαΐδη ήταν Ελληνίδα μεσόφωνος με διακεκριμένη καριέρα στο εξωτερικό.

Γεννήθηκε στη Φώκαια της Μ. Ασίας ή την Σμύρνη στις 15 Ιουνίου 1909 ή κατά άλλους το 1906 και πέθανε στις 14 Νοεμβρίου 2002.

Το 1913, λόγω των διωγμών, η οικογένειά της κατέφυγε στη Μυτιλήνη. Σπούδασε μονωδία στο Ωδείο Αθηνών με την Αργυρή Γκίνη. Εισήλθε στο Ελληνικό Μελόδραμα το 1929, εμφανιζόμενη στο Θέατρο Κεντρικόν. Το 1930 έλαβε μέρος στην παράσταση του έργου Το Στοιχειωμένο Γεφύρι του Θεοφράστου Σακελλαρίδη. Το 1933 τραγούδησε στην παράσταση της όπερας Το Δακτυλίδι της Μάνας του Μανώλη Καλομοίρη. Το 1936 έλαβε μέρος στην παράσταση της Κάρμεν στην Κέρκυρα από θίασο του Ελληνικού Μελοδράματος.

Το 1936 ταξίδεψε στη Βιέννη για να πάρει μέρος στον φωνητικό διαγωνισμό Belvedere όπου επέτυχε την τέταρτη θέση. Με την υποστήριξη του μαέστρου Μπρούνο Βάλτερ, τραγούδησε Ντον Κάρλος (Έμπολι) του Βέρντι στην Κρατική όπερα της Βιέννης στις 16 Δεκεμβρίου 1936. Αργότερα τραγούδησε σε πολλά λυρικά θέατρα της Ευρώπης.

Το 1949 πρωτοτραγούδησε στις Η.Π.Α.: στο Κάρνεγκι Χολ με μαέστρο τον Δημήτρη Μητρόπουλο, τη Βοστώνη, το Σικάγο, τη Νέα Υόρκη, το Σαν Φρανσίσκο κ.α. Το 1951 έγινε μόνιμο στέλεχος της Μ.Ε.Τ.

Από το 1960 δίδαξε μονωδία στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα. Το 1977 δίδαξε και στο Χιούστον του Τέξας. Αποσύρθηκε από τη διδασκαλία το 1994.

Είχε παντρευτεί του λυρικό τραγουδιστή Θάνο Μέλλο με τον οποίο είχαν έναν γιο, τον Μιχαήλ. Πέθανε στη Σάντα Φε του Νέου Μεξικού το 2002.

Αναγνωρίσθηκε ως μία από τις καλύτερες μονωδούς του κόσμου για τον ρόλο τίτλου στην "Κάρμεν". Ο βασιλεύς της απένειμε το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος.


De Siris

Βαγγέλης Γερμανός

Βαγγέλης Γερμανός

Ο Βαγγέλης Γερμανός γεννήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 1949 και μεγάλωσε στον Πειραιά. Έκανε σπουδές κιθάρας και θεωρητικά, ενώ από πολύ νωρίς συμμετείχε σε διάφορα μαθητικά και συνοικιακά γκρουπάκια.

Το 1981 έκανε την πρώτη του δισκογραφική εμφάνιση ένας καθηγητής μαθηματικών που από χρόνια έπαιζε τρυφερές, αμερικάνικου τύπου, μπαλάντες.

Πέτυχε στο Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, αλλά πολύ σύντομα μετεγγράφηκε στην Αθήνα ,όπου έκανε και τις πρώτες ζωντανές εμφανίσεις του στο Αθηναϊκό κοινό, στο συγκρότημα του Διονύση Σαββόπουλου στο Ροντέο και στο Κύτταρο. Ενώ είχε ήδη αρχίσει να γράφει τα πρώτα δικά του τραγούδια. Παντρεύτηκε νεότατος, στα 20 του χρόνια, & έχει μια κόρη την Αλίκη, η οποία έκανε την…πρώτη της εμφάνιση στη δισκογραφία στην πασίγνωστη “Μπανιέρα”, παρέα με τον πατέρα της. Ο Διονύσης Σαββόπουλος έκανε την παραγωγή στον δίσκο τα “Μπαράκια”, όπου στη δεύτερη φωνή μπορεί κανείς να ανακαλύψει την νεαρότατη τότε και πρωτοεμφανιζόμενη επίσης, Ελευθερία Αρβανιτάκη.

Τα “Μπαράκια” αποτέλεσαν ένα είδος επανάστασης στη μουσική σκηνή της εποχής , ανοίγοντας το δρόμο για ένα σωρό άλλους νέους δημιουργούς που ίσως δεν τολμούσαν να παρουσιάσουν τη δουλειά τους. Ο Βαγγέλης Γερμανός έγινε γρήγορα γνωστός- ένας ροκ τροβαδούρος που συνδυάζει την ευαισθησία & τον ρομαντισμό με την αντισυμβατική ματιά πάνω στα πράγματα. Παρ’ όλη την επιτυχία εκείνου του πρώτου δίσκου, αλλά & την ευρύτατη αποδοχή των επόμενων, ο Γερμανός ποτέ δεν αναδείχτηκε σε επαγγελματία του τραγουδιού, καθώς πάντα ο ίδιος επέλεγε πότε & υπό ποιές συνθήκες θα δημοσιοποιούνταν η δουλειά του.

Τη δεκαετία του ’90 κυκλοφόρησαν μόνο δύο δίσκοι του, & ένα “tribute” (“Στον Βαγγέλη με αγάπη, 16 πειραγμένα τραγούδια”) με επανεκτελέσεις τραγουδιών του από νέους, κυρίως του χώρου της ροκ, καλλιτέχνες. Το 2000 κυκλοφόρησε ο “Ελεύθερος Χρόνος”, ύστερα από έξι χρόνια δισκογραφικής απουσίας, υπενθυμίζοντας στους ακροατές την ικανότητα του Γερμανού να γράφει μελωδικές, τρυφερές μπαλάντες, αλλά χωρίς η δουλειά αυτή να έχει την αποδοχή των παλαιότερων, γραμμένων τη δεκαετία του ’80, δίσκων του τραγουδοποιού.

Εκτός από τη μουσική, ο Γερμανός έχει ασχοληθεί σποραδικά & με την ηθοποιία – εμφανίστηκε στην ταινία “Βαριετέ” του Νίκου Παναγιωτόπουλου & στο “Ο αδερφός μου & εγώ” του Αντώνη Κόκκινου, ενώ έχει κάνει & ένα πέρασμα από την τηλεόραση (στη σειρά “Νυχτερινοί ακροβάτες” το ’93 & στο “Γλυκόξινο κρασί” το 2000). Τα τελευταία χρόνια ο Βαγγέλης Γερμανός παίζει και τραγουδάει σόλο (κλασσική κιθάρα – φωνή) σε μουσικές σκηνές ανά την Ελλάδα και αυτή την εποχή ετοιμάζει τρίπτυχο με τίτλο: «Η τέχνη του τραγουδοποιού»

Δισκογραφία

Τα Μπαράκια, 1981
Ερωτικό Κούρδισμα, 1982
Βραχυκύκλωμα, 1984
Χάδια και Χαστούκια , 1985
Ζωντανή Περιπέτεια, 1986
Ερωτόλογα, 1989
Γιούπι-Για, 1991
Ο Τροβαδούρος, 1992
Ασκήσεις, 1994
Τα Πειραγμένα, 1997
Ελεύθερος Χρόνος, 2000
Το Μαγικό Νησί, 2005
Καμικάζι, 2008
Κρουαζιέρα, 2012

Ταινίες:

“Βαριετέ” του Νίκου Παναγιωτόπουλου
“Ο αδελφός μου κι’ εγώ” του Αντώνη Κόκκινου

Σήριαλ:

“Νυχτερινοί Ακροβάτες”
“Γλυκόξινο Κρασί”
“Ο Τελευταίος Παράδεισος”

Tηλεταινίες:

“Οδός Πανεπιστημίου δεν υπάρχει”
“Κρητική ιστορία”
“Χάρτινο Καράβι”
“Κόκκινος Κύκλος” του Πάνου Κοκκινόπουλου


De Siris

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Gioachino Antonio Rossini

Τζοακίνο Αντόνιο Ροσσίνι 

Ο Τζοακίνο Αντόνιο Ροσσίνι γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 1792 και πέθανε στις 13 Νοεμβρίου 1868, ήταν Ιταλός συνθέτης, παγκοσμίως φημισμένος για τις όπερές του, με πιο γνωστές τον Κουρέα της Σεβίλλης, τη Σταχτοπούτα και τον Γουλλιέλμο Τέλλο. Έγραψε ακόμη έργα θρησκευτικής μουσικής, τραγούδια, μουσική δωματίου και άλλα κομμάτια για πιάνο και μικρά σύνολα. Οι μελωδίες του αγαπήθηκαν από πολύ κόσμο, ενώ ενέπνευσε πλήθος συνθετών, χαρίζοντάς του το προσωνύμιο "Ο Ιταλός Μότσαρτ".

Βιογραφία

Τα πρώιμα χρόνια

Γόνος μιας μουσικής οικογένειας, ο Ροσσίνι γεννήθηκε στην πόλη Πεζάρο· ο πατέρας του, Τζουζέπε, έπαιζε κόρνο και η μητέρα του, Άννα, ήταν τραγουδίστρια. Εν μέσω μιας ταραχώδους παιδικής ηλικίας, όπου λόγω των πολέμων η οικογένεια αναγκάστηκε να μετοικίσει στη Μπολόνια, ο Ροσσίνι αρχικά εκπαιδεύεται στο τσέμπαλο από τον Τζουζέπε Πρινέττι. Αργότερα γίνεται βοηθός σε ένα σιδεράδικο και τη μουσική του εκπαίδευση αναλαμβάνει ο Άντζελο Τεζέϊ. Μέχρι τα δέκα του χρόνια έχει μάθει να διαβάζει μουσική, να παίζει πιάνο και κόρνο, αλλά και να τραγουδά, ενώ αποτελεί μέλος της χορωδίας της τοπικής εκκλησίας. Ορισμένα έργα, όπως οι έξι σονάτες για έγχορδα, γράφτηκαν όταν ήταν περίπου δώδεκα ετών και ήδη αντανακλούν την επιρροή του Χάυντν και του Μότσαρτ.

Το 1805 κάνει την πρώτη και μοναδική του εμφάνιση ως τραγουδιστής στο έργο "Camilla" του Φερντινάντο Παέρ. Της ιδίας εποχής είναι και η πρώτη του όπερα, "Demetrio e Polibio", την οποία θα δει επί σκηνής αρκετά αργότερα, έχοντας ήδη παρουσιάσει άλλες πέντε όπερές του. Τον επόμενο χρόνο εγγράφεται στο Ωδείο της Μπολόνια, όπου σπουδάζει βιολοντσέλο με τον Καβεντάνι και αντίστιξη με τον π. Στανισλάο Ματτέϊ. Οι αυστηροί κανόνες της αντίστιξης φαίνεται πως είχαν αρνητική επίδραση και τον ώθησαν προς ένα πιο ελεύθερο συνθετικό ύφος. Η δε ικανότητά του στην ενορχήστρωση προέκυψε από την ενασχόλησή του με τα κουαρτέτα και τις συμφωνίες του Χάυντν και του Μότσαρτ, τις οποίες ενορχήστρωνε για διάφορους οργανικούς συνδυασμούς.

Το ξεκίνημα της καριέρας

Στα δεκαέξι του κερδίζει το πρώτο βραβείο του Ωδείου της Μπολόνια, για την καντάτα του "Il pianto d'Armonia sulla morte d’Orfeo", ενώ επιδίδεται στη σύνθεση όπερας. Οι πιο αξισημείωτες, "La pietra del paragone" και "Il signor Bruschino" παρουσιάζονται στη Ρώμη, τη Βενετία και το Μιλάνο, ενώ με τη μεσολάβηση του Μαρκησίου Καβάλλι, ή όπερα "La cambiale di matrimonio" ανεβαίνει με επιτυχία στη Βιέννη. Ακολουθούν οι όπερες "Τανκρέδος" ("Tancredi") και "Μια Ιταλίδα στο Αλγέρι" ("L'italiana in Algeri") που σημειώνουν ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία και εκτοξεύουν τη φήμη του 20χρονου συνθέτη σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μέχρι τα 21 του είχε εδραιωθεί στο φιλόμουσο κοινό της Ιταλίας και συνέχισε να γράφει όπερες, οι οποίες παρουσιάζονταν στο Μιλάνο και τη Βενετία· η αποδοχή τους δεν ήταν τόσο επιτυχής όσο με τον "Τανκρέδο" κι έτσι το 1815 ο Ροσσίνι αποσύρεται στο πατρικό του στη Μπολόνια. Μια πρόταση συνεργασίας έρχεται από τον ιμπρεσάριο του θεάτρου της Νάπολης, Ντομένικο Μπαρμπάϊα: θα γινόταν διευθυντής των Θεάτρων San Carlo και del Fondo. Τα καθήκοντά του περιλάμβαναν τη σύνθεση μιας όπερας το χρόνο για το καθένα από τα δύο θέατρα, με αμοιβή 200 δουκάτα το μήνα· άλλα 1000 δουκάτα θα λάμβανε κάθε χρόνο από τα τραπέζια χαρτοπαιξίας των θεάτρων ως μερίδιο συμμετοχής, συγκεντρώνοντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για την εποχή.

Ένα από τα αξιοσημείωτα έργα αυτής της περιόδου είναι και η όπερα "Elisabetta, regina d'Inghilterra" ("Ελισάβετ, Βασίλισσα της Αγγλίας"), στην οποία πρωταγωνίστησε η μέλλουσα σύζυγός του, Ιζαμπέλλα Κολμπράν. Η όπερα αυτή είναι η πρώτη στην οποία ο Ροσσίνι γράφει επακριβώς τους καλλωπισμούς των αριών, αποτρέποντας τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό τους από τους τραγουδιστές, ενώ αντικαθιστά το ασυνόδευτο ρετσιτατίβο (σέκκο) με τη συνοδεία ενός κουαρτέτου εγχόρδων.

Ο Κουρέας της Σεβίλλης και η μέση περίοδος

Στις 20 Φεβρουαρίου 1816 ανεβαίνει στο Θέατρο Αρτζεντίνα της Ρώμης η πιο γνωστή όπερά του, ο "Κουρέας της Σεβίλλης". Ο αρχικός της τίτλος ήταν "Almaviva" και το λιμπρέτο γράφτηκε από τον Τσεζάρε Στερμπίνι πάνω σε μια εκδοχή του θεατρικού του Πιερ Μπωμαρσέ Le Barbier de Séville. Σαμποταρισμένη από υποστηρικτές του Τζοβάννι Παϊζιέλλο -του οποίου η συνώνυμη όπερα παιζόταν ήδη για 25 χρόνια- αποτέλεσε παταγώδη αποτυχία: οι θεατές σφύριζαν και φώναζαν καθ' όλη τη διάρκεια της πρώτης πράξης. Σύντομα, εντούτοις, η επιτυχία της έλαβε τόσο μεγάλες διαστάσεις, που αντικατέστησε τον "Κουρέα" του Παϊζιέλλο, κληρονομώντας παράλληλα τον νέο της τίτλο. Αξιοσημείωτο παραμένει το παρασκηνιακό γεγονός ότι ο Ροσσίνι, κατά δήλωσή του, συνέθεσε το έργο σε δώδεκα μόλις ημέρες, χρόνο-ρεκόρ που ξεπερνάει και τις τέσσερις εβδομάδες που χρειάστηκε ο Χαίντελ για το ορατόριό του "Μεσσίας".

Ανάλογη επιτυχία με τον Κουρέα κάνει και η όπερα του 1817 "Σταχτοπούτα"· ο Ροσσίνι δέχεται τη μελοποίηση του λιμπρέττου υπό τον όρο να παραλείψει τα όποια υπερφυσικά στοιχεία. Τέσσερα χρόνια μετά παντρεύεται την διάσημη σοπράνο Ιζαμπέλλα Κολμπράν και μετακομίζει στη Βιέννη, όπου οι όπερές του αποθεώνονται από το κοινό. Εκεί, γνωρίζει από κοντά τον 51 ετών πλέον Μπετόβεν, ο οποίος αργότερα του γράφει σε μια επιστολή: "...ώστε εσύ είσαι ο Ροσσίνι, ο συνθέτης του Κουρέα της Σεβίλλης. Σε συγχαίρω. Θα παίζεται για όσο θα υπάρχει Ιταλική όπερα. Ποτέ μην προσπαθήσεις να γράψεις κάτι άλλο εκτός από όπερα μπούφα: κάθε άλλο είδος θα βλάψει τη φύση σου". Επιστρέφοντας στη Μπολόνια, λαμβάνει μια πρόσκληση του πρίγκηπα Κλέμενς φον Μέττερνιχ, ο οποίος τον προσκαλεί στη Βερόνα, ώστε να συμβάλλει -μέσω ενός συνεδρίου- στην "αποκατάσταση της αρμονίας".

Μέχρι το 1823 ο Ροσσίνι έχει γράψει περί τις 20 όπερες. Απ' αυτές, ο Οθέλλος αποτελεί την κλιμάκωση του έργου του, όποτε και στρέφεται στην όπερα σέρια. Εν αντιθέσει με το θεατρικό έργο του Σαίξπηρ, ο Ροσσίνι επινοεί ένα ιλαρό τέλος, καθώς στην εποχή του οι τραγικές καταλήξεις στα θεατρικά έργα αποδοκιμάζονταν από το κοινό της Ρώμης. Το ίδιο έτος, με την παρακίνηση του διευθυντή του Βασιλικού Θεάτρου, επισκέπτεται το Λονδίνο. Το έργο του έλαβε θερμή υποδοχή από το λονδρέζικο κοινό, ενώ παρουσιάστηκε ενώπιον του Βασιλέα Γεώργιου Δ΄, ο οποίος τον αποζημίωσε με το ποσό των 7000 λιρών για την πεντάμηνη παραμονή του εκεί. Την επόμενη χρονιά ανέλαβε τη διεύθυνση του Ιταλικού Θεάτρου στο Παρίσι (Théâtre des Italiens), με μισθό 800 λίρες τον χρόνο. Η επιτυχία του εκεί ήταν τόσο μεγάλη που ο Κάρολος Ι΄ του παραχώρησε συμβόλαιο για πέντε όπερες το χρόνο, το οποίο όταν έληξε του απέφερε μια ισόβια και παχυλή σύνταξη.

Τέλος της καριέρας και τα τελευταία χρόνια

Την περίοδο του Παρισιού (1824-1829) ο Ροσσίνι γράφει την κωμική όπερα "Ο Κόμης του Ορύ" και τον "Γουλλιέλμο Τέλλο". Με την τελευταία, όντας 38 ετών και με 38 όπερες στο ενεργητικό του, λήγει την ιδιότητά ως συνθέτης όπερας· το πιο αξιοσημείωτο στην όπερα αυτή είναι ίσως η εισαγωγή (ή ουβερτούρα) της, που αποτέλεσε μοντέλο για πολλές άλλες εισαγωγές σε όπερες του 19ου αιώνα. Αν και εξαίρετο έργο, η διάρκειά του υπερβαίνει τις τέσσερις ώρες, καθιστώντας σπάνιο το ανέβασμά του· μια σύντμησή του προτιμάται στις περισσότερες παραγωγές, ενώ η ουβερτούρα αποτελεί κλασικό κομμάτι του ορχηστρικού ρεπερτορίου.

Το 1829 ο Ροσσίνι επιστρέφει στη Μπολόνια· η μητέρα του είχε ήδη αποβιώσει από το 1827 και ο ίδιος ήθελε να σταθεί στο πλευρό του πατέρα του. Τα σχέδια για μια επιστροφή στο Παρίσι ναυάγησαν λόγω της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830 και της έκπτωσης του Βασιλέα Καρόλου Ι΄, ενώ η ιδέα μιας νέας όπερας με θέμα τον Φάουστ επίσης έπεσε στο κενό. Δυο χρόνια αργότερα γράφει έξι μέρη από το Στάμπατ Μάτερ του, το οποίο -κατά παράκληση του Ροσσίνι- συμπληρώνει με άλλα έξι μέρη ο Τζοβάννι Ταντολίνι. Εντούτοις το έργο ολοκληρώνεται από τον ίδιο το Ροσσίνι μέχρι το 1841 και σημειώνει επιτυχία ανάλογη μ' αυτή των όπερων του.

Το 1845 πεθαίνει η πρώτη σύζυγός του και στις 16 Αυγούστου του επόμενου χρόνου παντρεύεται ξανά, με την Olympe Pélissier, μοντέλο του ζωγράφου Οράς Βερνέ. Για μια ακόμη φορά λόγω πολιτικών αναταραχών, ο Ροσσίνι αφήνει τη Μπολόνια και -μετά από ένα διάστημα στη Φλωρεντία- μετοικεί στο Παρίσι το 1855. Με την εθελούσια αποχή του από τον χώρο της όπερας, ο Ροσσίνι επιδίδεται στη γαστρονομία και διοργανώνει στην έπαυλή του δεξιώσεις, προσκαλώντας διάφορες προσωπικότητες από τον χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας. Το πάθος του για το καλό φαγητό τον οδηγεί στην ερασιτεχνική ενασχόλησή του μ' αυτό, δημιουργώντας μάλιστα και πολλά πιάτα, όπως τα Tournedos Rossini, τα οποία στις μέρες μας φιγουράρουν σε πολλά ιταλικά εστιατόρια.

Από μουσικής σκοπιάς, το έργο του είναι μικρής εμβέλλειας, γράφοντας σύντομα κομμάτια για ιδιωτικές συναυλίες. Σ' αυτά περιλαμβάνονται οι "Αμαρτίες του παλιού καιρού" ("Péchés de vieillesse"), μια συλλογή από κομμάτια κυρίως για πιάνο, αλλά και για φωνή και μικρά σύνολα, τα οποία συγκεντρώνονται σε 14 τόμους. Το ταλέντο του για τη μελωδία και η χιουμοριστική διάθεση είναι κι εκεί παρόντα, με πιο εμφανή την επιρροή από τον Μπετόβεν και τον Σοπέν. Έχοντας αντιμετωπίσει για χρόνια μια φθίνουσα υγεία, στα 76 του χρόνια πεθαίνει από πνευμονία στην εξοχική του κατοικία στο Πασσύ· ετάφη στο Κοιμητήριο Περ Λασαίζ και τον επόμενο χρόνο -κατά παράκληση της ιταλικής κυβέρνησης- η τέφρα του μεταφέρεται στη Βασιλική του Τιμίου Σταυρού στη Φλωρεντία.

Η μετά θάνατον φήμη του και έτερα παραφιλολογικά

Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Ροσσίνι χρημάτισε πρεσβευτής του Ιταλικού Ινστιτούτου και έλαβε αμέτρητες τιμές, με πιο σπουδαίο ίσως το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Μετά τον θάνατό του ο Βέρντι πρότεινε τη συλλογική σύνθεση ενός Ρέκβιεμ προς τιμήν του· η παρουσίαση του έργου, ανήμερα του μνημοσύνου του, εγκαταλείφθηκε. Ωστόσο, ο Βέρντι χρησιμοποίησε ένα μέρος που είχε γράψει, συνθέτοντας το περίφημο πια Ρέκβιεμ του για τον Μαντσόνι. Μόλις το 1989, ο Γερμανός διευθυντής ορχήστρας Χέλμουτ Ρίλλινγκ, παρουσίασε την παγκόσμια πρώτη του αυθεντικού "Ρέκβιεμ για τον Ροσσίνι".

Ο συνθέτης Μάουρο Τζιουλιάνι, επηρεασμένος από τη μουσική του, έγραψε έξι σετ παραλλαγών για κιθάρα, πάνω σε θέματα του Ροσσίνι. (έργα 119-124). Το κάθε σετ τιτλοφορείται Ροσσινιάνα και αποτελεί την πρώτη εφαρμογή της κατάλληξης -άνα, προς τιμήν κάποιου συνθέτη. Το 1925, ο Οττορίνο Ρεσπίγκι ενορχήστρωσε τέσσερα κομμάτια από τις Αμαρτίες του παλιού καιρού, συνθέτοντας τη σουίτα Ροσσινιάνα.

Συνήθης πρακτική για τον Ροσσίνι αποτελούσε ο πλαγιαρισμός, η παραβολή δηλαδή μελωδιών και αποσπασμάτων από έργα του, σε άλλα του έργα. Η πρακτική αυτή δεν ήταν κάτι καινούριο -ο Μπαχ, ο Χαίντελ και τόσοι άλλοι πριν απ' αυτόν έκαναν ακριβώς το ίδιο. Χαρακτηριστική μανιέρα στις ενορχηστρώσεις του αποτελεί μια σταδιακή δόμηση έντασης, με βάση ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο· η τεχνική αυτή, που στα χέρια του αναπτύχθηκε αριστουργηματικά, ευθύνεται και για το παρατσούκλι της εποχής, "Signor Crescendo".

Οι περισσότερες από τις όπερές του έπεσαν στη λήθη κατά τη διάρκεια της ζωής του· κάποιες ανασύρθηκαν στην επιφάνεια τα τελευταία 50 χρόνια, χάρη στην αναβίωση του μπελ κάντο, του οποίου και θεωρείται ένας από τους κύριους εκφραστές.

Κατά τον βιογράφο Χέρμπερτ Βάινστοκ, η περιουσία του Ροσσίνι αποτιμήθηκε σε 2,5 εκατομμύρια φράγκα, που αντιστοιχούν σε περίπου 1,4 εκατομμύρια σημερινά δολάρια. Ένα μέρος τους κληρονομήθηκε από τους συγγενείς του και το υπόλοιπο -σύμφωνα με τη διαθήκη του- παραχωρήθηκε στην Κοινότητα του Πεζάρο. Με το κληροδότημα ιδρύθηκε το Ωδείο της πόλης, το οποίο αργότερα μετετράπη στο Κρατικό Ωδείο Τζοάκινο Ροσσίνι. Το μετέπειτα Ίδρυμα Ροσσίνι έχει την επιμέλεια του Ωδείου και σκοπός του είναι η προώθηση του έργου και της προσωπικότητας του συνθέτη. Στους αδελφούς συνεργάτες του ιδρύματος περιλαμβάνεται και το Φεστιβάλ Όπερας Ροσσίνι.

Όπερες

Demetrio e Polibio (Δημήτριος και Πολύβιος), σύνθεση του 1806, πρώτη παράσταση το 1812)
La cambiale di matrimonio (Υπόσχεση γάμου), 1810
L'equivoco stravagante (Παράξενη παρεξήγηση), 1811
L'inganno felice (Η ευτυχής απάτη), 1812
Ciro in Babilonia, ossia La caduta di Baldassare (Ο Κύρος στην Βαβυλωνία ή Η πτώση του Βαλτάσσαρ), 1812
La scala di seta (Η Μεταξένια σκάλα), 1812
La pietra del paragone (Η λυδία λίθος), 1812
L'occasione fa il ladro, ossia Il cambio della valigia (Η ευκαιρία κάνει τον κλέφτη ή Η αλλαγή της βαλίτσας),1812
Il signor Bruschino, ossia Il figlio per azzardo (Σινιόρ Μπρουσκίνο ή Ο κατά τύχην γιος), 1813
Tancredi, 1813
L'Italiana in Algeri (Η Ιταλίδα στο Αλγέρι), 1813
Aureliano in Palmira (Ο Αυρηλιανός στην Παλμύρα), 1813
Il Turco in Italia (Ο Τούρκος στην Ιταλία), 1814
Sigismondo, 1814
Elisabetta, regina d'Inghilterra (Ελισάβετ, βασίλισσα της Αγγλίας), 1815
Torvaldo e Dorliska, 1815
Il barbiere di Siviglia ossia L'inutile precauzione (Ο κουρέας της Σεβίλλης ή Οι ανώφελες προφυλάξεις), 1816
La gazzetta (Η εφημερίδα), 1816
Otello, ossia Il moro di Venezia (Οθέλλος ή Ο Μαυριτανός της Βενετίας), 1816
La Cenerentola, ossia La bontà in trionfo (Η Σταχτοπούτα ή Ο θρίαμβος της καλοσύνης), 1817
La gazza ladra (Η κλέφτρα κίσσα), 1817
Armida, 1817
Adelaide di Borgogna, 1817
Mosè in Egitto (Ο Μωϋσής στην Αίγυπτο), 1818
Adina, 1818
Ricciardo e Zoraide, 1818
Ermione, 1819
Eduardo e Cristina, 1819
La donna del lago (Η Κυρά της Λίμνης), 1819
Bianca e Falliero, o sia Il consiglio dei Tre (Μπιάνκα και Φαλιέρο ή Το συμβούλιο των Τριών), 1819
Maometto secondo (Μωάμεθ Β΄), 1820
Matilde di Shabran, 1821
Zelmira, 1822
Semiramide, 1823
Ugo, Re d'Italia (Ούγκο, βασιλιάς της Ιταλίας), 1824
Il viaggio a Reims, ossia L'albergo del giglio d'oro (Το ταξίδι στη Ρεμς ή Το πανδοχείο του Χρυσού Κρίνου), 1825
Ivanhoé (Ιβανόης), 1826
Le siège de Corinthe (Η πολιορκία της Κορίνθου), ανάπλαση του Μωάμεθ Β΄, 1826
Moïse et Pharaon, ou Le passage de la Mer Rouge (Μωϋσής και Φαραώ ή Η διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης), ανάπλαση του Μωϋσή στην Αίγυπτο, 1827
Le Comte Ory (Ο κόμης Ορύ), 1828
Guillaume Tell (Γουλλιέλμος Τέλλος), 1829


De Siris