Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Κωνσταντίνος Βολανάκης

Κωνσταντίνος Βολανάκης

Ο Κωνσταντίνος Βολανάκης ή Βολονάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1837και πέθανε στον Πειραιά στις 29 Ιουνίου 1907, ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα. Θεωρείται ο "πατέρας της θαλασσογραφίας"

Βιογραφία

Οι γονείς του Βολανάκη κατάγονταν από την Βολάνη, ένα μικρό χωριό της περιοχής του Ρεθύμνου. Σπούδασε στο Γυμνάσιο της Σύρου, απ' όπου αποφοίτησε το 1856. Την ίδια χρονιά, με παρότρυνση των μεγαλύτερων αδελφών του, πήγε στην Τεργέστη για να δουλέψει ως λογιστής κοντά στον μεγάλο οίκο εμπορίας ζαχάρεως Αφεντούλη. Ο Αφεντούλης εκτίμησε τις καλλιτεχνικές ικανότητες του νεαρού Βολανάκη από τα πάμπολλα σκαριφήματα με βάρκες, πλοία και λιμάνια που ο τελευταίος έφτιαχνε μέσα στις σελίδες των λογιστικών βιβλίων. Έτσι, αντί να απολύσει τον άτακτο λογιστή, ο Αφεντούλης ανέλαβε να τον στείλει στην Βαυαρία για να σπουδάσει ζωγραφική στην Ακαδημία του Μονάχου κοντά στον Καρλ φον Πιλότυ (Karl von Piloty) το 1860.

Μετά την αποφοίτησή του από την Ακαδημία του Μονάχου, ο Βολανάκης εργάστηκε στο Μόναχο, την Βιέννη και την Τεργέστη. Το 1883 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Σε αυτό συνετέλεσε και η πίεση της γυναίκας του "η οποία δεν άντεχε τον κρύο χειμώνα του Μονάχου". Όμως, ο κουμπάρος του Νικόλαος Γύζης τον απέτρεψε από το να γυρίσει στήν Αθήνα, γιατί "εκεί οι πίνακες ζωγραφικής πωλούνται εξευτελιστικώς εις τον Κήπο των Τιτάνων". Από την ίδια χρονιά και μέχρι το 1903 δίδαξε στην Σχολή των Ωραίων Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) της Αθήνας, αρχικά το μάθημα της Στοιχειώδους Γραφής και αργότερα το μάθημα της Αγαλματογραφίας. Στο μεταξύ, λόγω τόσο της πολυμελούς οικογένειάς του όσο και των χαμηλών τιμών πωλήσεως των πινάκων του, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του φτωχός. Είναι χαρακτηριστικό, ότι λόγω της πενίας αντέστρεψε το σύνηθες, και αντί να αγοράζουν τους πίνακές του και μετά οι πελάτες να πηγαίνουν στον κορνιζά, αυτός συνεργάσθηκε με τον κορνιζά Λούτσο στον Πειραιά, και ζωγράφιζε πίνακες που να ταιριάζουν σε μέγεθος με τις ξυλόγλυπτες κορνίζες του. Ταλαιπωρημένος από μια κήλη, τελικά πέθανε στον Πειραιά το 1907, ενώ "στην κηδεία του παρευρέθησαν μόνο 5-6 άτομα".

Έργο

Η θάλασσα, τα πλοία και τα λιμάνια ήταν η μόνιμη πηγή έμπνευσης του Βολανάκη. Μαζί με τον Θεόδωρο Βρυζάκη, τον Νικηφόρο Λύτρα, τον Νικόλαο Γύζη και τον Γεώργιο Ιακωβίδη, θεωρείται ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού, της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου». Ωστόσο τα ιδιαιτέρως φωτεινά έργα του — όπως π.χ. το γνωστό Πανηγύρι του Μονάχου — δείχνουν κάποιες ιμπρεσιονιστικές τάσεις. Οι θαλασσογραφίες του κοσμούν τις επισημότερες αίθουσες της Αυστρίας και της Ελλάδας, ακόμη και του σταθμού του μετρό στον Πειραιά, ενώ κάποιοι άλλοι πίνακές του πωλήθηκαν σε διεθνείς δημοπρασίες για εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ.

Σύμφωνα με την επίσημη γραμμή της Ακαδημίας Μονάχου, τότε που σπούδαζε ο Βολανάκης, οι καθηγητές συνιστούσαν "αποφυγή της τοπιογραφίας, γιατί αποτελεί την παρακμή της ζωγραφικής" και συνιστούσαν ενασχόληση με την προσωπογραφία. Φαίνεται ότι ο Βολανάκης δεν είχε ταλέντο στην προσωπογραφία, όπως ο Γεώργιος Ιακωβίδης, ή ο Νικόλαος Γύζης. Έτσι προσπέρασε αυτή την απαγόρευση ενασχολούμενος με το αγαπημένο του θέμα, τη θαλασσογραφία. Το ταλέντο του αναγνωρίσθηκε νωρίς, αλλά στάθηκε τυχερός ύστερα από ένα ιστορικό γεγονός. Το 1866 έλαβε χώρα στην Αδριατική θάλασσα, κοντά στις Δαλματικές ακτές, η Ναυμαχία της Λίσσας μεταξύ των στόλων της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και της Ιταλίας. Νίκησε η Αυστρία. Ο Αυτοκράτορας τότε προκήρυξε ένα διαγωνισμό ζωγραφικής για την απεικόνιση αυτού του σημαντικού γεγονότος. Ο Βολανάκης κέρδισε το διαγωνισμό αυτό και έλαβε ως έπαθλο 1000 χρυσά φιορίνια και δωρεάν ταξίδια - κρουαζιέρες με το πολεμικό ναυτικό της Αυστρίας για 3 χρόνια. Εκμεταλλευόμενος αυτά τα ταξίδια ζωγράφισε μια δεκάδα περίπου άλλους πίνακες σχετικούς με πλοία και θάλασσα, όπως το πλοίο Kaiser κ.λπ. Σήμερα, ο πίνακας του Κ. Βολανάκη Η Ναυμαχία της Λίσσας βρίσκεται στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βουδαπέστης.

Ένα από τα διάσημα έργα του Κωνσταντίνου Βολανάκη είναι Η Πυρπόληση της Τουρκικής ναυαρχίδας, εκτελεσμένο τουλάχιστον δύο φορές (ιδιωτική συλλογή Stavros Michalarias Art, Αθήνα, και "Πυρπόληση Τουρκικής Φρεγάτας" 1882, Ναυτικό Μουσείο, Πειραιάς). Παρόμοιο είναι και το έργο του "Η Πυρπόληση του Τουρικού δικρότου, Δημοπρασία Christie's Αθήνα 1994). Το ίδιο έργο ζωγράφισε και ο Νικηφόρος Λύτρας (βρίσκεται στην Πινακοθήκη Αβέρωφ, στο Μέτσοβο Ιωαννίνων). Με μια προσεκτική ματιά στους δύο πίνακες διαπιστώνεται εύκολα η διαφορετική τεχνοτροπία των δύο ζωγράφων. Ο μεν Κ. Βολανάκης εστιάζει στο γεγονός της πυρπόλησης δίνοντας σημασία στην απεικόνιση του πλοίου που το ζώνουν οι φλόγες ενώ σαν λεπτομέρειες διακρίνονται οι Τούρκοι ναυαγοί και ελάχιστα οι πυρπολητές. Αντίθετα, ο Νικηφόρος Λύτρας έχει στο πρώτο πλάνο την ομάδα των πυρπολητών να κωπηλατούν δυνατά για να απομακρυνθούν, με όρθιο τον Κανάρη να χαιρετά χαρούμενος, ενώ στο βάθος θολά και σκοτεινά φαίνεται πυρπολημένο το πλοίο μέσα στις φλόγες ενώ οι Τούρκοι ναυτικοί προσπαθούν να κατεβούν στις βάρκες με σχοινιά. Ο Βολανάκης είναι θεματοκεντρικός, ενώ ο Λύτρας ανθρωποκεντρικός.

Διάσημο είναι το έργο του Κ. Βολανάκη Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας (βρίσκεται στο γραφείο του αρχηγού ΓΕΝ, στο Χολαργό). Αρχικά θεωρήθηκε ότι επρόκειτο για τη Ναυμαχία του Ακτίου, για αυτό και εκ παραδρομής μια φωτογραφία του πίνακα κοσμεί την αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου Πρέβεζας. Όμως η διδακτορική διατριβή του Μανώλη Βλάχου (1974) απέδειξε ότι πρόκειται για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, έργο που εκτελέστηκε επί παραγγελία του Ελληνικού κράτους, και η βασίλισσα που απεικονίζεται στην πλώρη ενός σκάφους δεν είναι η Κλεοπάτρα αλλά η βασίλισσα της Φρυγίας Αρτεμισία η οποία είχε συμμαχήσει με τον Ξέρξη.

Εμπορικές τιμές πινάκων του Κ. Βολανάκη

Σήμερα τα περισσότερα έργα του Κωνσταντίνου Βολανάκη βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές, ενώ μια μικρή μερίδα βρίσκεται στην Gallery Stavros Michalarias, στην Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου, στο Ίδρυμα Κουτλίδη και στην Πινακοθήκη Κουβουτσάκη. Ορισμένα έργα του έχουν δημιουργηθεί εις διπλούν, όπως η "Πυρπόληση της Τουρκικής φρεγάτας". Το Νοέμβριο του 2008 το έργο του «Η Αποβίβαση του Καραϊσκάκη στο Φάληρο» σημείωσε νέο ιστορικό ρεκόρ για τιμή ελληνικού πίνακα σε δημοπρασία, πλησιάζοντας το ποσό των 2 εκατομμυρίων ευρώ. Το έργο του «Αποβίβαση του Καραϊσκάκη στο Φάληρο», πουλήθηκε στη δημοπρασία του Sotheby's €1.970.855. To έργο του «Το λιμάνι του Βόλου τη νύχτα», πουλήθηκε επίσης σε δημοπρασία του Sotheby's €951.965.


De Siris

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Πάνος Φειδάκης

Πάνος Φειδάκης

Ο Πάνος Φειδάκης γεννήθηκε στο Αίγιο στις  31 Μαΐου 1956 και πέθανε στην Ανάβυσσο Αττικής στις 7 Μαΐου 2003, ήταν σημαντικός Έλληνας ζωγράφος του μέσου του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στο Αίγιο. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών από το 1976 μέχρι το 1981 με δασκάλους τους: Δημήτρη Μυταρά, Γιάννη Μόραλη και Γιώργο Μαυροΐδη. Αρχικά ξεκίνησε με μια περιορισμένη κλίμακα γαιωδών χρωμάτων και ενδιάμεσων γκρίζων τόνων, φιλοτεχνώντας πίνακες μεγάλης ευαισθησίας και λιτότητας, στους οποίους κυρίαρχο ρόλο παίζει η ένταση της γραφής. Το 1995 πλούτισε την παλέτα του με ζωηρές αποχρώσεις του κόκκινου και του πράσινου ενώ δημιούργησε και μεγάλων διαστάσεων συνθέσεις. Όμως η πίστη του στην απαλότητα της ζωγραφικής τεχνικής και στην αναγκαία αμεσότητα της εκφραστικής προσπάθειας δεν άλλαξε.

Οι πίνακές του στοχεύουν στην πειθαρχία του φωτός και του χώρου μέσα από τις καθαρά χρωματικές σχέσεις. Στον κατάλογο των πινάκων του, την 1η θέση κατέχουν οι προσωπογραφίες, τη 2η τα τοπία και την 3η όλοι οι άλλοι. Ο Φειδάκης παρουσίασε τους πίνακες που φιλοτέχνησε σε πολλές εκθέσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Εξωτερικό. Από τις αρχές του 1999, ο Αλέκος Φασιανός άρχισε να του κάνει πόλεμο νεύρων και από τότε πήρε την κάτω βόλτα. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 2003 στο Σταθμό του Μεγάρου Μουσικής του Μετρό δημιούργησε μια επιτοίχια σύνθεση, η οποία αποτελείται από διάφορα πουλιά. Μόλις το έμαθε ο Φασιανός, θύμωσε πάρα πολύ και καθώς ήθελε εκείνος να φτιάξει αυτή τη σύνθεση, τον φοβέρισε άσχημα και η κατάληξη ήταν αυτή την οποία όλοι ξέρουμε.

Στις 7 Μαΐου του 2003 έφυγε νωρίς το πρωί από το σπίτι του στη Βούλα Αττικής για άγνωστο προορισμό. Φτάνοντας στην Ανάβυσσο, έπεσε με τα ρούχα στη θάλασσα και πνίγηκε. Βρέθηκε εκεί πνιγμένος από άνδρες του Λιμενικού τρεις ημέρες αργότερα.

Η κηδεία του έγινε στο Νεκροταφείο της Βούλας το απόγευμα της Δευτέρας 12 Μαΐου 2003. Ήταν παντρεμένος από το 1982 με τη γλύπτρια Νατάσσα Ηλιοπούλου και είχαν τρία παιδιά.


De Siris

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Hergé

Georges Prosper Remi 

Ο Ζωρζ Προσπέρ Ρεμί γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1907 και πέθανε στις 3 Μαρτίου 1983, περισσότερο γνωστός με το ψευδώνυμο Ερζέ ήταν Βέλγος δημιουργός κόμικ και καλλιτέχνης. Σημαντικότερο έργο του, με μεγάλη απήχηση σε διεθνές επίπεδο, θεωρούνται οι Περιπέτειες του Τεντέν που έγραφε και εικονογραφούσε από το 1929 μέχρι το θάνατό του. Καθιέρωσε με το σχέδιό του το ύφος της λεγόμενης «καθαρής γραμμής» (γαλλ. ligne claire), το οποίο επηρέασε αρκετούς ακόμα δημιουργούς και γνώρισε μεγαλύτερη αναγνώριση κατά τη δεκαετία του 1950. Σύμφωνα με τον κατάλογο Index Translationum της UNESCO, συγκαταλέγεται στους δέκα γαλλόφωνους συγγραφείς με τις περισσότερες μεταφράσεις. Τιμήθηκε με το βραβείο Άισνερ το 2003.

Γεννημένος στο Έτερμπεεκ, στις Βρυξέλες, δημοσίευσε την πρώτη σειρά κόμικς του, με τίτλο Totor [Τοτόρ], στο μηνιαίο προσκοπικό περιοδικό Le Boy-Scout Belge. Το πρώτο τεύχος των περιπετειών του πιο πετυχημένου ήρωά του, Τεντέν, κυκλοφόρησε στις 10 Ιανουαρίου του 1929, στις σελίδες του ένθετου περιοδικού Le Petit Vingtième. Άλλες δημιουργίες του περιλαμβάνουν τις σειρές κόμικς Quick & Flupke και Jo, Zette et Jocko.

Ο αστεροειδής 1652 Ερζέ ονομάστηκε προς τιμή του.

Ο αστεροειδής 1683 Κασταφιόρε ονομάστηκε από την χαρακτήρα Μπιάνκα Κασταφιόρε της σειράς Τεντέν


De Siris.

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Andy Warhol

Άντι Γουόρχολ 

O Άντι Γουόρχολ γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου 1928 και πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου1987, ήταν Αμερικανός πολυσχιδής καλλιτέχνης, ζωγράφος, γλύπτης, κινηματογραφιστής, συγγραφέας και συλλέκτης, πρωτοπόρος του κινήματος της Ποπ Αρτ.

Βιογραφία

Γόνος μεταναστών από τη Σλοβακία που εγκαταστάθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, γεννήθηκε στο Πίτσμπουργκ της Πενσυλβάνια. Την περίοδο 1945-9 σπούδασε στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Κάρνεγκι και κατόπιν εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε αρχικά σαν σχεδιαστής παπουτσιών όπου και τον πρόσεξε ο πασίγνωστος τότε γκαλλερίστας Αλέξανδρός Ιόλας και τον προώθησε στο περιοδικό Glamour σαν εικονογράφο. Η ενασχόλησή του με τη ζωγραφική ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και αρχικά ήταν επηρεασμένη από θέματα διαφημίσεων, καθημερινά αντικείμενα και την εικονογραφία των κόμικς, δίνοντας τα πρώτα δείγματα γραφής της Ποπ Αρτ. Με πίνακες που απεικόνιζαν κουτιά σούπας της εταιρείας Κάμπελ ή μπουκάλια Κόκα Κόλα, απέκτησε μεγαλύτερη φήμη και μέχρι το 1963 παρήγαγε μαζικά τέτοιου τύπου επιτηδευμένα κοινότοπες αναπαραστάσεις καταναλωτικών προϊόντων, καθώς και προσωπογραφίες διασημοτήτων - μεταξύ αυτών και αρκετά πρόσωπα που αποτελούσαν σύμβολα της αμερικανικής ποπ κουλτούρας - σε φανταχτερά χρώματα και συχνά ως μεταξοτυπίες.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Γουόρχολ αφοσιώθηκε στον κινηματογράφο, σκηνοθετώντας ταινίες που χαρακτηρίζονταν από τη διάθεση πειραματισμού και πρόκλησης, το ερωτικό στοιχείο και ενίοτε την ασυνήθιστη διάρκειά τους. Στα πιο γνωστά έργα του ανήκουν τα The Chelsea Girls (1966), Eat (1963), My Hustler (1965) και Blue Movie (1969). Στην ταινία Empire (1964), διάρκειας οκτώ ωρών με πλάνα αποκλειστικά του Empire State Building σε πραγματικό χρόνο, ο Γουόρχολ παρουσίασε στην πιο ακραία μορφή της, τη δική του αισθητική τού βαρετού. Από το 1962 μέχρι το 1968, εργαστήριο του αποτέλεσε ένας χώρος που στο παρελθόν στέγαζε εργοστάσιο, και για αυτό ονομάστηκε Factory. Σύντομα εξελίχθηκε σε τόπο συγκέντρωσης διασημοτήτων, καλλιτεχνών, μελών της αβάν γκαρντ και αντεργκράουντ κουλτούρας, τοξικομανών, ομοφυλόφιλων, μουσικών και φιλότεχνων. Μετά από απόπειρα δολοφονίας του στο Factory από τη Βαλερί Σολάνας, στις 3 Ιουνίου του 1968, ο Γουόρχολ κράτησε αποστάσεις από τον αντισυμβατικό περίγυρό του, συναναστρεφόμενος περισσότερο με πλούσια μέλη της υψηλής κοινωνίας. Από το έργο του στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, ξεχωρίζουν οι κατά παραγγελία προσωπογραφίες που τύπωνε ως μεγεθύνσεις φωτογραφιών Polaroid, πολλές από τις οποίες αφορούσαν πολιτικές φυσιογνωμίες και διασημότητες του Χόλυγουντ. Στη δεκαετία του 1980, συνεργάστηκε με τον Φραντσέσκο Κλεμέντε και τον νεοεξπρεσιονιστή ζωγράφο Ζαν Μισέλ Μπασκιά. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε εκ νέου με τη ζωγραφική, δίνοντας μια σειρά πινάκων βασισμένων σε θρησκευτικά θέματα της αναγέννησης, όπως ο Μυστικός Δείπνος (1986).

Πέθανε το Φεβρουάριου του 1987, στην πόλη της Νέα Υόρκης, μετά από επιπλοκές κατά τη διάρκεια επέμβασης αφαίρεσης της χολής του. Ο Γουόρχολ υπήρξε συστηματικός συλλέκτης έργων, κυρίως κοσμημάτων, διακοσμητικής και λαϊκής τέχνης, τα οποία δημοπρατήθηκαν μετά το θάνατό του. Το Μουσείο Άντι Γουόρχολ, με πλούσια συλλογή έργων του, εγκαινιάστηκε το 1994 στο Πίτσμπουργκ.

Συγγραφικό έργο

Andy Warhol’s Index (New York, 1967)
A: A Novel (New York, 1968)
The Philosophy of Andy Warhol (From A to B and Back Again) (1975)
Andy Warhol’s Exposures (1979)
POPism: The Warhol ’60s (1983)
America (1985)
The Andy Warhol Diaries (1989)


De Siris

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Camille Pissarro

Καμίλ Πισαρό  

O Καμίλ Πισαρό ή Πισάρο γεννήθηκε στον  Άγιο Θωμά (Αμερικανικές Παρθένοι Νήσοι) στις 10 Ιουλίου 1830 και πέθανε στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου 1903, ήταν Γάλλος ζωγράφος, με συμμετοχή στο κίνημα του ιμπρεσιονισμού. Χαρακτηρίστηκε ως «πατριάρχης του ιμπρεσσιονισμού», λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ύφους του, αλλά και κυριολεκτικά, διότι ήταν ηλικιακά ο γηραιότερός τους. Έχει επίσης χαρακτηριστεί ως ο «ζωγράφος της γης» καθώς μέσα από το έργο του, εξιστόρησε — με το δικό του τρόπο — την ζωή των αγρών, τα οργωμένα χωράφια, τα τοπία, τα ζωντανά, τους ανθρώπους και τους κόπους τους, το χωριό που κοιμάται και την πόλη που σφύζει από ζωή.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου του 1830, στην αποικία του Αγίου Θωμά, στις Γαλλικές Αντίλλες κι έλαβε τις βασικές σπουδές του εκεί. Σε ηλικία δώδεκα ετών, τον έστειλαν να τις συνεχίσει στη Γαλλία όπου γράφτηκε στο Κολέγιο Πασί, κοντά στο Παρίσι. Επέστρεψε στον Άγιο Θωμά, στα δεκαεπτά του χρόνια, για να εργαστεί μαζί με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν έμπορος και ιδιοκτήτης μεγάλης αποθήκης στο λιμάνι Καρολίνα-Μαρία. Αν και είχε πολύ καλές αποδοχές, πάντα αναζητούσε ελεύθερο χρόνο για να ζωγραφίζει, όπως έκανε και στο σχολείο, παραμελώντας τα μαθήματά του.

Το 1852, ο Πισαρό εκμεταλλεύτηκε την παρουσία του ζωγράφου Φριτζ Μέλμπυ (Fritz Melbye) στον Άγιο Θωμά, για να ταξιδέψει μαζί του στο Καράκας. Ο πατέρας του, παρά την επιθυμία του να ακολουθήσει ο γιος του την επιχείρησή του και την αντίθεσή του στην ενασχόλησή του με την ζωγραφική, ενίσχυσε οικονομικά το ταξίδι. Ο Πισαρό επέστρεψε στο Παρίσι το 1855, όπου μαθήτευσε στο πλευρό του Ζαν-Μπατίστ Καμίλ Κορό (Jean-Baptiste Camille Corot), ενός τοπιογράφου που τον προέτρεψε να εγκαταλείψει τα ατελιέ και τους κλειστούς χώρους, να ξεχάσει ό,τι ήξερε ή είχε ακούσει μέχρι τότε και να ζωγραφίσει σε ανοιχτούς χώρους. Παράλληλα, ο Πισαρό ήρθε σε επαφή με σημαντικούς καλλιτέχνες της εποχής, όπως τον Ντελακρουά.

Το 1859 συμμετείχε στο Σαλόν του Παρισιού με ένα πίνακα, ενώ τις δύο επόμενες χρονιές τα έργα του απορρίφθηκαν. Το 1861 παντρεύτηκε και δύο χρόνια αργότερα, έγινε δεκτός στο Σαλόν των Απορριφθέντων με τρία έργα του. Την ίδια χρονιά γεννήθηκε ο γιος του, Λουσιέν. Τις δύο επόμενες χρονιές, έγινε ξανά δεκτός στο Σαλόν, βρίσκοντας θετική ανταπόκριση από τους τεχνοκριτικούς. Εν τω μεταξύ, από το 1864 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους Ρενουάρ, Κλωντ Μονέ, Σισλέ, Μπαζίλ και λίγο αργότερα και με τον Εντουάρ Μανέ. Το 1866 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Ποντουάζ, ένα χωριό στην επαρχία Βεξέν. Ο Ζολά επαίνεσε τα έργα του στο Σαλόν της ίδιας χρονιάς, και ιδιαίτερα τις Όχθες του Μάρνη.

Πέρασε δύσκολα χρόνια μέχρι το 1869, καθώς — παρά τις καλές κριτικές — τα έργα του δεν πωλούνταν εύκολα. Την ίδια περίοδο, εγκαταστάθηκε στη Λουβσιέν, στηριζόμενος οικονομικά κυρίως στη γενναιοδωρία των φίλων του. Παρά τις οικονομικές του δυσχέρειες, τα έργα του εκείνης της περιόδου, χαρακτηρίζονται ως πιο ήρεμα, πιο γλυκά και πιο ήπια. Με το ξέσπασμα του Γαλλο-Πρωσσικού Πολέμου κατέφυγε οικογενειακώς στην Αγγλία, στο Σάρεϋ, όπου ζούσε η μητέρα του. Η αγγλική ύπαιθρος, με τα χρώματα και τα τοπία της, επέδρασε πάνω του όπως και οι πίνακες των Κόνσταμπλ και Τέρνερ, που του δίδαξαν πώς να επεξεργάζεται τον φωτισμό.

Το 1871 επέστρεψε στο Ποντουάζ της Γαλλίας, όπου ήρθε σε επαφή με τον Σεζάν. Τα επόμενα χρόνια, άντλησε έμπνευση από τα χρώματα και τα τοπία της κοιλάδας Ουάζ, ενώ παράλληλα συσπειρωνόταν όλο και περισσότερο η ομάδα των ιμπρεσιονιστών. Το 1874 πέθανε η μοναδική του κόρη Ζαν-Ρασέλ, ενώ την ίδια χρονιά, ο ίδιος σημειώνει αποτυχία στην έκθεση που διοργανώνει για όλους τους ιμπρεσιονιστές.

Μετά το 1875, θεωρείται πως άρχισε να γίνεται αντιληπτό το μήνυμα που προσπαθούσε να μεταδώσει μέσα από το έργο του. Επέστρεψε στο Ποντουάζ το 1882 και συμμετείχε σε όλες τις ιμπρεσιονιστικές εκθέσεις — συνολικά εννέα — μέχρι και το 1886. Το 1890 εγκαταστάθηκε στο Ερανί-Μπαζενκούρ λόγω κλονισμένης υγείας. Μέχρι και το 1900 ταξίδευσε πολύ στην Αγγλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία καθώς επίσης και στη Ρουέν και το Παρίσι. Τα τελευταία έργα του θεωρούνται πιο πλούσια και φωτεινά.

Ο Πισαρό πέθανε στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου (ή κατά άλλους στις 12 Νοεμβρίου) του 1903, σε ηλικία 73 ετών, και ενώ είχε αρχίσει να αναγνωρίζεται το σύνολο του έργου του.


De Siris

Vittorio de Sica

Βιττόριο ντε Σίκα 

Ο Βιττόριο ντε Σίκα γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 1901 και πέθανε στις 13 Νοεμβρίου 1974, ήταν Ιταλός κινηματογραφικός σκηνοθέτης και ηθοποιός. Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του ιταλικού νεορεαλισμού.

Ο Βιτόριο ντε Σίκα γεννήθηκε το 1901 στο Σόρα (Sora) της επαρχίας Φροζινόνε του Λατίου. Γιος Ιταλού επιχειρηματία αρχικά ξεκίνησε σπουδές για σταδιοδρομία τραπεζικού πλην όμως οικονομική ανάγκη τον υποχρέωσε το 1923 να συμμετάσχει ως μέλος σε θεατρικό θίασο όπου και ακολούθησε το επάγγελμα του ηθοποιού. Το 1926, παράλληλα με την ενασχόληση του με το θέατρο, στράφηκε προς τον κινηματογράφο. Πρώτος του ρόλος στον κινηματογράφο, που τον καθιέρωσε και ως κινηματογραφικό αστέρι ήταν στην ταινία Οι άντρες, τι παλιάνθρωποι! (1932) σε σκηνοθεσία του Μάριο Κομερίνι. Η δε πρώτη του ταινία ως σκηνοθέτης ήταν το Δυο ντουζίνες κόκκινα τριαντάφυλλα (1940).

Οι επόμενες ταινίες του, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως Λούστρο Παπουτσιών (Sciuscia, 1946), Κλέφτης ποδηλάτων (Ladri Di Biciclette, 1948), Θαύμα στο Μιλάνο (Miracolo A Milano, 1951), Ό,τι μου αρνήθηκαν οι άνθρωποι (Umberto D., 1952) θεωρούνται κορυφαία έργα του νεορεαλισμού, καθώς εκφράζουν με πόνο και ανθρωπιά τη δραματική κοινωνική κατάσταση της μεταπολεμικής Ιταλίας (εγκαταλειμμένα παιδιά, άνεργοι, άστεγοι). Με την ταινία Η Ατιμασμένη (La Ciociara, 1960) βασισμένη στο μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια και με πρωταγωνίστρια τη Σοφία Λόρεν έκλεισε η νεορεαλιστική περίοδος. Έπειτα, ο Βιτόριο ντε Σίκα σκηνοθέτησε κυρίως εμπορικές ταινίες όπως: Φιλουμένα Μαρτουράνο - Γάμος α λα ιταλικά (Matrimonio All' Italiana, 1964) βασισμένη στο θεατρικό του Εντουάρντο ντι Φιλίππο Φιλουμένα Μαρτουράνο. Ακόμα δύο ταινίες του, πάντως, κέρδισαν το βραβείο Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας: Χθες, σήμερα, αύριο (Ieri, Oggi E Domani, 1963) και Ο κήπος των Φίντζι-Κοντίνι (Il Giardino Dei Finzi Contini, 1970 )που βασίζεται στο δημοφιλές μυθιστόρημα του Τζόρτζο Μπασάνι. Τελευταίες του ταινίες ήταν Το ιντερμέντσο μιας παντρεμένης (Una Breve Vacanza, 1974) και το Τελευταίο ταξίδι (Il Viaggio, 1974). Πέθανε στο Παρίσι το ίδιο έτος, 1974.

Σημειώνεται ότι η πρεμιέρα της ταινίας του "Τελευταίο ταξίδι" δόθηκε στο Παρίσι λίγο μετά τον θάνατό του.


De Siris

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Νότης Περγιάλης

Νότης Περγιάλης

Ο Νότης Περγιάλης (απαντάται και ως Νότης Περιγιάλης) του Νικολάου γεννήθηκε στα Ανώγεια Λακωνίας στις 16 Αυγούστου 1920 και πέθανε στους Άγιους Θεοδώρους Κορινθίας στις 10 Νοεμβρίου 2009, ήταν Έλληνας συγγραφέας, ηθοποιός, σκηνοθέτης και στιχουργός. Μέχρι το θάνατό του ανέβαζε θεατρικές παραστάσεις με ερασιτεχνική ομάδα στους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας.

Σπούδασε στο θεατρικό Σπουδαστήρι του Βασίλη Ρώτα. Από το 1949 εργάζεται ως ηθοποιός και συγγραφέας στο θέατρο, τον κινηματογράφο και το ραδιόφωνο. Αναδείχθηκε όμως περισσότερο ως ηθοποιός του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, ερμηνεύοντας χαρακτηριστικούς ρόλους. Έγραψε πολλά θεατρικά έργα, όπως «Το κορίτσι με το κορδελλάκι», «Χρυσό χάπι» και «Αντιγόνη της Κατοχής» (Λαϊκό θέατρο Μάνου Κατράκη 1954, 1958 και 1960 αντίστοιχα), «Μάσκες για Αγγέλους» (Θίασος Έλσας Βεργή 1959), «Τρελλό φεγγάρι» (Άρμα Θεάτρου 1965), «Αυτό το δέντρο δεν το λέγανε υπομονή» (Θίασος Χατζίσκου Νικηφοράκη 1974-5) κ.ά.

Είναι στιχουργός του πολύ διάσημου τραγουδιού Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι, τη μουσική του οποίου έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις. Επίσης στιχουργός των τραγουδιών Ο λεβέντης, Τι να την κάνω τη χαρά, Το μπλόκο της Καισαριανής, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, του τραγουδιού Γκρεμισμένα σπίτια με μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου, Νυφιάτικο τραγούδι κ.ά.

Έγραψε το σενάριο και συμμετείχε ως αφηγητής στην τηλεοπτική σειρά Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1975) (τηλεοπτική μεταφορά του ομώνυμου έργου του Νίκου Καζαντζάκη) σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη.

Συγγραφέας του βιβλίου «Όταν σηκώθηκαν τα δένδρα» (νουβέλα 1971), «Ο Ατάρ δεν πεθαίνει ποτέ» (1971), «Το κόκκινο πουλί», Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1990, 120 σ., (ISBN 960-224-232-9) κ.ά.

Επίσης των θεατρικών έργων "Η γειτονιά του Τσέχωφ" (1976) (Εθνικό Θέατρο - Νέα Σκηνή - Δεκέμβριος 1976 - Σκηνοθεσία: Ντίνος Δημόπουλος), "Μαγική πόλη" (1963) (Μουσική επιθεώρηση σε συνεργασία με τον Ιάκωβο Καμπανέλλη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη), "Άνοιξε την πόρτα" (1986) (Εθνικό Θέατρο - Νέα Σκηνή - Φεβρουάριος 1986 - Σκηνοθεσία: Νίκος Περέλης) και του ραδιοφωνικού έργου του "Το άλογο του Θανάση" (ηχογράφηση του 1954 και σκηνοθεσία Νίκου Γκάτσου όπου συμμετέχει και ως ηθοποιός). Έγραψε τα σενάρια-διασκευές και στα έργα-ραδιοφωνικά σκετς "Λάμπρος και Μαρία" (1954) (Μανώλης Σκουλούδης) και "Ο Αστραπόγιαννος" (1954) (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης), τη μουσική επένδυση των οποίων έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης. Επίσης έπαιξε και στο ραδιοφωνικό έργο του Παύλου Νιρβάνα "Μαρία η Πενταγιώτισσα" (διασκευή Μαίρης Βεάκη, σκηνοθεσία Μήτσου Λυγίζου και ηχογράφηση του 1958).

Έργα του έχουν ήδη μεταφρασθεί στην αγγλική, γαλλική, γερμανική και δανική γλώσσα.

Πρωτοεμφανίστηκε στον θίασο Λεμού (1950), στο Θέατρο "Διονύσια" στην Καλλιθέα.

Φερόταν να είχε εμπνευστεί από τον ρομαντισμό και τον συμβολισμό, καθώς και από τον Λόρκα. Αντλούσε θέματα από τη ζωή απλών ανθρώπων που περιέγραφε με ευαισθησία και ανθρωπιά.

Ήταν τακτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Διεθνούς Κέντρου Θεάτρου και του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, του οποίου και έχει βοηθήσει τη δράση.

Έχει τιμηθεί με το Χρυσό Μετάλλιο της Ιερής Πόλεως του Μεσολογγίου, το Βραβείο των Κριτικών των Εφημερίδων στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ήταν μόνιμος κάτοικος της Νέας Σμύρνης, Αθήνα.

Θεατρικός Συγγραφέας

Οκτώβριος 1954 - Απρίλιος 1955 (χειμερινή περίοδος) Θέατρο «Αίθουσα Πειραϊκού Συνδέσμου». Έναρξη «Νυφιάτικο Τραγούδι» του Ν. Περγιάλη.

Ηθοποιοί: Αδαμάντιος Λεμός, Μαίρη Γιατρά Λεμού, Κώστας Ρηγόπουλος, Σαπφώ Νοταρά, Γιώργος Λουκάκης, Νίκος Ευθυμίου, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Νάσος Κεδράκας, Τάσος Πολιτόπουλος, Σπύρος Καλογήρου, Έφη Πόλυ, Γιάννα Ολυμπίου, Εκάλη Σώκου, Μαρίκα Ανθοπούλου, Λόλα Φιλιππίδου, Θοδωρής Τριανταφυλλίδης, Ίντα Χρηστινάκη, Σπύρος Παπαφραντζής, Λάμπρος Κοτσίρης, Κώστας. Κορασίδης, Καίτη Χρονοπούλου, Χρήστος Αναστασιάδης, Θάνος Αρώνης, Λία Σαμιωτάκη, Χ. Νάζος, Χριστίνα Καράλη, Μίρκα Ραΐζη, Κ. Αθανασίου, Μ. Αθανασίου, Ουρανία Ιωάννου.

10 Μαρτίου 1957, η πρώτη παράσταση του «Θιάσου Λεμού» στην Νέα Υόρκη με τίτλο «Lemos Theater”, στη Νέα Υόρκη με το ποιητικό δράμα «Το Νυφιάτικο Τραγούδι» του Νότη Περγιάλη στο Πανεπιστημιακό Θέατρο «Hunter College», που επαναλήφθηκε στις 31 Μαρτίου στο «Barbizon Plaza Theater».

Ηθοποιοί: Αδαμάντιος Λεμός, Μαίρη Γιατρά-Λεμού, Βαγγέλης Κατσιλέρος, Ρίκα Διαλυνά, Λευκή Φλωρεντινού, Θανάσης Καράς, Ελένη Κιάμος, Σοφία Κώστα, Μαίρη Αγγελοπούλου, Γιάννης Παπακώστας, Λευτέρης Σακελλαρίδης.

Κινηματογράφος

Συμμετείχε στις ταινίες:

Το κλειδί της ευτυχίας (1953) .... Γιαννάκης (σε σκηνοθεσία Θανάση Μεριτζή)
Το κορίτσι με τα μαύρα (1956) .... Αντώνης (σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη)
Το ταξίδι (1962) (σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου)
Ηλέκτρα (1962) .... χωρικός-σύζυγος της Ηλέκτρας (σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη, υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας 1962)
Τα κόκκινα φανάρια (1963) (σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη)
Οι καθώς πρέπει (1963) .... Καλογρίδης (σε σκηνοθεσία Γιώργου Δυζηκιρίκη)
Το χώμα βάφτηκε κόκκινο (1964) .... Μαρίνος Αντύπας (σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη, υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας 1965)
Οι νέοι θέλουν να ζήσουν (1965) (σε σκηνοθεσία Νίκου Τζήμα)
Οι εχθροί (1965) (σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου)
Εκείνος κι εκείνη (1967) (σε σκηνοθεσία Ερρίκου Ανδρέου)
Καταραμένη αγάπη (1968) .... Παντελής (σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Κωστελέτου)
Η νεράιδα και το παλικάρι (1969) .... παπάς (σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου)
Η δασκάλα με τα χρυσά μαλλιά (1969) (σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου)
Αγάπη για πάντα (1969) (σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη)
Σ' αγαπώ (1971) (σε σκηνοθεσία Τάκη Βουγιουκλάκη)
Η κόρη του ήλιου (1971) (σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου)
Ο βάλτος (1973) .... φαροφύλακας (σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου)
Στον αστερισμό της Παρθένου (1973) .... παππούς (σε σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη)
Οι βάσεις και η Βασούλα (1975) .... πατέρας Βασούλας (σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου)
Τρελός και πάσης Ελλάδος (1983) (σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου)
Επίσης συμμετείχε στο σενάριο της ταινίας "Το ποτάμι" (1960) (σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου) και έγραψε το σενάριο της ταινίας "Αγιούπα" (1957) (σκηνοθεσία Gregg C. Tallas).


De Siris

Dino De Laurentiis

Ντίνο ντε Λαουρέντις 

Ο Ντίνο ντε Λαουρέντις, γεννήθηκε το 1938 και πέθανε στις 10 Νοεμβρίου 2010, ήταν Ιταλός σκηνοθέτης.

Γεννήθηκε στην Ιταλία και εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκαεπτά του χρόνια. Όνειρό του ήταν να γίνει σκηνοθέτης. Το 1938 έπαιξε ως ηθοποιός στον κινηματογράφο, και αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του συμμετέχοντας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε να εργάζεται ως παραγωγός. Η πρώτη του επιτυχία ήταν το 1949.

Τιμήθηκε πέντε φορές με το βραβείο του Ντονατέλο. Τιμήθηκε επίσης με το διεθνές βραβείο της Βενετίας το 2000 για την εργογραφία του. Τιμήθηκε με το Όσκαρ στην κατηγορία του παραγωγού στο «Λα Στράντα (La Strada, 1954)» του Φελλίνι.

Πέθανε στις 10 Νοεμβρίου 2010.


De Siris

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Μανώλης Καστρινός

Μανώλης Καστρινός

Ο Μανώλης Καστρινός, πραγματικό όνομα Μανώλη Παπάζογλου γεννήθηκε στο Ηράκλειο τον Σεπτέμβριο του 1917 και πέθανε στις 3 Νοεμβρίου 1979, υπήρξε σπουδαίος Έλληνας χορευτής και χορογράφος.

Βιογραφικά στοιχεία

Σταδιοδρομία ως χορευτής

Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το Σεπτέμβριο του 1917 και ήταν γιος του Σοφοκλή Παπάζογλου. Σπούδασε δραματική τέχνη στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (1935), χορό στις Σχολές Γριμάνη -Ζουρούδη, Μοριάνωφ (1936-194]) και στη συνέχεια μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι στις σχολές μπαλέτου "Olga Preobrajenska", "Antonio Alcaraz" (φλαμέγκο), "Bergère" (μοντέρνο χορό) και στην Σχολή "Myrio et Decha" (αισθητικό χορό).

Πρωτοεμφανίστηκε στο Εθνικό Θέατρο σε κωμωδίες του Μολιέρου το 1935 και από το 1937 άρχισε τις εμφανίσεις του στο ελεύθερο μουσικό θέατρο. Το 1943 ο Μανώλης Καστρινός ήταν εκείνος που πρώτος δημιούργησε και λανσάρισε το πρώτο χορευτικό ζευγάρι "Πας ντε Ντε" ("Pas de deux") σε βάση ελληνικών λαϊκών χορών και ελληνικών κουστουμιών όπως στα έργα "Το Ειδύλλιο στη βρύση", "Βουκολικό", "Ελληνική ραψωδία" και "Κρητικά πατήματα".

Το 1945, ερμήνευσε στην Εθνική Λυρική Σκηνή τον επώνυμο ρόλο, στο χορόδραμα του Πετρίδη, "Πραματευτής". Το 1946, εμφανίστηκε στο Παρίσι, ως πρώτος χορευτής στα μπαλέτα "Folie Bergères" και "Kirsta". Από το 1949, άρχισε να χορεύει, με μόνιμη πλέον παρτεναίρ, τη Χρυσούλα Ζώκα.

Σταδιοδρομία ως χορογράφος

Μεγάλες χορογραφικές συνθέσεις του υπήρξαν: "Θησεύς και Αριάδνη", "Απολλώνιος Μελωδία", "Εύθυμη Χήρα", "Μπατερφλάυ", και άλλες εκτελέσεις. Επίσης υπήρξε χορογράφος πολλών έργων πρόζας μεταξύ των οποίων ο "Πύργος" του Κάφκα, "Όμηρος" του Μπήαν, "Οδός Ονείρων" του Μάνου Χατζιδάκι, "Όπερα της πεντάρας" του Μπρεχτ, "Λευκές Νύχτες" του Ντοστογιέφσκυ, κ.α. Επίσης συνεργάσθηκε με το Ελληνικό Χορόδραμα σε έργα Προκόφιεφ και Μπάρτοκ, χορογράφησε τον "Κρητικό χορό" του Μίκη Θεοδωράκη για τα Σοβιετικά μπαλέτα του Ναυτικού στο "Βεάκειο" πρώην "Σκυλίτσειο" στον Πειραιά κ.ά.

Ο Μανώλης Καστρινός είχε επίσης αναλάβει την καλλιτεχνική οργάνωση της έναρξης και λήξης των Πανευρωπαϊκών αγώνων, και της υποδοχής της ολυμπιακής φλόγας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου και για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ. Ίδρυσε τον "Πειραματικό Όμιλο Χορού Μ. Καστρινός" καθώς και το πολιτιστικό σωματείο "Φίλοι Πειραματικού Ομίλου Χορού" (1966). Μιλούσε επίσης γαλλικά και ήταν μόνιμος κάτοικος Χολαργού. Πέθανε το 1979.

Διακρίσεις

Δίδαξε χορό και κινησιολογία σε θεατρικές σχολές (1959-1973). Το 1970, τιμήθηκε με αργυρό μετάλλιο και δίπλωμα για την "Απολλώνια Μελωδία", το 1972 του προσφέρθηκε το κλειδί της πόλης του Μέικον. Επίσης έλαβε δίπλωμα "τιμής ένεκεν" από τον Σύλλογο Ελλήνων Λογοτεχνών (1976) καθώς και τιμητικά διπλώματα από την Ελληνική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων και την Επιτροπή Μόντρεαλ, το ίδιο έτος (1976).


De Siris

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος

Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, γεννήθηκε στην Αθήνα  το 1867 και πέθανε την 1η Νοεμβρίου 1911, υπήρξε λογοτέχνης, καθηγητής Πανεπιστημίου, μεταφραστής και θεατρικός σκηνοθέτης, μεγάλος ανανεωτής του ελληνικού θεάτρου. Έχει τιμηθεί με τον τίτλο του Βαρώνου και Ιππότη του τάγματος του Αγίου Ιωσήφ.

Βιογραφικά στοιχεία

Γιος του Αναστασίου Χρηστομάνου, καθηγητή της Χημείας (και αργότερα πρύτανη) του Πανεπιστημίου Αθηνών και της κόρης του αυλικού Βαυαρού γιατρού Λίντερμάγιερ, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1867. Σε ηλικία τεσσάρων περίπου ετών είχε ένα σοβαρό ατύχημα από πτώση που τραυμάτισε τη σπονδυλική του στήλη -και τον ψυχισμό του- και του προκάλεσε κύφωση.

Τα χρόνια της Βιέννης

Ξεκίνησε σπουδές ιατρικής που όμως άφησε στη μέση (1887) για να στραφεί στη φιλολογία και τη φιλοσοφία. Έτσι βρέθηκε το 1888 στη Βιέννη, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του -το 1891 αναγορεύτηκε διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ- και είχε την ευκαιρία να διευρύνει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Εκεί το Μάιο του 1891 ζητήθηκε αρχικά από τον αδελφό του και -κατόπιν της άρνησης του- από τον ίδιο το Χρηστομάνο να διδάξει ελληνικά στην Ελισάβετ της Βαυαρίας, περισσότερο γνωστή και ως πριγκίπισσα Σίσσυ. Τα αποσπασματικά τρία χρόνια (1891-1893), που πέρασε κοντά της ο Χρηστομάνος ως δάσκαλος αλλά και συνοδός της ακόμα και σε σύντομο ταξίδι στο αυτοκρατορικό ανάκτορο της Κέρκυρας), θα τον σημαδέψουν βαθιά και θα τον ωθήσουν να διαμορφώσει λατρεία στο πρόσωπο της Σίσσυ.

Μετά από επίσκεψη στο Βατικανό (1892) και μελέτη του καθολικού δόγματος, ασπάσθηκε τον καθολικισμό και αποφάσισε να μονάσει για ένα διάστημα 5 μηνών στο Μόντε Κασσίνο (Νοέμβριος 1892-Μάρτιος 1893). Επιστρέφει στη Βιέννη το 1895, όπου θα διοριστεί αρχικά λέκτορας και στη συνέχεια καθηγητής του Ινστιτούτου Ανατολικών Γλωσσών. Κατά την παραμονή του στη Βιέννη ο Χρηστομάνος είχε την ευκαιρία να συναναστραφεί με τους σημαντικότερους λογοτεχνικούς κύκλους (και ιδιαίτερα με την ομάδα του περιοδικού Wiener Rundschau) και να έρθει σε επαφή με τα κυρίαρχα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής. Επηρεασμένος από το συμβολισμό, συγγράφει το ποιητικό έργο Orphische Lieder (Ορφικά Τραγούδια) και το ονειρόδράμα Die graue Frau (Η σταχτιά γυναίκα).

Το 1898, λίγο μετά τη δολοφονία της αυτοκράτειρας, αποφάσισε να δημοσιεύσει ένα βιβλίο αφιερωμένο σ’ αυτήν, το «Tagebucher» («Φύλλα ημερολογίου»), το οποίο όμως προκαλέσε την έντονη δυσαρέσκεια των Ανακτόρων που, χαρακτηρίζοντας τον ως ανεπιθύμητο, τον υποχρεώνουν να παραιτηθεί από το Πανεπιστήμιο και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Πράγματι, το Νοέμβριο του 1901 - και κατόπιν μικρής περιήγησης στη Γαλλία και στην Ιταλία - ο Χρηστομάνος επανέρχεται στην ελληνική πρωτεύουσα.

Η επιστροφή στην Αθήνα και η Νέα Σκηνή

Στην Αθήνα θα γίνει ιδρυτής του θιάσου Νέα Σκηνή και θα επηρεάσει βαθιά την εξέλιξη του νεοελληνικού θεάτρου εισάγοντας για πρώτη φορά την έννοια του σκηνοθέτη (παράλληλα με τον Θωμά Οικονόμου του Βασιλικού Θεάτρου), ανανεώνοντας το ρεπερτόριο της εποχής και συνεισφέροντας σε πιο σύγχρονες τεχνικές υποκριτικής. Αναφέρεται μάλιστα ότι το πρακτικό της ίδρυσης της Νέας Σκηνής διαβάστηκε από τον ίδιο στο Θέατρο του Διονύσου την 27η Φεβρουαρίου του 1901 μπροστά σε επιφανείς λογοτέχνες -μεταξύ των οποίων διακρίνουμε τους Κωστή Παλαμά, Παύλο Νιρβάνα και Γρηγόριο Ξενόπουλο- που το προσυπέγραψαν.

Η Νέα σκηνή θα αποτελέσει εφαλτήριο για μία νέα γενιά ηθοποιών (Μήτσος Μυράτ, Τηλέμαχος Λεπενιώτης, Άγγελος Χρυσσομάλλης, Θεώνη Δρακοπούλου -ακόμα και ο ποιητής Αγγελος Σικελιανός με την αδελφή του Ελένη Πασαγιάννη) με πρωταγωνίστρια τη μεγάλη Κυβέλη, που θα αποτελέσει τη νέα μούσα του Χρηστομάνου. Το ρεπερτόριό του περιλαμβάνει ‘Ιψεν, Τολστόι, Τουργκένιεφ, Ανρί Μπεκ (τους οποίους μεταφράζει ο ίδιος) τους έλληνες Κορομηλά, Άννινο, Καμπύση, Ξενόπουλο κ.α. Επίσης μεταφράζει και παρουσιάζει για πρώτη φορά τους αρχαίους τραγικούς στη δημοτική (Άλκηστις, Αντιγόνη). Η Νέα Σκηνή, ενώ καλλιτεχνικά θα αποτελέσει σημείο αναφοράς του νεοελληνικού θεάτρου, θα καταστρέψει οικονομικά το Χρηστομάνο και θα κλείσει το φθινόπωρο του 1905.

Τελευταία χρόνια

Το 1908 μεταφράζει το «Tagebucher» στα ελληνικά ως «Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισσάβετ, σελίδες ημερολογίου» και αποστέλλει σε συνέχειες στην εφημερίδα «Πατρίς» το ρεαλιστικό ηθογράφημα της Αθηναϊκής κοινωνίας «Η κερένια κούκλα». Το 1909 εκδίδει το θεατρικό έργο «Τα τρία φιλιά» (Τραγική σονάτα σε τρία μέρη), το οποίο παρουσιάζεται χωρίς επιτυχία από το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Πεθαίνει στην Αθήνα το 1911.

Απήχηση

Ο βίος του Χρηστομάνου αντιμετωπίζεται συχνά σαν μία ακόμα δοξαστική λεπτομέρεια του μύθου της αυτοκράτειρας Ελισάβετ και περιβάλλεται από το ρομαντικό παραμύθι, όπου ο ευγενής και χτυπημένος από τη μοίρα καμπούρης ερωτεύεται παθιασμένα αλλά πλατωνικά την απρόσιτη βασίλισσά του.

Στην πραγματικότητα ο Χρηστομάνος υπήρξε ο πρώτος Έλληνας που είχε ευρωπαϊκή εκδοτική επιτυχία (με το πολυμεταφρασμένο "Tagebucher"), ενώ θεωρείται ο κατεξοχήν πρωτεργάτης του νεοελληνικού θεάτρου. Η προσπάθεια που έκανε με τη Νέα Σκηνή μνημονεύεται μέχρι τις μέρες μας ως η εκσυγχρονιστική στροφή του θεάτρου μας και η βάση της θεατρικής παιδείας του τόπου. Η γενικότερη συνεισφορά του στο ελληνικό θέατρο παραμένει ανεκτίμητη.

Το μυθιστόρημά του "Κερένια κούκλα" θα γίνει θεατρικό έργο από τον Παντελή Χόρν, ταινία από τον Μιχ. Γλητσό (η πρώτη μεταφορά ελληνικού λογοτεχνικού έργου στον κινηματογράφο με πρωταγωνίστρια τη Βιργινία Διαμάντη, το 1916) και αργότερα σειρά στην ελληνική τηλεόραση. Το 1987 τη Κερένια κούκλαδιασκεύασε τηλεοπτικά ο συγγραφέας Γιάννης Κανδήλας και παρουσιάστηκε στη ΕΤ-2..

Η προσωπικότητα του Χρηστομάνου και το έργο του συνεχίζουν να προκαλούν ακόμα και σήμερα το ενδιαφέρον λογοτεχνών και ανθρώπων του θεάτρου.

Έργο

Πεζογραφήματα

Το βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισσάβετ, Αθήνα, 1908.
Η Κερένια κούκλα, Αθηναϊκό μυθιστόρημα. Αθήνα, Φέξης, 1911.

Θέατρο

Die graue Frau, Βιέννη, 1898.
Τα τρία φιλιά· Τραγική σονάτα σε τρία μέρη. Αθήνα, εκδ.Πανός, 1909.
Η Σταχτυά γυναίκα, Αθήνα, χ.χ.
Ο κοντορεβυθούλης, Αθήνα, 1909.

Ποίηση

Orphische Lieder, Βιέννη, 1899.

Μελέτες

Γενεαλογικά μελετήματα Α΄, Το γένος Λίμποβα. Αθήνα, 1897.


De Siris

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Ang Lee

Ανγκ Λι 

O Ανγκ Λι είναι ένας βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης από την Ταϊβάν. Γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1954.

Σύνοψη Καριέρας

Πολλές από τις ταινίες του Ανγκ Λι έχουν επικεντρωθεί στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ της παράδοσης και του μοντέρνου. Κάποιες από τις ταινίες του έχουν έναν κωμικό τόνο που αντιπαρατίθεται με τον τραγικό ρεαλισμό που χαρακτηρίζει τις ταινίες του. Οι ταινίες του Λι ασχολούνται επίσης με κρυφά μυστικά και εσωτερικά βάσανα που βγαίνουν στην επιφάνεια, όπως στις ταινίες του "Το Γαμήλιο Πάρτυ" (1993) και "Το μυστικό του Brokeback Mountain" (2005) που αναφέρονται στο θέμα της ομοφυλοφιλίας, με τις πολεμικές τέχνες, όπως η ταινία "Τίγρης και Δράκος" (2000) και μεταφορές κόμιξ όπως το "Hulk" (2003).

Η ταινία του Λι "Το μυστικό του Brokeback Mountain" (2005) κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και ονομάστηκε καλύτερη ταινία της χρονιάς από τους κριτικούς του Λος Άντζελες, του Λονδίνου, της Νέας Υόρκης και της Βοστόνης, ενώ ο ίδιος βραβεύτηκε με Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Το 2007, άλλη μια ταινία του Λι κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, η ταινία Προσοχή, Πόθος, κάνοντας τον Λι τον δεύτερο σκηνοθέτη που έχει κερδίσει το εν λόγω βραβείο δύο φορές. Το 2012 γύρισε την ταινία "Η Ζωή του Πι" (The Life of Pi) και έλαβε και δεύτερο Όσκαρ Σκηνοθεσίας.

Ταινίες

Σκηνοθέτης

Μαθήματα Ισορροπίας (1992)
Το Γαμήλιο Πάρτυ (1993)
Φαΐ, ποτό, αρσενικό, θηλυκό (1994)
Λογική και Ευαισθησία (1995)
Παγοθύελλα (1997)
Καλπάζοντας με το Διάβολο (1999) 
Τίγρης και Δράκος (2000)
The Hire (2002)                      
Hulk (2002)
Το μυστικό του Brokeback Mountain (2005)
Προσοχή, Πόθος (2007)
A Little Game  (2009) 
Η Ζωή του Πι (2012)

Σεναριογράφος

Μαθήματα Ισορροπίας (1992)
Το Γαμήλιο Πάρτυ (1993)
Φαϊ, ποτό, αρσενικό, θηλυκό (1994)
Siao Yu (1995)

Ηθοποιός

Το Γαμήλιο Πάρτυ (1993)
The Hulk (2003)

Μοντάζ

Μαθήματα Ισορροπίας (1992)
Φαϊ, ποτό, αρσενικό, θηλυκό (1994)

Παραγωγός

Siao Yu (1995)
Τίγρης και Δράκος (2000)


De Siris

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Paul Cézanne

Πωλ Σεζάν 

Ο Πωλ Σεζάν γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1839 και πέθανε στις 22 Οκτωβρίου 1906, ήταν σημαντικός Γάλλος ζωγράφος. Το έργο του αντιπροσωπεύει την μετάβαση από τον ιμπρεσιονισμό στο κίνημα του κυβισμού.

Ζωή και έργο

Ο Σεζάν γεννήθηκε στην Εξ-αν-Προβάνς της Γαλλίας όπου και πέρασε τα πρώτα του μαθητικά χρόνια. Την περίοδο 1859-1861 σπούδασε νομικά ενώ παράλληλα παρακολουθούσε και μαθήματα ζωγραφικής. Παρά τις αντιδράσεις του πατέρα του, αποφάσισε να ακολουθήσει το επάγγελμα του καλλιτέχνη και για το σκοπό αυτό, το 1861 επισκέφτηκε το Παρίσι μαζί με τον συγγραφέα Εμίλ Ζολά, με τον οποίο συνδεόταν φιλικά.

Κατά την παραμονή του στο Παρίσι γνωρίστηκε με τον Καμίλ Πισαρό και άλλους καλλιτέχνες που ανήκαν στο κίνημα του ιμπρεσιονισμού. Ο Σεζάν επηρεάστηκε σημαντικά από τους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους, ωστόσο πρόσθεσε και προσωπικά χαρακτηριστικά στους πίνακες του. Σύμφωνα με τον ίδιο, ήθελε να μετατρέψει τον ιμπρεσιονισμό "σε κάτι στέρεο που διαρκεί όσο και η τέχνη που εκτίθεται στα μουσεία". Η μεγαλύτερη συνεισφορά του στον ιμπρεσιονισμό θεωρείται η πρόσθεση καθαρών γεωμετρικών στοιχείων που αργότερα επηρέασαν και το κίνημα του κυβισμού.

Σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του συμμετείχε σε λίγες εκθέσεις -- μεταξύ των οποίων ανήκουν και οι κοινές εκθέσεις των ιμπρεσιονιστών -- ενώ έζησε και αρκετά απομονωμένος, στην Προβηγκία της νότιας Γαλλίας, μακριά από το Παρίσι που αποτελούσε το κέντρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας της εποχής. Τα έργα του επικεντρώνονται σε μία περιορισμένη θεματολογία και κυρίως σε θέματα νεκρής φύσης, τοπίων και προσωπογραφιών.

Η επίδρασή του σε μεταγενέστερους ζωγράφους υπήρξε πολύ μεγάλη και θεωρείται ο πατέρας της μοντέρνας τέχνης.

Πέθανε στις 22 Οκτωβρίου του 1906 από πνευμονία.


De Siris