Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Dmitri Dmitriyevich Shostakovich


Ντμίτρι Σοστακόβιτς

Ρώσος συνθέτης, από τους κορυφαίους του 20ου αιώνα. Η ζωή του σημαδεύτηκε από την αντιφατική του σχέση με το σοβιετικό καθεστώς, το οποίο δυο φορές αποκήρυξε τη μουσική του (το 1936 και το 1948), ενώ κατά καιρούς απαγόρευε έργα του. Ταυτόχρονα, υπήρξε ο δημοφιλέστερος σοβιετικός συνθέτης της γενιάς του και τιμήθηκε με πολυάριθμες διακρίσεις και κρατικά βραβεία, ενώ θήτευσε και στο Ανώτατο Σοβιέτ.

Γεννήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1906 (12 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο) στην Αγία Πετρούπολη. Ο πατέρας του ήταν πολωνικής καταγωγής και η μητέρα του απώτερης ελληνικής. Παρά την οικογενειακή μουσική παράδοση (η μητέρα του ήταν πιανίστρια), ο Ντμίτρι αρχικά δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τη μουσική. Η μητέρα του, όμως, σύντομα κατάφερε να στρέψει το ενδιαφέρον του Μίτια, όπως ήταν το χαϊδευτικό του, στο πιάνο.

Το ταλέντο του έγινε εμφανές, ήδη, από τα πρώτα μαθήματα, σε ηλικία 9 ετών και σύντομα ο Ντμίτρι έκανε τις πρώτες απόπειρες στη σύνθεση. Το 1919, έγινε δεκτός στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης, το οποίο διηύθυνε ο συνθέτης Αλεξάντερ Γκλαζούνοφ. Ο Γκλαζούνοφ παρακολουθούσε με μεγάλο ενδιαφέρον την πρόοδο του νεαρού με το σπουδαίο ταλέντο και κατά καιρούς τον υποστήριζε οικονομικά. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, απέτυχε την πρώτη φορά να περάσει τις εξετάσεις στο μάθημα της μαρξιστικής ιδεολογίας και χαρακτηρίστηκε από έλλειψη πολιτικού ζήλου.

Στις αρχές του 1923, ένα χρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του, η οικογένειά του σχεδόν καταστράφηκε οικονομικά εξ αιτίας της αστάθειας στη μετεπαναστατική περίοδο. Την ίδια περίοδο, ο Ντμίτρι προσβλήθηκε από φυματίωση, μία πάθηση που θα τον επηρέαζε στην υπόλοιπη ζωή του.

Για την αποφοίτησή του από το Ωδείο (1925) συνέθεσε την 1η Συμφωνία. Η επιτυχία του έργου ήταν μεγάλη και του προσέφερε παγκόσμια αναγνώριση, ήδη, από την ηλικία των 19 ετών. Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 12 Μαΐου 1926 από τη Φιλαρμονική του Λένινγκραντ (όπως είχε μετονομαστεί από το 1924 η Αγία Πετρούπολη), υπό τη διεύθυνση του Νικολάι Μάλκο.

Μετά την αποφοίτησή του ακολούθησε διπλή σταδιοδρομία, του κλασικού πιανίστα και συνθέτη. Οι πιανιστικές του επιδόσεις δέχθηκαν αρκετές αποδοκιμασίες, σε αντίθεση με τις συνθετικές κι έτσι μετά το 1927 αφοσιώθηκε στη σύνθεση και με την προτροπή του σπουδαίου μαέστρου Μπρούνο Βάλτερ.

Το 1927 έγραψε τη 2η Συμφωνία, έπειτα από παραγγελία για τις εκδηλώσεις εορτασμού της δέκατης επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης. Καθώς έγραφε το έργο αυτό, παράλληλα ξεκίνησε την όπερα «Η Μύτη», η οποία βασιζόταν στην ομώνυμη ιστορία του Γκόγκολ και σατίριζε τη σοβιετική γραφειοκρατία. Το 1929 η όπερα επικρίθηκε για «φορμαλισμό» από τη σοβιετική ομοσπονδία μουσικών.

Στις αρχές της δεκαετίας του '30 αφιερώθηκε στη σύνθεση της όπερας «Η λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ». Η πρώτη της εκτέλεση έγινε στις 22 Ιανουαρίου 1934 στο Λένινγκραντ και δύο μέρες μετά στη Μόσχα, γνωρίζοντας επιτυχία και κομματική αποδοχή. Γράφτηκε ότι υπήρξε «αποτέλεσμα της γενικότερης επιτυχίας του σοσιαλιστικού οικοδομήματος και της σωστής πολιτικής του Κόμματος» και ότι μια τέτοια όπερα «θα μπορούσε να έχει γραφτεί μόνο από σοβιετικό συνθέτη, μεγαλωμένο μέσα στο καλύτερο κομμάτι της παράδοσης της σοβιετικής κουλτούρας». Τα δύο επόμενα χρόνια η φήμη και η δημοτικότητα του συνθέτη αυξάνονταν και το έργο του δεχόταν επαίνους από κριτικούς και κοινό.

Το 1936 ο Σοστακόβιτς έχασε την εύνοια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Αφορμή ήταν η επίσκεψη του Στάλιν στο θέατρο όπου παρουσιαζόταν η «Λαίδη Μάκμπεθ» στις 26 Ιανουαρίου. Ο «πατερούλης» παρακολούθησε το έργο κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας, κρυμμένος από μια κουρτίνα, για την αποφυγή ενδεχόμενης απόπειρας δολοφονίας. Λέγεται, μάλιστα, ότι εγκατέλειψε το θέατρο κατά τη διάρκεια της παράστασης. Αυτό το γεγονός έμοιαζε με καταστροφή, μέσα στο κλίμα των εκκαθαρίσεων και του διαρκούς φόβου της δυσμένειας του κόμματος.

Το αν ο Στάλιν ενοχλήθηκε από τις φιλελεύθερες θέσεις της όπερας, από τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της μουσικής ή από την αυξανόμενη δημοτικότητα του Σοστακόβιτς, παραμένει αδιευκρίνιστο, όπως και φράση που αποδίδεται σ' αυτόν «Κάποιος πρέπει να τον σταματήσει». Η εκστρατεία δυσφήμισης, που ήταν υποκινούμενη από τον ίδιο τον Στάλιν, ξεκίνησε με μια σειρά επιθέσεων εναντίον του συνθέτη στην εφημερίδα «Πράβδα» και συγκεκριμένα στις 28 Ιανουαρίου με ένα άρθρο υπό τον τίτλο «Σύγχυση αντί Μουσικής, που καταδίκαζε το έργο ως φορμαλιστικό.

Οι παραστάσεις διακόπηκαν αμέσως και ο συνθέτης τους επόμενους μήνες κοιμόταν ντυμένος, με μια βαλίτσα κάτω από το κρεβάτι, για να είναι έτοιμος σε περίπτωση σύλληψής του από την αστυνομία. Επιπλέον, κυριεύθηκε από κατάθλιψη και σκέψεις αυτοκτονίας, οι οποίες εμφανίζονταν κατά διαστήματα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Οι παραγγελίες έργων άρχισαν να αραιώνουν και το εισόδημά του μειώθηκε δραματικά. Το μόνο αντιστάθμισμα στις απογοητεύσεις εκείνων των καιρών ήταν η γέννηση της κόρης του Γκαλίνα και του γιου του Μαξίμ.

Η απάντηση του Σοστακόβιτς στην απαξίωσή του ήταν η 5η Συμφωνία του 1937, η οποία συνθετικά ήταν συντηρητικότερη από τα προηγούμενα έργα του και δεν διέθετε ανοιχτά πολιτικό περιεχόμενο. Έργο επικό και με αντιστοιχίες προς την 5η Συμφωνία του Μπετόβεν, σημείωσε μεγάλη επιτυχία και παραμένει ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του. Μετά την πρεμιέρα, το έργο παρουσιαζόταν ως επιστροφή του συνθέτη στην επίσημη «γραμμή» του κόμματος.

Εκείνη την εποχή, επίσης, ο Σοστακόβιτς έγραψε και το πρώτο από τα κουαρτέτα εγχόρδων του (1935). Τα έργα «μουσικής δωματίου» τού επέτρεπαν να πειραματίζεται και να εκφράζει ιδέες, οι οποίες δεν θα γίνονταν αποδεκτές στα περισσότερο δημόσιου χαρακτήρα συμφωνικά κομμάτια του. Τον Σεπτέμβριο του 1937 άρχισε να διδάσκει σύνθεση στο Ωδείο της Μόσχας, το οποίο του παρείχε κάποια οικονομική ασφάλεια.

Με το ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γερμανίας το 1941, ο Σοστακόβιτς αρχικά παρέμεινε στο Λένινγκραντ και στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλη έγραψε τα τρία πρώτα μέρη της περίφημης 7ης Συμφωνίας του (της επονομαζόμενης «Συμφωνίας του Λένινγκραντ»).

Τον Οκτώβριο του 1941, ο συνθέτης και η οικογένειά του μεταφέρθηκαν στο Κουϊμπίσεφ (σημερινό Σαμάρα), όπου η συμφωνία ολοκληρώθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 5 Μαρτίου 1942. Η πρεμιέρα του έργου στη Μόσχα, στις 27 Μαρτίου, έγινε κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, όμως οι θεατές δεν εγκατέλειψαν τις θέσεις ούτε και έπειτα από συναγερμό αεροπορικής επιδρομής. Ο Στάλιν ήθελε να κάνει το έργο γνωστό και εκτός Σοβιετικής Ένωσης: τον Ιούνιο και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς το έργο παρουσιάστηκε στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη κι έγινε σύμβολο της ρωσικής αντίστασης, τόσο στην Ε.Σ.Σ.Δ. όσο και στη Δύση.

Την άνοιξη του 1943 ο Σοστακόβιτς μετακόμισε οικογενειακώς στη Μόσχα. Εκεί παρουσίασε την 8η Συμφωνία, ένα έργο σκοτεινό και βίαιο, που αντί να υμνεί τη νικηφόρα έκβαση του πολέμου, εκφράζει το πένθος για τις μεγάλες απώλειες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευσή της ως το 1960. Αντιθέτως, η 9η Συμφωνία (1945) είναι μια ειρωνική παρωδία, η οποία κάθε άλλο παρά ικανοποιούσε την απαίτηση προς αυτόν για έναν «ύμνο της νίκης».

Το 1948 ο Σοστακόβιτς καταγγέλθηκε και πάλι για φορμαλισμό, στο πλαίσιο του «δόγματος Ζντάνοφ». Τα περισσότερα από τα έργα του απαγορεύτηκαν, πιέστηκε να μετανοήσει δημόσια και η οικογένειά του στερήθηκε τα προνόμιά της. Σύμφωνα με μαρτυρία του φίλου του σκηνοθέτη και ηθοποιού Γιούρι Λιουμπίμοφ, «περίμενε για τη σύλληψή του κάθε βράδυ στην πόρτα του ασανσέρ, έτσι ώστε τουλάχιστον να μην αναστατωθεί η οικογένειά του». Τα επόμενα χρόνια δούλευε σε τρία επίπεδα: έγραφε κινηματογραφική μουσική για να «πληρώνει το νοίκι», έργα που στόχευαν στην εξασφάλιση «της επίσημης απενοχοποίησης και επανένταξής του» και σε σοβαρά έργα «για το συρτάρι».

Οι περιορισμοί στη μουσική και την ιδιωτική ζωή του Σοστακόβιτς χαλάρωσαν το 1949, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του σε μια αντιπροσωπεία επιφανών σοβιετικών στις Η.Π.Α. Εκείνη τη χρονιά, επίσης, έγραψε την καντάτα «Το τραγούδι των δασών», η οποία εγκωμίαζε τον Στάλιν ως «μεγάλο κηπουρό», ενώ το 1951 ορίστηκε αντιπρόσωπος στο «Ανώτατο Σοβιέτ».

Ο θάνατος του Στάλιν το 1953 αποδείχτηκε το σημαντικότερο βήμα για την επίσημη αποκατάσταση του Σοστακόβιτς, η οποία επισφραγίστηκε με τη 10η Συμφωνία του, με το άγριο και δραματικό δεύτερο μέρος της να θεωρείται ότι είναι μουσικό πορτρέτο του ίδιου του Στάλιν. Μαζί με την 5η και την 7η, αποτελεί μία από τις δημοφιλέστερες συμφωνίες του συνθέτη.

Το έτος 1960 σηματοδότησε άλλη μια κρίσιμη καμπή στη ζωή του Σοστακόβιτς: την προσχώρησή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Το γεγονός αυτό έχει ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως, είτε ως ένδειξη συμμόρφωσης και αφοσίωσης, είτε ως σημάδι δειλίας, είτε ως αποτέλεσμα πολιτικής πίεσης. Από τη μια, είναι γεγονός ότι ο κομματικός μηχανισμός, τώρα πλέον ήταν λιγότερο καταπιεστικός απ' ό,τι πριν από το θάνατο του Στάλιν. Από την άλλη, ο γιος του θυμάται τον πατέρα του να κλαίει ύστερα από το γεγονός και να λέει στη σύζυγό του Irina ότι τον είχαν εκβιάσει. Το 1962 ο Σοστακόβιτς επέστρεψε στο προσφιλές του θέμα του αντισημιτισμού, στη 13η Συμφωνία (γνωστή ως «Μπάμπι Γιάρ»), σε ποίηση Γιεβγένι Γεφτουσένκο, όπου μνημονεύει το ολοκαύτωμα των Εβραίων κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Σοστακόβιτς σε πολλούς τομείς κατατρυχόταν από εμμονές: σύμφωνα με την κόρη του ήταν «μανιακός με την καθαριότητα». Συντόνιζε όλα τα ρολόγια στο διαμέρισμα. Συχνά έστελνε κάρτες στον εαυτό του για να ελέγχει πόσο καλά λειτουργούσε η ταχυδρομική υπηρεσία. Όταν ήταν καλοδιάθετος, ο αθλητισμός ήταν η βασική του ψυχαγωγία, αν και προτιμούσε να είναι θεατής ή κριτής από το να παίζει (ήταν διαιτητής ποδοσφαίρου). Επίσης, απολάμβανε να παίζει χαρτιά, κυρίως πασιέντζα.

Από τα μέσα τις δεκαετίας του '60 αυξήθηκαν τα προβλήματα υγείας του: έπασχε από φλεγμονή του νωτιαίου μυελού, η οποία οδήγησε σε σταδιακή παράλυση του δεξιού χεριού, και το 1966 έπαθε ένα πρώτο έμφραγμα . Το 1967 έσπασε το πόδι του και από τότε κάθε χρόνο περνούσε αρκετούς μήνες στο νοσοκομείο. Στα ύστερα έργα του (κυρίως στα τελευταία κουαρτέτα και στη 14η Συμφωνία) διαφαίνεται ο προβληματισμός του για το θέμα του θανάτου.

Πέθανε στις 9 Αυγούστου 1975 από καρκίνο των πνευμόνων. Κηδεύτηκε (με πολιτική κηδεία) και τάφηκε στη Μόσχα. Η επίσημη ανακοίνωση δεν δημοσιεύτηκε στην «Πράβδα», παρά μόνο τρεις ημέρες μετά το θάνατό του, επειδή το κείμενο έπρεπε να ελεγχθεί και να γίνει αποδεκτό από τον ίδιο τον Μπρέζνιεφ.

Τα έργα του Ντμίτρι Σοστακόβιτς είναι κυρίως τονικά και ακολουθούν το ρομαντικό ιδίωμα. Έπειτα από μια αρχική περίοδο στο πνεύμα της «πρωτοπορίας» έγραψε σε ένα προσωπικό ιδίωμα, στο οποίο φαίνεται μεταξύ άλλων και η έντονη επιρροή του Μάλερ. Συνδυάζει στοιχεία ρομαντισμού (δηλαδή στοιχεία πάθους και τραγικότητας), με ατονική γραφή και με περιστασιακή χρήση στοιχείων της σειραϊκής μουσικής. Συχνά, η μουσική του περιέχει οξείες αντιθέσεις και έντονο το στοιχείο του γκροτέσκου, της ειρωνείας και του σαρκασμού.

Θεωρείται ότι τα μεγαλύτερα έργα του είναι οι 15 συμφωνίες του και τα 15 κουαρτέτα εγχόρδων. Το έργο του, επίσης, περιλαμβάνει όπερες, 6 κοντσέρτα (για πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο) και πολλή κινηματογραφική μουσική. Η μουσική του Σοστακόβιτς αποκαλύπτει την επίδραση πολλών από τους συνθέτες που θαύμαζε: τον Μπαχ, τον Μπετόβεν, τον Μάλερ και τον Μπεργκ. Από τους ρώσους συνθέτες, εκτιμούσε κυρίως τους Μουσόργκσκυ, Προκόφιεφ και Στραβίνσκι.

Από: www.sansimera.gr

De Siris

Μάρκος Μπότσαρης


Μάρκος Μπότσαρης

Ο Μάρκος Μπότσαρης γεννήθηκε το 1788 και πέθανε στις 9 Αυγούστου 1823, ήταν Σουλιώτης (Αρβανίτης) ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Δράση του Μπότσαρη

Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν ο δεύτερος γιος του Κίτσου Μπότσαρη, μιας από τις επιφανέστερες μορφές του Αγώνα. Ύστερα από την πτώση του Σουλίου, πήγε στην Κέρκυρα μαζί με άλλους Σουλιώτες όπου κατατάχτηκε ως υπαξιωματικός στο ηπειρωτικό σώμα που συγκρότησαν οι Γάλλοι. Το 1814 έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας.

Αρχικά ο Μάρκος Μπότσαρης, μαζί με τον θείο του Νότη, αγωνιζόταν στο πλευρό των σουλτανικών δυνάμεων εναντίον του τυράννου της Ηπείρου, του Αλή Πασά, επειδή είχαν πάρει την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην πατρίδα τους. Βλέποντας ότι οι Τούρκοι αθετούσαν την υπόσχεση τους, όταν ο Αλή Πασάς πολιορκήθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα στα τέλη του 1820, ο Μπότσαρης ήρθε σε συνεννόηση μαζί του και ζήτησε τον επαναπατρισμό των Σουλιωτών, με αντάλλαγμα να βοηθήσουν τον Αλή στον αγώνα εναντίον των στρατευμάτων του Σουλτάνου, πράγμα που έγινε. 

Πρώτη του επιτυχία ήταν η νίκη στους Καμψάδες και στα Πέντε Πηγάδια και η κατάληψη των φρουρίων της Ρηγιάσας και της Ρινιάσσας. Ακολούθησαν οι νικηφόρες μάχες στο Κομπότι της Άρτας (3 Ιουλίου 1821) και στην Πλάκα, που του έδωσαν τον τίτλο του αρχιστράτηγου της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Μάλιστα το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντιζηλία των άλλων οπλαρχηγών κάτι το οποίο εξόργισε τον Μπότσαρη, ο οποίος μπροστά τους έσκισε το χαρτί του διορισμού του λέγοντας: "Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα αύριο μπροστά στον Εχθρό". Αυτή η μεγαλοπρεπής πράξη του αποδεικνύει την ανιδιοτέλειά του και την αγάπη του για την πατρίδα. Επίσης έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα που κατέληξε σε καταστροφή, ενώ βρέθηκε μεταξύ των υπερασπιστών του Μεσολογγίου στην πρώτη του πολιορκία στα τέλη του 1822, όπου παρασύροντας τους Τούρκους σε πλαστές συνομιλίες έδωσε χρόνο στους πολιορκημένους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις.

Το καλοκαίρι του 1823 προσπάθησε να ανακόψει το δρόμο στα τουρκαλβανικά στρατεύματα που επέδραμαν προς την δυτική Ρούμελη. Τη νύχτα της 21ης Αυγούστου, επικεφαλής 350 Σουλιωτών, επιτέθηκε κατά των 4.000 Αλβανών του Μουσταή Πασά της Σκόδρας, που είχαν στρατοπεδεύσει στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου, στη μάχη που έμεινε γνωστή ως Μάχη του Κεφαλόβρυσου. Παρά τον αρχικά ελαφρύ τραυματισμό, συνέχισε να πολεμάει και κατάφερε να νικήσει τον Μουσταή. Όμως μια τουρκική σφαίρα τον άφησε νεκρό. Τότε οι Σουλιώτες, αν και νίκησαν, διέκοψαν τον αγώνα, παρέλαβαν τα λάφυρα και τον αρχηγό τους και πήγαν στο Μεσολόγγι όπου τον ενταφίασαν.

Εθνικός ήρωας

Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται εθνικός ήρωας.

Πολλοί Φιλέλληνες που επισκέφθηκαν την Ελλάδα, θαύμασαν την ανδρεία του Μπότσαρη, ενώ πολλοί ποιητές έγραψαν ποιήματα γι' αυτόν. Ο Fitz-Greene Halleck, Αμερικάνος ποιητής, έγραψε ένα ποίημα με τίτλο MARCO BOZZARIS, ενώ ο Ελβετός ποιητής Juste Olivier έγραψε επίσης ένα ποίημα-έπαινο προς τιμήν του, το 1825. Επίσης ο εθνικός ποιητής της Ελλάδας, ο Διονύσιος Σολωμός, αφιέρωσε μία από τις ωδές του στο Μάρκο Μπότσαρη. Ένας σταθμός του μετρό του Παρισιού (σταθμός Botzaris) έχει ονομαστεί προς τιμήν του.

Ο γιος του, Δημήτριος Μπότσαρης, ο οποίος γεννήθηκε το 1814, έγινε στρατιωτικός και διατέλεσε υπουργός Στρατιωτικών το 1859 και 1866-1877, ενώ οργάνωσε το Μετοχικό Ταμείο Στρατού. 

Πέθανε στις 17 Αυγούστου 1871 στην Αθήνα.

De Siris

Εμιλιάνο Ζαπάτα


Εμιλιάνο Ζαπάτα

Ηγέτης της Μεξικανικής Επανάστασης, προστάτης των φτωχών αγροτών της πατρίδας του. Γεννήθηκε στις 8 Αυγούστου του 1879 στο χωριό Ανενκουίλκο. Γόνος ευκατάστατου κτηνοτρόφου, έμεινε ορφανός στα 16 του χρόνια και εργάστηκε ως εκπαιδευτής αλόγων.

Την εποχή εκείνη, τη χώρα κυβερνούσε ο στρατηγός Πορφίριο Ντίας, η δικτατορία του οποίου σήμανε μια εποχή εγκατάλειψης των μεταρρυθμίσεων, ενώ το 85% της γης ανήκε στο 2% του πληθυσμού. Ο Ζαπάτα ανέπτυξε από νωρίς αντιπολιτευτική δράση και το 1909 εξελέγη πρόεδρος μιας τοπικής ομάδας για τη διεκδίκηση της καλλιεργήσιμης γης, που είχε κατασχεθεί προς όφελος των μεγαλογαιοκτημόνων. Εξαιτίας της δράση του, κλήθηκε στο στρατό, όπου υπηρέτησε για επτά μήνες.

Το Νοέμβριο του 1910, η εξαθλίωση των αγροτών οδήγησε σε μία εξέγερση υπό τον Μαδέρο. Ο Ζαπάτα τάχθηκε στο πλευρό του, πήρε τα όπλα και με σύνθημα «γη κι ελευθερία» ηγήθηκε των επαναστατημένων αγροτών, καταλαμβάνοντας όλο και περισσότερα εδάφη.

Όταν αντιλήφθηκε ότι το αίτημα για μεταρρυθμίσεις είχε εγκαταλειφθεί από τον Μαδέρο, κατάρτισε το δικό του αγροτικό πρόγραμμα, γνωστό ως Σχέδιο Αγιάλα. Με αυτό απαιτούσε την κατάσχεση της γης απ' όλους τους ξένους και του 1/3 των εδαφών των φεουδαρχών, καθώς και την επιστροφή των εδαφών που είχαν κατασχεθεί από τους ντόπιους. Σύμφωνα με το Σχέδιο Αγιάλα, όλες οι κατασχεθείσες εκτάσεις θα αποτελούσαν κοινοκτημοσύνη των ινδιάνικων κοινοτήτων.

Στο πλευρό του συγκεντρώνονταν όλο και περισσότεροι αγρότες, ενώ οι απόψεις του υποστηρίχτηκαν και από πολλούς διανοούμενους, που συνέδεσαν τις θεωρίες του με αυτές του Καρλ Μαρξ. Μετά την καταστολή της εξέγερσης του Μαδέρο, το Φεβρουάριο του 1913, ο Ζαπάτα ένωσε τις δυνάμεις του με αυτές του Πάντσο Βίλα στο βορρά και συνέχισε τον αγώνα του, ακόμα κι όταν έπεσε η δικτατορία του Ντίας. Μαζί κατέλαβαν τρεις φορές την πόλη του Μεξικού, αλλά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.

Στις 10 Απριλίου του 1919 ο Ζαπάτα έπεσε θύμα ενέδρας. Εκτελέστηκε εν ψυχρώ από τις κυβερνητικές δυνάμεις, κατά τη συνάντησή του με έναν στρατηγό που υποτίθεται ότι ήθελε να προσχωρήσει στην επανάσταση.

Για τους εχθρούς του, ο Εμιλιάνο Ζαπάτα υπήρξε ένας ακραίος μηδενιστής και οι ενέργειές του είχαν ως μοναδικό σκοπό τη ληστεία. Για τους αυτόχθονες λαούς, υπήρξε σωτήρας και ήρωας της επανάστασης. Έγινε θρύλος ενώ ζούσε ακόμη. Αναρίθμητες ιστορίες και τραγούδια γι' αυτόν λέγονται ακόμη και σήμερα, ενώ ο τάφος είναι ένα από τα πιο σεβάσμια μνημεία για τους ιθαγενείς του Νότιου Μεξικού.


De Siris

Αντώνης Σαμαράκης


Αντώνης Σαμαράκης

Ο Αντώνης Σαμαράκης (Αθήνα, 16 Αυγούστου 1919 – Πύλος Μεσσηνίας, 8 Αυγούστου 2003) ήταν Έλληνας πεζογράφος της Μεταπολεμικής γενιάς, το έργο του οποίου γνώρισε διεθνή αναγνώριση.

Ο Αντώνης Σαμαράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919 και σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε αρχικά στο Υπουργείο Εργασίας, θέση την οποία εγκατέλειψε μετά την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά, για να επανέλθει το 1945 μέχρι και το 1963. Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής συμμετείχε στην εθνική αντίσταση. Το 1944 συνελήφθη από τους Ναζί και καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά τελικά κατάφερε να αποδράσει.

Αντιστασιακή δράση ανέπτυξε και κατά τη δικτατορία. Στη Μεταπολίτευση δημοσίευσε πολλά κείμενα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου. Το 1963 νυμφεύτηκε την Ελένη Κουρεμπανά.

Εργάσθηκε ως εμπειρογνώμων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας των Ηνωμένων Εθνών σε πολλές χώρες για κοινωνικά θέματα και το 1989 ανακηρύχθηκε Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της UNICEF για τα παιδιά του κόσμου.

Η πρώτη του ουσιαστική εμφάνιση στο λογοτεχνικό χώρο γίνεται το 1954, με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Ζητείται ελπίς. Είχαν προηγηθεί δημοσιεύσεις ποιημάτων στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Πρόκειται για έναν από τους περισσότερο μεταφρασμένους Έλληνες πεζογράφους καθώς τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες.

Το έργο του Σαμαράκη έχει έντονο το στοιχείο της κοινωνικής καταγγελίας και αντικατοπτρίζει τις προσωπικές του ανησυχίες για το παρόν και το μέλλον της σύγχρονης κοινωνίας. Χρησιμοποίησε απλή γλώσσα και μη επιτηδευμένο ύφος, και προσέγγισε τα θέματά του από μια έντονα ανθρωποκεντρική γωνία. Χαρακτηριζόταν από την αγάπη του για τους νέους. Δική του ιδέα ήταν η δημιουργία της Βουλής των Εφήβων, που οδήγησε στη διοργάνωση άτυπων συνεδριάσεων της Βουλής όπου δίνεται ο λόγος σε νέους από όλη τη χώρα.

Ο Αντώνης Σαμαράκης έφυγε από την ζωή στις 8 Αυγούστου του 2003. Σύμφωνα με επιθυμία του, το σώμα του δωρίθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για έρευνες των φοιτητών της Ιατρικής Σχολής.

Εργογραφία

Μυθιστορήματα

Σήμα κινδύνου (1959)

Το λάθος (1965)

Εν ονόματι (1998)

Διηγήματα

Ζητείται ελπίς (1954)

Αρνούμαι (1961)

Το διαβατήριο (1973)

Η κόντρα (1992)

Αυτοβιογραφία 1919- (1996)

Γραφείον ιδεών

Βραβεία

Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1962 για το Αρνούμαι)

Βραβείο των Δώδεκα - Έπαθλο Κώστα Ουράνη (1966 για Το λάθος)

Μέγα Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας στη Γαλλία (1970 για Το λάθος)

Europalia (1982, για τη συνολική προσφορά του)

Σταυρός του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών (1995)

Κρατικό Βραβείο Τεχνών και Λογοτεχνίας. (1995, Γαλλία)

Από: www.el.wikipedia.org

De Siris

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Αλέξης Μινωτής


Αλέξης Μινωτής

Κορυφαίος ηθοποιός και σκηνοθέτης, με τεράστια συμβολή στην προαγωγή του νεοελληνικού θεάτρου. Γεννήθηκε στις 8 Αυγούστου του 1900 στα Χανιά της Κρήτης, σε μικροαστικό περιβάλλον εμπόρων και μικροεπιτηδευματιών. Το πραγματικό όνομά του ήταν Αλέξης Μινωτάκης.
Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο διορίστηκε υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα Χανίων. Το 1921, αφού είχε εκπληρώσει και τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ακολούθησε τον περιοδεύοντα θίασο του Βεάκη και του Νέζερ που περιέφεραν τον «Οιδίποδα τύραννο». Για να αντιμετωπίσει τις έντονες οικογενειακές αντιρρήσεις, ο Αλέξης έκοψε το όνομά του και για πολλά χρόνια ήρθε σε ρήξη με τον πατέρα του.

Στην Αθήνα εντάχθηκε στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη και για πολλά χρόνια συνυπήρξε ως ηθοποιός με τον Μήτσο Μυράτ, τον Ροντήρη, τον Λογοθετίδη, κάτω από τη στοργική εποπτεία της Μαρίκας. Έπαιξε τα πάντα, από φάρσες έως μελοδράματα και από Αριστοφάνη έως τραγωδία. Στην τραγωδία ευδοκίμησε από νωρίς και συχνά, όσο κατακτούσε τη θέση του στη συντεχνία, αρνιόταν να υπηρετήσει το φτηνό ρεπερτόριο στο οποίο κατέφευγε ο θίασος, χάριν του ταμείου.

Από το 1925 έως το 1930 συνεργάστηκε με τον Σπύρο Μελά στην απόπειρά του να δημιουργήσει «Θέατρο Τέχνης» στην Αθήνα. Το επόμενο διάστημα υπήρξε συνθιασάρχης στο θέατρο ΒεάκηΠαξινού – Μινωτή και από το 1932 έως το 1942 χρημάτισε βασικό πρωταγωνιστικό στέλεχος του Εθνικού Θεάτρου. Έκτοτε διέγραψε μία εξαιρετική καριέρα, διεθνούς ακτινοβολίας, αφήνοντας πραγματικά εποχή σε ρόλους όπως στον «Άμλετ», τον «Πέερ Γκυντ», τους «Βρικόλακες», το «Μάκβεθ», το «Βασιλιά Ληρ», τους δύο Οιδίποδες, και γενικά στο αρχαίο δράμα, σε έργα των Μπρεχτ, Λόρκα, Μπέκετ, κ.α, αλλά και στο ελληνικό ρεπερτόριο (Χορν, Ξενόπουλος, Μπόγρης, Τερζάκης).

Το 1936 σπούδασε με κρατική υποτροφία τη θεατρική τέχνη στην Αγγλία και τη Γερμανία, όπου γνωρίστηκε προσωπικά με τον Βέρνερ Κράους, θαύμασε τον μεγάλο τεχνίτη Μόισσι και είδε τον Άμλετ και τον Μεφιστοφελή του Γκρύντγκενς. Η ευρωπαϊκή του σπουδή τον οργάνωσε ως ηθοποιό και τον προίκισε με μια τεχνική που υπήρξε ο εξοχότερος κάτοχός της, την εξπρεσιονιστική, μια τεχνική έντονων φωτοσκιάσεων, όπου η μορφή προηγείται του περιεχομένου.

Στα χρόνια της αμερικανικής αυτοεξορίας του, λόγω μέτριας αγγλικής προφοράς, δεν έκανε θέατρο. Μετά την απελευθέρωση (1945) ως σκηνοθέτης, θιασάρχης και ηθοποιός, με επιτυχίες σ' όλα τα είδη ρεπερτορίου. Ανέβασε στην Επίδαυρο και σε μεγάλα θέατρα του εξωτερικού και όπερα, όπως τη «Μήδεια», μία από τις καλύτερες σκηνοθεσίες στον κόσμο, με την αξέχαστη Μαρία Κάλλας.

Ο Αλέξης Μινωτής χρημάτισε καλλιτεχνικός διευθυντής (1964-67) και γενικός διευθυντής (1974-80) του Εθνικού Θεάτρου. Έγραψε τα δοκίμια «Εμπειρική θεατρική παιδεία» και τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις. Πέθανε, πλήρης ημερών, στις 11 Νοεμβρίου του 1990.


De Siris

Δημήτρης Παπαμιχαήλ


Δημήτρης Παπαμιχαήλ

Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου του 1934 στον Πειραιά. Σπούδασε ηθοποιός στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου κι έκανε την πρώτη εμφάνισή του με την «Εκάβη» του Ευριπίδη το 1955. Στη συνέχεια και ως το 1960 ερμήνευσε αρκετούς σημαντικούς ρόλους στο Θέατρο Τέχνης.

Η συνάντησή του το 1959 στα κινηματογραφικά πλατώ της ταινίας «Αστέρω» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη αποτέλεσε απαρχή της ιστορίας του διασημότερου ζευγαριού στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου. Το 1965 ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου και απέκτησαν ένα παιδί, τον Γιάννη. Ωστόσο, ο θυελλώδης γάμος τους δεν κράτησε πολύ...

Εκτός από τις δεκάδες ταινίες που γύρισαν μαζί, από το 1964 έως το 1974 συνεργάσθηκαν σε θίασο που συνέστησαν οι δυο τους. Μία από τις πολλές θεατρικές επιτυχίες τους ήταν στο έργο του Μπέρναρ Σο «Ωραία μου κυρία».

Μετά το διαζύγιό τους, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ στράφηκε περισσότερο στο ποιοτικό θέατρο, που ήδη είχε υπηρετήσει, είτε στο Εθνικό, είτε με τον Κάρολο Κουν. Οι πρωταγωνιστικές του ερμηνείες σε έργα το κλασσικού ρεπερτορίου και την αρχαία τραγωδία αποτελούν σημείο αναφοράς για τους νέους έλληνες ηθοποιούς.

Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ έφυγε από τη ζωή στις 8 Αυγούστου του 2004.

H πορεία του στο σινεμά

1956

Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας

1957

Το τελευταίο ψέμα

Η θεία απ' το Σικάγο

1958

Δύο αγάπες δύο κόσμοι

Η κυρά μας η μαμή

1959

Αστέρω

Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο

1960

Mανταλένα

Το ραντεβού της Κυριακής

Ποτέ την Κυριακή

1961

Η Αλίκη στο Ναυτικό

Χαμένα όνειρα

Ο θάνατος θα ξανάρθει

1962

Εταιρεία θαυμάτων

Ο λουστράκος

Μην ερωτεύεσαι το Σάββατο

Ποτέ δεν σε ξέχασα

1963

Τα κόκκινα φανάρια

Χτυποκάρδια στο θρανίο

Το τεμπελόσκυλο

1964

Αν έχεις τύχη

1965

Μοντέρνα σταχτοπούτα

Ο νικητής

Περάστε την 1η του μηνός

1966

Διπλοπενιές

Ο εξυπνάκιας

Η κόρη μου η σοσιαλίστρια

1967

Αχ! αυτή η γυναίκα μου

Ανάμεσα σε δυο γυναίκες

Δημήτρη μου, Δημήτρη μου

Το πιο λαμπρό αστέρι

1968

Η αγάπη μας

Το κορίτσι του λούνα παρκ

1969

Η αρχόντισσα και ο αλήτης

Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά

Το λεβεντόπαιδο

Η νεράιδα και το παλικάρι

Ο παραμυθάς

1970

Υπολοχαγός Νατάσα

1971

Παπαφλέσσας

1972

Η Αλίκη δικτάτωρ

Ιπποκράτης και δημοκρατία

Ως την τελευταία στιγμή

1974

Εραστές του ονείρου

1978

Κραυγή γυναικών

1981

Πολίτες δεύτερης κατηγορίας

Αγριες κότες

1996

Προς την ελευθερία

Από: www.sansimera.gr

De Siris

Αντώνης Βαρδής


Αντώνης Βαρδής

Ο Αντώνης Βαρδής γεννήθηκε στις 7 Αυγούστου του 1948, στο Μοσχάτο στην οδό Κανάρι. Σε ηλικία έξι ετών γνώρισε τον Τσιτσάνη, τον Παπαιωάνου, τον Ζαμπέτα και την Ρένα Ντάλια στο "Φαληρικό" όπου και τραγούδησε για πρώτη φορά. Για βιοποριστικούς λόγους το 1954 δούλεψε δίπλα στον συνθέτη και δεξιοτέχνη στο μπουζούκι Μανώλη Χιώτη, στη "Γωνιά της Αθήνας" στην Πλάκα. Εργάστηκε σε ψιλικατζίδικο, χρωματοπωλείο, βενζινάδικο, σε οικοδομή σαν βοηθός υδραυλικού και ως ναυτικός. Στο τέλος του 1965 σε ηλικία 17 ετών μαζί με φίλους του δημιούργησε το συγκρότημα "VICKINGS". Tραγούδια που αγαπήθηκαν πολύ ήτανε το Fransoas σε σύνθεση του Αντώνη Στεφανίδη και το Caterin σε σύνθεση του Αντώνη Βαρδή.

Απο το 1969-1981 δούλεψε σε μπουάτ της Πλάκας ως μούσικος δίπλα σε καταξιώμενους συνθέτες και τραγουδιστές όπως τον Χρήστο Νικολόπουλο, Τάκη Σούκα, Θανάση Πολυκανδριώτη, Δήμο Μούτση, Γιάννη Σπανό, Λουκιανό Κελαιδώνη, Μάνο Λοίζο, Λάκη Καρνέζη, Γιώργο Νταλάρα, Χαρούλα Αλεξίου, Γιάννη Πάριο, Μανώλη Μητσιά , Βίκυ Μοσχολιού, Δήμητρα Γαλάνη, Αντώνη Καλογιάννη, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Άννα Βίσση, Δημήτρη Ψαριανό, Αδελ. Τζαβάρα, Χαράλαμπο Γαργανουράκη, Νίκο Ξυλούρη, Μαρίζα Κώχ, Μαρία Δημητριάδη, Κωστή Χρήστου, Τάνια Τσανακλίδου κ.ά. Το 1973 πήρε μέρος σε διαγώνισμο και κέρδισε το δεύτερο βραβείο σύνθεσης, το τραγούδι ερμήνευσε ο Γιώργος Νταλάρας. Το 1976 σύνθεσε και ερμήνευσε το album με τίτλο ΟΡΑΜΑΤΙΖΟΜΑΙ σε στίχους του Γιάννη Αθανασιάδη. Μέχρι σήμερα έχει συνεργαστεί με τους: Στέλιο Καζαντζίδη, Γιάννη Πουλόπουλο, Γιώργο Νταλάρα, Γιάννη Πάριο, Δήμητρα Γαλάνη, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Χαρούλα Αλεξίου, Λίτσα Διαμάντη, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Άννα Βίσση, Χ. & Π. Κατσιμίχα, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Κώστα Γανωτή, Αντώνη Ρέμο, Νίκο Βέρτη, Σταμάτη Γονίδη, Ηλία Κλώναριδη, Μανώλη Λιδάκη, Πίτσα Παπαδοπούλου, Μανώλη Μητσιά, Χριστίνα Μαραγκόζη, Μανώλη Αγγελόπουλο, Ελένη Δήμου, Γλυκερία, Μελίνα Ασλανίδου, Ελένη Βιτάλη, Λιζέτα Νικολάου,Χάρη Βαρθακούρη, Κώστα Καραφώτη, Σάκη Ρουβά, Γρηγόρη Πετράκο και φυσικά με το γιο του Γιάννη Βαρδή. Μερικοί απο τους στιχουργούς που έχει συνεργαστεί είναι: o Κώστας Τριπολίτης, Αντώνης Ανδρικάκης, Μάνος Ελευθερίου, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Πυθαγόρας, Βασίλης Γιαννόπουλος, Μάνος Τσιλιμίδης, Πάνος Φαλάρας, Σαράντης Αλιβιζάτος, Γιώργος Κλεφτογιώργος, Χρήστος Προμοίρας, Ανδρέας Αγγελάκης, Γιούλα Γεωργίου, Λίνα Δημοπούλου, Ζωή Παπαδοπούλου, Σοφία Αργυροπούλου, Έλενα Αντωνίου κ.ά.

Από: www.antonisvardis.gr

De Siris

Γρηγόρης Βαλτινός


Γρηγόρης Βαλτινός

Ο Γρηγόρης Βαλτινός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 7 Αυγούστου του 1955 με καταγωγή από την Ξάνθη, όπου και έζησε μέχρι τα οκτώ του χρόνια. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από την οποία αποφοίτησε με άριστα. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα τραγουδιού και χορού. Ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία το 1980 και σαν νέος ηθοποιός συνεργάστηκε σχεδόν με όλους τους θιάσους των μεγάλων πρωταγωνιστών (Φέρτη-Μερκούρη, Bουγιουκλάκη, Καρέζη-Καζάκου, Αλεξανδράκη-Γαληνέα, Γκιωνάκη, Δανδουλάκη, Καλογεροπούλου, Ντενίση κ.α.)

Εχει πρωταγωνιστήσει σε όλα τα είδη θεάτρου, από το αρχαίο δράμα (Σοφοκλής, Ευριπίδης, Αριστοφάνης) ως την κωμωδία, την πρόζα και την επιθεώρηση και έχει διακριθεί για την ερμηνεία του, τόσο στο κλασικό όσο και το σύγχρονο ρεπερτόριο: Ο Νηλ, Γουίλιαμς, Άλμπι, Μίλερ, Σνίτσλερ, Αντρέγεφ, Τουργκένιεφ, Γκέρνι, Mάργκιουλις κ.α. Μεταξύ άλλων, έχει συνεργαστεί με σκηνοθέτες όπως οι: Ζυλ Ντασέν, Ανδρέας Βουτσινάς, Φρανκ Χόζερ, Κώστας Τσιάνος, Σταμάτης Φασουλής, Βασίλης Παπαβασιλείου, Ρότζερ Ουίλιαμς, Γιώργος Θεοδοσιάδης, Διαγόρας Χρονόπουλος, Ντίνος Δημόπουλος, Σταύρος Τσακίρης. Εχει πρωταγωνιστήσει επίσης σε μιούζικαλ (Ο βιολιστής στη στέγη, Τσέχωφ-το μιούζικαλ).Εχει τραγουδήσει τον ρόλο του Χριστού στην βυζαντινή όπερα του Γιάννη Μπουφίδη “Σταύρωση”, η οποία κυκλοφορεί και στη δισκογραφία, επίσης τον ρόλο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στο ορατόριο του Γιώργου Χατζηνάσιου “Η άλωσις της Πόλεως” και τον ομώνυμο ρόλο στο ορατόριο του Μίμη Πλέσσα “Κοσμάς ο Αιτωλός”.

Συμμετείχε σαν αφηγητής σε μεγάλα μουσικά έργα, όπως «Αξιον Εστί» των Μίκη Θεοδωράκη-Οδυσσέα Ελύτη, «Λειτουργία του Ορφέα» των Γιάννη Μαρκόπουλου-Πάνου Θεοδωρίδη, «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Γιάννη Μαρκόπουλου, σε ποίηση Διονύσιου Σολωμού, «Ωδή στον Μέγα Αλέξανδρο» των Γιώργου Χατζηνάσιου-Γιώργου Παπακώστα, «Ελλάδα- Γέννηση και Αναγέννηση των Αιώνων» των Πασχάλη Τόνιου-Γιώργου Παπακώστα. Εχει πρωταγωνιστήσει σε τηλεοπτικές σειρές, όπως: «Αστροφεγγιά», «Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα», «Φάκελος Αμαζών», «Ανατομία ενός εγκλήματος», «Πρόβα νυφικού», «Ο μεγάλος θυμός», «Τα παιδιά της Νιόβης», «Ερωτας» κ.ά.

Με την ερμηνεία του στον Οιδίποδα τύραννο του Σοφοκλή, που παρουσιάστηκε από το Εθνικό Θέατρο, γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία και διεθνή προβολή, καθώς η πρεμιέρα της παράστασης δόθηκε το καλοκαίρι του 2000 στο Κολοσσαίο της Ρώμης, που άνοιξε με αυτή την ευκαιρία τις πύλες του ύστερα από 1500 χρόνια. Η ίδια παράσταση παίχτηκε στη Νέα Υόρκη και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.

Ο ίδιος, από το 1990 και μετά, έχει σκηνοθετήσει πολλές παραστάσεις κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Από τους πρόσφατους θεατρικούς του ρόλους ξεχωρίζει εκείνος του Τζορτζ στο Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ του Ε. Άλμπι, έργο που σκηνοθέτησε και παρουσίασε στο θέατρο ``ΛΑΜΠΕΤΗ`` αλλά και σε περιοδεία. Επίσης οκτώ χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα του Βιολιστή στη στέγη ξαναπαίζει τον ``Τέβγε`` στο Ηρώδειο και κατόπιν σε μία μεγάλη περιοδεία ανά την Ελλάδα. Το 2006 τιμήθηκε από το Θεατρικό Μουσείο με το βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου ``ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΒΕΑΚΗΣ`` για την ερμηνεία του στο παραπάνω μιούζικαλ.

Φιλμογραφία

Έρωτας (2005) TV .... Έκτορας Αναγνώστου

Τα Παιδιά της Νιόβης (2004) TV .... Mιχαλάκης Αναστασιάδης

Ο Μεγάλος Θυμός (1998) TV .... Ασημάκης

Διπλή αλήθεια (1996) TV

Πρόβα νυφικού (1995) TV .... Πέτρος Μανιάς

Ανατομία ενός εγκλήματος (1992) TV .... αφήγηση

Φάκελος Αμαζών (1991) TV

Ο Θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα (1986) TV

Αστροφεγγιά (1980) TV .... Aργύρης

Ελευθέριος Βενιζέλος: 1910-1927 (1980)

Από: www.el.wikipedia.org

De Siris

Τρίτη 3 Αυγούστου 2010

Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄


Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄

O Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1913 στο χωριό Άνω Παναγιά της Πάφου. Γονείς του ήταν ο Χριστόδουλος Μούσκος και η Ελένη Αθανασίου. Σε νεαρή ηλικία πήγε στη Μονή Κύκκου όπου και προσελήφθη ως δόκιμος.

Στις 7 Αυγούστου 1938 χειροτονήθηκε Διάκονος και μετονομάστηκε από Μιχάλης σε Μακάριο. Τον ίδιο χρόνο στάληκε ως υπότροφος της Μονής Κύκκου στην Αθήνα για θεολογικές σπουδές στο Εθνικό Πανεπιστήμιο. 

Αφού απεφοίτησε το 1942 από τη Θεολογική Σχολή, ενεγράφη στη Νομική Σχολή όπου παρακολουθούσε μαθήματα μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη Γερμανική κατοχή οπότε και επέστρεψε στην Κύπρο για μικρό χρονικό διάστημα. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, χειροτονήθηκε σε Πρεσβύτερο και σε Αρχιμανδρίτη στις 13 Ιανουαρίου 1946 στο ναό της Αγίας Ειρήνης, όπου υπηρέτησε για πέντε χρόνια ως Διάκονος με το Μητροπολίτη Αργυροκάστου Παντελεήμονα και προϊστάμενος του ναού Αγίας Παρασκευής στον Πειραιά.

Την ίδια χρονιά, του δόθηκε υποτροφία από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για περαιτέρω θεολογικές σπουδές. Παρακολούθησε για δυο χρόνια μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης με ειδίκευση στην Κοινωνιολογία της θρησκείας.
Στις 8 Απριλίου 1948 εκλέγηκε Μητροπολίτης Κιτίου και στις 13 Ιουνίου χειροτονήθηκε σε Επίσκοπο. Η δράση του ως Μητροπολίτη Κιτίου ήταν καθ’ όλα γόνιμη, αφού ανακαίνισε τη Μητρόπολη στη Λάρνακα, βελτίωσε την οικονομική κατάσταση του κλήρου, ίδρυσε Φιλόπτωχες Αδελφότητες και αναπτέρωσε το ηθικό του εξουθενημένου λαού.

Ως Πρόεδρος του Γραφείου Εθναρχίας, πήγε το 1949 στην Ελλάδα όπου είχε συνομιλίες με τον Βασιλιά, τον Πρωθυπουργό και άλλους επισήμους, για το Κυπριακό πρόβλημα. Μετά από εισήγησή του, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου οργάνωσε στις 15 Ιανουαρίου 1950 Παγκύπριο Δημοψήφισμα κατά το οποίο 97% του Ελληνικού Κυπριακού πληθυσμού ψήφισαν υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Στις 20 Οκτωβρίου 1950 εκλέγηκε Αρχιεπίσκοπος και Εθνάρχης, σε διαδοχή του Μακαρίου Β΄. Αμέσως μετά την εκλογή του ως Αρχιεπισκόπου, ίδρυσε την Παγκύπρια Εθνική Οργάνωση Νεολαίας. Αργότερα επισκέφτηκε και πάλι την Αθήνα, όπου προσπάθησε να πείσει την Ελληνική Κυβέρνηση να προσφύγει στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών για το Κυπριακό ζήτημα. Επιστρέφοντας στην Κύπρο υπέβαλε διαμαρτυρία στην Επιτροπή μη αυτοκυβερνωμένων εδαφών των Ηνωμένων Εθνών για την παράλειψη της Μ. Βρετανίας να υποβάλει έκθεση για την πολιτική κατάσταση στην Κύπρο. Τον Οκτώβριο του 1952 πήγε στη Νέα Υόρκη, όπου συγκροτείτο η Ζ΄ Σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, για να προωθήσει το Κυπριακό ζήτημα στο διεθνές πεδίο. Ερχόμενος πίσω στην Κύπρο απηύθυνε επιστολή στον Κυβερνήτη ζητώντας του την προώθηση της εφαρμογής του δικαιώματος αυτοδιάθεσης. Η απάντηση του Κυβερνήτη ήταν αρνητική και ο Αρχιεπίσκοπος επέκρινε την πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας στην Κύπρο. Τον Αύγουστο του 1953 απηύθυνε αίτηση προς το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ για να περιληφθεί στην ημερήσια διάταξη της Η΄ Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού θέμα εφαρμογής του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του Κυπριακού λαού. Στις 9 Μαρτίου 1956 εξορίστηκε στις Σεϋχέλλες, αφού οι συνομιλίες που είχε με τον Κυβερνήτη για το μέλλον της Κύπρου δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Αφού αφέθηκε ελεύθερος, μετά από ένα περίπου χρόνο, η Βρετανική Κυβέρνηση τον κάλεσε στο Λονδίνο, όπου και υπογράφηκε η Συμφωνία του Λονδίνου, που ήταν η συνέχεια της Συμφωνίας της Ζυρίχης. 

Με τις Συμφωνίες αυτές η Κύπρος θα ανακηρυσσόταν ανεξάρτητη Δημοκρατία. Στις 16 Αυγούστου 
του 1960 η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη Δημοκρατία και ο Μακάριος ανέλαβε καθήκοντα προέδρου, αφού κέρδισε τις εκλογές στις 13 Δεκεμβρίου 1959, με ποσοστό 66.29% Το Φεβρουάριο του 1968 ο Μακάριος επανεκλέγηκε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις 8 Μαρτίου 1970 έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του Μακαρίου, ο οποίος επέβαινε ελικοπτέρου, που θα τον μετέφερε στην ιερά Μονή Μαχαιρά για το μνημόσυνο του Υπαρχηγού της ΕΟΚΑ Γρηγόρη Αυξεντίου. Ο Μακάριος δεν έπαθε τίποτε, αλλά τραυματίσθηκε ο χειριστής του ελικοπτέρου, ο οποίος κατόρθωσε να το προσγειώσει σε οικόπεδο κοντά στην Αρχιεπισκοπή. Μεγάλη σημασία έδιδε επίσης ο Μακάριος και στα θρησκευτικά του καθήκοντα ως προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου, αλλά και ως ηγετική φυσιογνωμία στο χώρο της Ορθοδοξίας. Έτσι, το Μάρτιο του 1971 μετέβη στην Κένυα, όπου κατέθεσε το θεμέλιο λίθο της Ιερατικής Σχολής, η οποία περατώθηκε το 1974 με δαπάνες της Αρχιεπισκοπής. Κατά την επίσκεψη του στην Κένυα προέβη σε ομαδικές βαπτίσεις πέντε χιλιάδων ιθαγενών περίπου. Το Φεβρουάριο του 1973 ο Μακάριος επανεξελέγη για τρίτη φορά Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Την 7ην Μαρτίου του ιδίου έτους οι τρεις Μητροπολίτες της Κύπρου αποφάσισαν «την καθαίρεσιν του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ από του Επισκοπικού και κληρικού καθόλου αξιώματος και την επαναφοράν τούτου εις την τάξιν των λαϊκών», διότι δεν ανταποκρίθη εις την απαίτησίν των να παραιτηθεί του Προεδρικού αξιώματος. Η πράξη αυτή των τριών Μητροπολιτών καταδικάσθηκε από το λαό και δεν αναγνωρίσθηκε από τους Αρχηγούς των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Από της 5ης μέχρι της 14ης Ιουλίου 1973 συνήλθε στη Λευκωσία Μείζων και Υπερτελής Σύνοδος, η οποία, αφού εκήρυξε αντικανονικήν και, κατ’ ακολουθίαν, άκυρον, ανυπόστατον και ανενέργητον την απόφαση των τριών Μητροπολιτών, εκάλεσεν αυτούς εις επάνοδον εις την μετά του Αρχιεπισκόπου προτέραν κανονικήν σχέσιν και κοινωνίαν και εν συνεχεία καθήρεσεν αυτούς, επειδή παρήκουσαν στις υποδείξεις και προτροπάς αυτής. Την 15ην Ιουλίου του 1974 το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών διενήργησε πραξικόπημα για την ανατροπή του Μακαρίου. Ο Μακαριώτατος, διασωθείς ως εκ θαύματος, αναχώρησε την επομένη, μέσω Μάλτας, στη Βρετανία και από εκεί στις Ηνωμένες Πολιτείας Αμερικής, όπου και μίλησε ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας. Την 20ην Ιουλίου του ιδίου έτους, η Τουρκία χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το πραξικόπημα, εισέβαλε στην Κύπρο και κατέλαβε το 36% περίπου του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκδίωξε το 28% περίπου των Ελληνοκυπρίων από τις πατρογονικές τους εστίες, σκότωσε αμάχους και προκάλεσε τεράστιες καταστροφές. Απεβίωσε στις 3 Αυγούστου του 1977. Ο Μακάριος ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ των Θεολογικών Σχολών των Πανεπιστημίων της Βοστώνης και της Αθήνας, των Νομικών Σχολών των Πανεπιστημίων Κεράλα των Ινδιών, Θεσσαλονίκης, Μπογκοτά της Κολομβίας και Μάλτας και της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Επίσης τιμήθηκε με τα ανώτερα παράσημα των πλείστων Εκκλησιών και Κρατών και με τα χρυσά μετάλλια Ελληνικών και ξένων Δήμων.
De Siris

Ηλίας Βενέζης


Ηλίας Βενέζης

Ο Ηλίας Βενέζης (επίσημο όνομα Ηλίας Μέλλος, 1904 Αϊβαλί - 1973 Αθήνα) ήταν έλληνας συγγραφέας, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έγινε γνωστός για τα μυθιστορήματά του Αιολική Γη, Το νούμερο 31328 και το θεατρικό έργο Μπλοκ C. Έγινε ο πρώτος έλληνας συγγραφέας του οποίου τα έργα μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, κάνοντας γνωστή την ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό.

Βίος

Γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μ. Ασίας στις 4 Μαρτίου 1904, σύμφωνα με αυτοβιογραφικό του σημείωμα, σύμφωνα όμως με άλλες πληροφορίες από επίσημα έγγραφα πρέπει να είχε γεννηθεί το 1898. Ο πατέρας του, Μιχαήλ Μέλλος, καταγόταν από την Κεφαλλονιά και η μητέρα του από τη Λέσβο. Βενέζης λεγόταν ο παππούς του Δημήτριος (από την πλευρά του πατέρα του).

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε στο Αϊβαλί, μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1914, όταν και εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τα αδέρφια του στη Μυτιλήνη μέχρι το 1919. Το 1922 η οικογένειά του εγκατέλειψε οριστικά πλέον τη Μικρά Ασία, ο ίδιος όμως δεν πρόλαβε να επιβιβαστεί στο πλοίο: αιχμαλωτίστηκε και εστάλη στα εργατικά τάγματα για 14 μήνες. Οι εμπειρίες του από τα εργατικά τάγματα περιέχονται στο πρώτο μυθιστόρημά του, Το νούμερο 31328.

Το 1923 απελευθερώθηκε και επέστρεψε στη Μυτιλήνη. Εκεί υπήρχε αξιόλογη λογοτεχνική κίνηση με πρωτεργάτη τον Στράτη Μυριβήλη, αυτός μάλιστα τον παρακίνησε να καταγράψει την αιχμαλωσία του και έλεγε χαρακτηριστικά ότι "του έμαθε πώς να κρατάει το μολύβι στο χέρι". Το Νούμερο 31328 δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες το 1924 στην εφημερίδα Καμπάνα της Μυτιλήνης, διευθυντής της οποίας ήταν ο Μυριβήλης.

Στη Μυτιλήνη εργαζόταν στην Τράπεζα της Ελλάδος και το 1932 πήρε μετάθεση και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Διώχθηκε για τις πολιτικές του ιδέες από τον νόμο του "Ιδιωνύμου", από τη δικτατορία του Μεταξά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής συνελήφθη με την κατηγορία ότι σε συγκέντρωση του προσωπικού της Τράπεζας είχε μιλήσει για ελευθερία. Φυλακίστηκε στο "Μπλοκ C" των φυλακών Αβέρωφ και η εκτέλεσή του απετράπη έπειτα από αντιδράσεις του πνευματικού κόσμου.

Μετά τον πόλεμο διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πνευματική ζωή της χώρας με επίσημες θέσεις όπως του Διευθύνοντος συμβούλου του Εθνικού Θεάτρου, Αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το 1957 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Παράλληλα το έργο του γνώριζε πολύ μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα με συνεχείς επανεκδόσεις και στο εξωτερικό με πολλές μεταφράσεις.

Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του (1971-1973) υπέφερε από σοβαρό πρόβλημα υγείας. Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973 στην Αθήνα, από καρκίνο του λάρυγγα. Κηδεύτηκε και τάφηκε στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου.

Εργογραφία

Μυθιστορήματα

Το νούμερο 31328 (1931)

Γαλήνη (1939)

Αιολική Γη (1943)

Ωκεανός (1956)

Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, μαζί με τους Μυριβήλη, Καραγάτση, Τερζάκη (1958)

Διηγήματα

Μανώλης Λέκας (συλλογή, 1927)

Αιγαίο (συλλογή, 1941)

Ακήφ (διήγημα, 1944)

Άνεμοι (συλλογή, 1944)

Ώρα Πολέμου (συλλογή, 1946)

Οι νικημένοι (συλλογή, 1954)

Αρχιπέλαγος (συλλογή, 1969)

Ταξιδιωτικά και αφηγήσεις

Φθινόπωρο στην Ιταλία (ταξιδιωτικό, 1950)

Αμερικανική Γη (ταξιδιωτικό, 1955)

Αργοναύτες (χρονικά και ταξίδια, 1962)

Εφταλού (αφηγήσεις, 1972)

Περιηγήσεις (ταξιδιωτικό, 1973)

Στις ελληνικές θάλασσες (αφηγήσεις, 1973)

Μικρασία Χαίρε (αφηγήσεις, 1974)

Ραδιόφωνο

Πλοία και Θάλασσες (συγγραφή & αφήγηση, 1969)

Έλληνες και Ξένοι Περιηγητές (συγγραφή & αφήγηση, 1970)

Θέατρο

Μπλοκ C (θεατρικό, 1963)

Άλλα έργα

Έξοδος (χρονικό της κατοχής, 1950)

Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (ιστορικό, 1952)

Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος (ιστορικό, 1955)

Εμμανουήλ Τσουδερός (ιστορικό, 1966)

Από: www.el.wikipedia.org

De Siris

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας


Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 1906. Μαθητής του Παρθένη στην Αθήνα, έφυγε για το Παρίσι, όπου σπούδασε Γαλλική Φιλολογία και Αισθητική στη Σορβόνη, και Ζωγραφική και Χαρακτική στην Academie Ranson με δασκάλους τον Bissiere και τον Δ. Γαλάνη. Πραγματοποιεί την πρώτη του έκθεσηστο Παρίσι το 1923 και στη συνέχεια συμμετέχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις. Η πρώτη του ατομική έκθεση οργανώνεται το 1927 στο Παρίσι στην Galerie Percier, και παρουσιάζεται από τον Maurice Ranyal. Στην Αθήνα εκθέτει για πρώτη φορά το 1928, με τον γλύπτη Μιχ. Τόμπρο.

Στα 1935-1937 ο Γκίκας συνεργάζεται με τον Δημ. Πικιώνη, τον Τ. Παπατζώνη και τον Σ. Καραντινό στην έκδοση του περιοδικού Το Τρίτο Μάτι. Το 1941 εκλέγεται καθηγητής στην έδρα του Σχεδίου της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, όπου και δίδαξε έως το 1958. Το 1972 εκλέγεται τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθνών και το 1986 επίτιμο μέλος της Royal Academy of Arts του Λονδίνου. Ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτωρ της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1982) και επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1991).

Περισσότερες από 50 εκθέσεις του καλλιτέχνη έχουν οργανωθεί κατά καιρούς στην Αθήνα, το Παρίσι, Λονδίνο, Γενεύη, Βερολίνο, Ν. Υόρκη κ.α. Έργα του Γκίκα βρίσκονται σε πολλές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και σε μουσεία, όπως στο Musee dArt Moderne - Παρίσι, στην Tate Gallery - Λονδίνο, στο Metropolitan Museum of Art - Ν. Υόρκη, στην Εθνική Πινακοθήκη των Αθηνών κ.α. Με τη δωρεά το Ν. Χ. Γκίκα στο Μουσείο Μπενάκη του σπιτιού και του ατελιέ του, μαζί με όσα έργα είχε διατηρήσει στην προσωπική του συλλογή, δημιουργήθηκε το 1990 η Πινακοθήκη Γκίκα, που λειτουργεί ως παράρτημα του Μουσείου.

Εκτός από τη ζωγραφική, ο Γκίκας ασχολήθηκε δημιουργικά και με τη γλυπτική, τη χαρακτική, τη σκηνογραφία και την εικονογράφηση βιβλίων. Και ακόμα συνέγραψε βιβλία, άρθρα και μελέτες για την Αρχιτεκτονική και την Αισθητική, καθώς και δοκίμια για την ελληνική τέχνη.

Ο αληθινός και μεγάλος δημιουργός χτίζει πάνω στις παραδόσεις, που τον ανέθρεψαν, δεχόμενος τις επιρροές των προγενέστερων μεγάλων και καταξιωμένων δημιουργών. Ο Νικολής Χατζηκυριάκος-Γκίκας ποτέ δεν πίστεψε σε παρθενογενέσεις. Όπως ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά, «αν ο σπόρος που έπεσε είναι γόνιμος, ένα μεγάλο καλλιτεχνικό κέντρο αναπτύσσεται, όπου τα γηγενή χαρίσματα μπολιάζονται στο ξένο δείγμα και πολλαπλασιάζονται σ' ένα τέλεια πρωτότυπο δημιούργημα». Ως πολίτης του κόσμου, που ταξίδεψε, δημιούργησε και παρουσίασε το έργο του σε όλα τα μήκη και πλάτη της οικουμένης, δέχθηκε γόνιμα τις επιρροές της μεγάλης σχολής του Παρισιού και, ιδιαιτέρως, εκείνες των εισηγητών του κυβισμού Braque και Picasso. Είναι γνωστή, επίσης, η επιρροή που δέχθηκε από την κινέζικη τέχνη. Ποτέ όμως δεν απέστη από τις παραδοσιακές επιρροές, από τις καταβολές του. Τα τοπία του είναι στο σύνολο τους επηρεασμένα από το τραχύ τοπίο του νησιού του, της Ύδρας, ενώ το ελληνικό φως, οι καθαρές οριογραμμές και τα λαμπερά χρώματα των πινάκων του μας δίδουν ένα έργο αληθινό και καθαρά ελληνικό.

Ονομάστηκε Πατριάρχης της ελληνικής ζωγραφικής και δικαίως. Πέραν, όμως, από τη ζωγραφική, την οποία υπηρέτησε επί 70 ολόκληρα χρόνια, μας έδωσε εξ ίσου εμπνευσμένα δείγματα της χαρακτικής και της γλυπτικής τέχνης, καθώς και της σκηνογραφίας, με κοστούμια και σκηνικά από θεατρικές παραστάσεις με διεθνή απήχηση. Τέλος, με τον ίδιο ζήλο ο Γκίκας ασχολήθηκε με την Αρχιτεκτονική, τόσο μέσα από δημιουργικές συνεργασίες με διάσημους έλληνες και ξένους αρχιτέκτονες, όσο και από τη θέση του τακτικού καθηγητού στην έδρα ζωγραφικής και ελευθέρου σχεδίου της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Ε.Μ.Π., όπου εδίδαξε από το 1941 έως το 1958. Ήδη από το 1937 η συναναστροφή του με τον Le Corbusier και η πρωτοβουλία του για οργάνωση του 4ου Διεθνούς Αρχιτεκτονικού Συνεδρίου στην Αθήνα, που απέφερε τη δημοσίευση της Χάρτας των Αθηνών, και στη συνέχεια η συνεργασία του με τον Πικιώνη πάνω σε θέματα της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς, υποδηλώνουν την αγάπη του για την Αρχιτεκτονική.

Πέθανε στις 3 Αυγούστου του 1994.

Από: http://www.pinakothiki-chania.gr

De Siris

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Γιάννης Παπαϊωάννου


Γιάννης Παπαϊωάννου

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές και κύριους εκφραστές του λαϊκού μας τραγουδιού. Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1913 στην Κίο της Προποντίδας. Σε ηλικία δυο ετών ορφάνεψε από πατέρα κι επτά χρόνια αργότερα έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Αρχικώς εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τη γιαγιά του στη Σαμοθράκη και λίγο αργότερα μετακόμισαν στον Πειραιά, στις Τζιτζιφιές, όπου ζούσαν οι θείοι του και η υπόλοιπη οικογένεια. Στη δουλεία μπήκε από μικρός. Εργάστηκε ως ψαράς, ως μαραγκός, σε συνεργείο αυτοκινήτων και σε οικοδομές. Η σκληρή βιοπάλη του απαγόρευσε να συνεχίσει το σχολείο.

Το 1928 ξεκίνησε να παίζει μουσική με μια φυσαρμόνικα, αλλά η σχέση του με τη μουσική θα παρέμενε σε εκείνο το επίπεδο αν δεν ήταν το ποδόσφαιρο. Έπειτα από έναν σοβαρό τραυματισμό του, η μητέρα του τού έκανε δώρο ένα μαντολίνο για να σταματήσει να παίζει. Η ζωή του άλλαξε, όταν μια μέρα άκουσε σε μια ταβέρνα «Το μινόρε του τεκέ» του Γιάννη Χαλκιά. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε μπουζούκι. Το ερωτεύτηκε και το υπηρέτησε πιστά μέχρι το τέλος της ζωής του.

Στο πάλκο πρωτανέβηκε το 1933. Στη σαραντάχρονη πορεία του έγραψε πάνω από 800 τραγούδια, περιόδευσε σε Ελλάδα και Αμερική, και ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών, μουσικών και τραγουδιστών. «Η Φαλιριώτισσα» «Η Ψαροπούλα», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Καπετάν Αντρέα Ζέππο», «Πριν το χάραμα», «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε», είναι μερικά μόνο από τα διαχρονικά τραγούδια του που άφησε ως κληρονομιά.

Ο Γιάννης Παπαιωάννου σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα τα χαράματα της 3ης Αυγούστου 1972, καθώς μετά τη δουλειά πήγαινε για ψάρεμα στα Βασιλικά της Σαλαμίνας. Στη μνήμη του, ο Βασίλης Τσιτσάνης -κουμπάρος, φίλος και συνεργάτης του για πολλά χρόνια- έγραψε «Το τραγούδι του Γιάννη» που τραγουδά η Πόλη Πάνου.

Από: www.sansimera.gr

De Siris