Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Έλενα Ναθαναήλ


Έλενα Ναθαναήλ

Η Έλενα Ναθαναήλ ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1947 στη Νέα Φιλαδέλφεια, τότε φτωχό προάστιο των Αθηνών. Το επώνυμο "Ναθαναήλ" ήταν το μητρώνυμό της. Ολόκληρο το ονοματεπώνυμο της ήταν Ελένη Ναθαναήλ Δεληβασίλη.

Σε μία τηλεοπτική συνέντευξή της στις 9 Φεβρουαρίου του 2004 στον Γρηγόρη Αρναούτογλου ("Όμορφος κόσμος το πρωί") δήλωσε ότι είχε καταγωγή από την πλευρά του πατέρα της από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, ενώ από την πλευρά της μητέρας της είχε καταγωγή από τη Μάνη.

Σπούδασε στη δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη και πρωτοεμφανίστηκε στο σινεμά στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη Κάτι να καίει (1963) στην ηλικία των 16 ετών. Στη Γερμανία συμμετείχε στο φιλμ του Ραλφ Τίλε "Το αίμα των Βέλσουγκ". Επιστρέφοντας στην Ελλάδα έκανε καριέρα στο θέατρο και το σινεμά. To 1968 βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ταινία Ραντεβού με μία άγνωστη. Για αρκετά χρόνια πριν το θάνατο της είχε αποσυρθεί από τα καλλιτεχνικά δρώμενα, κάνοντας μόνο επιλεκτικές εμφανίσεις. Η τελευταία της υποκριτική εμφάνιση έγινε λίγο πριν το θάνατο της, στην τηλεοπτική σειρά του Mega Channel Γοργόνες.

Δεν παντρεύτηκε ποτέ, παρ’ όλο που το 1973 απέκτησε μια κόρη με τον επιχειρηματία Γιώργο Τσαγκάρη, την Ίνκα – Μαρία, η οποία είναι δημοσιογράφος. Τα τελευταία χρόνια, μαζί με τον επί 29 χρόνια σύντροφο της ζωής της, βετεράνο ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού Τάσο Μητρόπουλο, κατοικούσε στην Εύβοια δηλώνοντας ότι ήταν αγρότισσα και ασχολούταν με την παραγωγή του κρασιού.

Χτυπημένη από καρκίνο του πνεύμονα απεβίωσε στις 4 Μαρτίου του 2008 το απόγευμα, ενώ η κηδεία της έγινε το μεσημέρι της 5ης Μαρτίου του 2008 στο νεκροταφείο της Νέας Φιλαδελφείας στον Κόκκινο Μύλο.

Κινηματογράφος

Έτος   Τίτλος
1963   Κάτι να καίει
1965   Wälsungenblut
1966   Έρωτας στην καυτή άμμο
1966   Ο Φόβος
1966   Ντάμα σπαθί
1967   Ο 13ος
1968   Επιχείρησις Απόλλων
1968   Κατάσκοποι στο Σαρωνικό
1968   Ραντεβού με μια άγνωστη
1969   Ξύπνα Βασίλη
1969   Το λεβεντόπαιδο
1970   Πρόκλησις
1971   Εθελοντής στον έρωτα
1971   Εκείνο το καλοκαίρι
1971   Il Sorriso del ragno
1972   Αναζήτηση
1972   Αντάρτες των πόλεων
1973   Ζήτημα ζωής και θανάτου
1973   Ο αισιόδοξος
1980   Ο Ποδόγυρος
1981   Η πολιτσμάνα
1981   Ένας κοντός θα μας σώσει
1981   Είσαι στην ΕΟΚ μάθε για την ΕΟΚ
1982   Παγίδα στην Ελλάδα
1982   Απίθανοι αλλιώτικοι και ωραίοι
1986   Οι Πόντιοι
1987   Απουσίες
1998   Παταγωνία
1998   Black Out
2002   Στη σκιά του Lemmy Caution

Τηλεόραση

Έτος   Τίτλος
1982   Οι αξιόπιστοι
1989   Οι αντίζηλες
1991   Το γαλάζιο διαμάντι   
1998   Άγγιγμα ψυχής
2007   Γοργόνες

De Siris

Σαλαντίν

Σαλαντίν

Ο Σαλαντίν ή Σαλαδίνος, σουλτάνος της Αιγύπτου και της Συρίας, γεννήθηκε το 1138 και πέθανε στις 4 Μαρτίου 1193. Το πλήρες όνομά του ήταν Σαλάχ αλ Ντιν Γιουσούφ Ιμπν Αγιούμπ. Στους σταυροφόρους ήταν γνωστός απλά ως Σαλαντίν. Ήταν αυτός που κατάφερε να ενώσει τους μουσουλμάνους της Μέσης Ανατολής, από τον Ευφράτη ως την Αίγυπτο, και να ανακαταλάβει την Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους.

Η πορεία προς την εξουσία

Γεννήθηκε στο Τικρίτ της Μεσοποταμίας το 1138 και ήταν Κούρδος. Πατέρας του ήταν ο ισχυρός αξιωματούχος των Σελτζούκων της Συρίας Αγιούμπ, που ανήκε στην κουρδική φυλή Ριβαδιέ. Τα πρώτα χρόνια του τα πέρασε σε ιερατική σχολή. Αργότερα κατατάχθηκε στο στρατό του Νουρεντίν, και τη δεκαετία του 1160 συνόδευσε το θείο του και στρατηγό του Νουρεντίν, Σιρκούχ, στις εκστρατείες του κατά των Φατιμιδών της Αιγύπτου και των σταυροφόρων. Τελικά ο Σιρκούχ κατάφερε να γίνει βεζίρης στην Αίγυπτο και να κυβερνήσει στο όνομα του Νουρεντίν. Ο Σιρκούχ πέθανε το 1169 και τον διαδέχθηκε ο Σαλαντίν που συνέχισε να κυβερνά στο όνομα του Νουρεντίν, και μάλιστα κατάφερε να αντιμετωπίσει χωρίς τη βοήθειά του τον Αμάλριχο Α' της Ιερουσαλήμ. Το 1171 ο τελευταίος Φατιμίδης χαλίφης αλ-Ντιν πέθανε. Αυτό ήταν και το τέλος της δυναστείας των Φατιμιδών, αλλά και της επικράτησης των Σιιτών στην Αίγυπτο.

Ο Σαλαντίν ήταν πλέον ο απόλυτος κυρίαρχος στην Αίγυπτο και κάτω από την εξουσία του η χώρα μετεστράφηκε πάλι προς το σουνιτισμό. Ο Σαλαντίν ασχολήθηκε με την ισχυροποίηση της Αιγύπτου, αναζωογονώντας την οικονομία της και αναδιοργανώνοντας το στρατό της. Παράλληλα παρουσίασε τάσεις ανεξαρτησίας από το Νουρεντίν σε τέτοιο βαθμό ώστε να φτάσουν ένα βήμα πριν από τον πόλεμο.Όμως το 1174 ο Νουρεντίν πέθανε, αφήνοντας ως διάδοχο το γιο του, ένα ανήλικο και ανίσχυρο αγόρι. Ο Σαλαντίν εκμεταλλευόμενος αυτήν την ευκαιρία επεξέτεινε το κράτος του στη Συρία και μέχρι το 1186 η εξουσία του μέχρι την Μεσοποταμία, αλλά και την Υεμένη, ήταν αδιαμφισβήτητη. Μάλιστα το 1180 κατάφερε να καταστήσει υποτελή του τον σουλτάνο των Σελτζούκων του Ικονίου, Κιλίτζ Αρσλάν Β'.

Οι σχέσεις με τους σταυροφόρους

Όλον αυτό τον καιρό συγκρούστηκε πολύ λίγες φορές με τους σταυροφόρους και τις περισσότερες φορές τους νίκησε παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Βαλδουίνου Δ' της Ιερουσαλήμ. Το 1187 με αφορμή τις συνεχείς επιθέσεις του Ραϋνάλδου της Αντιόχειας στα καραβάνια προσκυνητών για την Μέκκα επιτέθηκε στους σταυροφόρους και έκαψε το στόλο τους στην Ερυθρά θάλασσα.

Ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, Γκυ των Λουζινιάν συγκέντρωσε το σταυροφορικό στρατό και επεδίωξε να συγκρουστεί με το Σαλαντίν. Όμως ο Σαλαντιν τον παρέσυρε μακριά από τις βάσεις του και τον κύκλωσε στο Χαττίν, όπου στις 4 Ιουλίου του 1187 ο σταυροφορικός στρατός καταστράφηκε και ο Γκυ καθώς και πολλοί σημαίνοντες σταυροφόροι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Στη συνέχεια ο Σαλαντίν, χρησιμοποιώντας και τον Γκυ στις διαπραγματεύσεις, κατέλαβε είτε με συμφωνίες παράδοσης είτε με πολιορκία τα περισσότερα κάστρα και λιμάνια της Παλαιστίνης, και τελικά έφτασε στην Ιερουσαλήμ την οποία και κατέλαβε με συνθηκολόγηση στις 2 Οκτωβρίου 1187. Δεν μπόρεσε όμως να καταλάβει την Τύρο, την οποία υπερασπίστηκε με επιτυχία ο Κορράδος του Μονφερά.

Στη συνέχεια περιέσφιξε τον κλοιό γύρω από την Αντιόχεια, καταλαμβάνοντας τη Λαοδίκεια και το Τζεμπελέ.Αργότερα, με την άφιξη των σταυροφόρων της Τρίτης Σταυροφορίας(1189-1192) ο Σαλαντίν υπέστη κάποιες ήττες, όπως την απώλεια της Άκρας μετά από μακρόχρονη πολιορκία και τις ήττες στις μάχες του Αρσούφ και της Γιάφας, αλλά κατάφερε να κρατήσει τους σταυροφόρους έξω από την Ιερουσαλήμ. Ειδικά στο πρόσωπο του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, ο Σαλαντίν βρήκε έναν αντίπαλο που τον εκτιμούσε πολύ, όπως και ο Ριχάρδος εκτιμούσε το Σαλαντίν. Ιστορίες για αυτούς λέγονταν για πολλά χρόνια τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Μέση Ανατολή.

Το τέλος των πολέμων-Θάνατος του Σαλαντίν

Τελικά τα δύο μέρη συμφώνησαν για ειρήνη το 1192, με την οποία το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ θα εκτεινόταν από την Τύρο μέχρι τη Γιάφα, ενώ το εσωτερικό της Παλαιστίνης θα το κρατούσε ο Σαλαντίν που δεσμευόταν να μην εμποδίζει τους χριστιανούς προσκυνητές από το να πηγαίνουν για προσκήνυμα στον Πανάγιο Τάφο. Ο Σαλαντίν πέθανε στη Δαμασκό λίγους μήνες μετά, το 1193.

Ο Σαλαντίν πάντα φρόντιζε για το καλό των υπηκόων του.Τηρούσε πάντα τις συνθήκες με τους αντιπάλους του και τους φερόταν με σεβασμό. Συνήθως φερόταν με σεβασμό και στους αιχμαλώτους που συνελάμβανε, πράγμα αρκετά σπάνιο για εκείνη την εποχή. Κατάφερε να ανακτήσει την Ιερουσαλήμ μετά από 88 χρόνια χριστιανικής κυριαρχίας και έδωσε ένα ισχυρό χτύπημα στους σταυροφόρους που τους συγκλόνισε και που προετοίμασε την καταστροφή των σταυροφορικών ηγεμονιών παρά την ανάσα ζωής που τους έδωσε η Γ' Σταυροφορία.Το όνομά του έμεινε, ακόμη και ανάμεσα στους χριστιανούς, ως πρότυπο ανδρείας και ιπποτισμού, και σίγουρα ήταν η πιο ένδοξη μορφή από την μεριά του Ισλάμ για την εποχή των Σταυροφοριών.

De Siris

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Γρηγόρης Αυξεντίου


Γρηγόρης Αυξεντίου

Ο Γρηγόρης Αυξεντίου γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1928 στο χωριό Λύση που βρίσκεται ανάμεσα στην Λευκωσία και στην Αμμόχωστο και τον έκαψαν οι Άγγλοι κατακτητές στις 3 Μαρτίου 1957 στο κρησφύγετο του στον Μαχαιρά.

Σπουδές

Τελειώνοντας το γυμνάσιο αποφάσισε να πάει στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού. Παράλληλα μελετούσε φιλολογία για να μπει στην φιλοσοφική σχολή Αθηνών.

Θητεία

Ο Γρηγόρης Αυξεντίου υπηρέτησε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού για λίγους μήνες και επέστρεψε στην Κύπρο.

Ε.Ο.Κ.Α.

Στις 20 Ιανουαρίου 1955 έγινε η πρώτη συνάντηση του Αυξεντίου με το Γρίβα που ήταν αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α. (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), στον οποίο έδωσε τον λόγο της Στρατιωτικής του Τιμής, αντί του καθιερωμένου όρκου της Ε.Ο.Κ.Α. και έτσι μπήκε στον αγώνα κατά των Άγγλων. Μπαίνοντας στον αγώνα του δόθηκαν τα εξής ψευδώνυμα: «Ζήδρος», «Ρήγας», «Αίαντας», «Άρης», «Μάστρος», «Ανταίος» και «Ζώτος». Αγωνίστηκε σκληρά στην αντίσταση κατά των Άγγλων και πολύ γρήγορα του δόθηκε η θέση του υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α. Υπηρέτησε ως Τομεάρχης Αμμοχώστου-Βαρωσίων στις αρχές του Αγώνα.

Την 1η Απριλίου 1955 καταζητήθηκε από τους Άγγλους για τη συμμετοχή του στον Αγώνα και μετατέθηκε στην επαρχία Κυρηνείας, όπου υπηρέτησε ως τομεάρχης της ΕΟΚΑ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1955.
Από τον Δεκέμβριο του 1955 διετέλεσε τομεάρχης Πιτσιλιάς, μέχρι τις 3 Μαρτίου του 1957 που έπεσε μαχόμενος.

Ένα από τα σημαντικότερα κρησφύγετα που χρησιμοποίησε ο Γρηγόρης Αυξεντίου τον καιρό του Αγώνα βρίσκεται στην καρδιά του Παλαιχωρίου, δίπλα από την Εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπαντάνασσας, στο υπόγειο του σπιτιού του Ανδρέα και της Μαρίτσας Καραολή.

Κτίστηκε, με υπόδειξη του ιδίου του ήρωα το καλοκαίρι του 1956 (μετά από διαταγή του Διγενή για κατασκευή κρησφυγέτων και σε σπίτια, εκτός εκείνων που υπήρχαν στις ορεινές περιοχές), από τους αντάρτες του Γεώργιο Μάτση, Λεωνίδα Στεφανίδη και Αντώνη Παπαδόπουλο σε συνεργασία με τον Ανδρέα Καραολή και την τεχνική βοήθεια του Σπύρου Μιχαηλίδη.

Αγγλοκρατία

Οι Άγγλοι δεν μπορούσαν να τον πιάσουν και τον είχαν επικηρύξει με το ποσό των 250 λιρών. Κρυφά παντρεύτηκε την Βασιλική μια νύχτα στο μοναστήρι του Αχειροποιήτου στις 10 Ιουνίου 1955. Ποτέ οι Άγγλοι δεν μπόρεσαν να πιάσουν το «Ζήδρο». Κάποτε μεταμφιέστηκε σε καλόγερο στο μοναστήρι του Μαχαιρά, κοντά στο οποίο ήταν και το κρησφύγετό του. Πλησιάζοντας οι Άγγλοι στο μοναστήρι δεν έχασε το κουράγιο του και μεταμφιεσμένος κέρασε τους Άγγλους χωρίς να τον αναγνωρίσουν.

Θάνατος

Στις 3 Μαρτίου του 1957 οι Άγγλοι, ύστερα από προδοσία πληροφορήθηκαν το κρησφύγετό του κοντά στο Μαχαιρά. Το περικύκλωσαν με αυτοκίνητα και ελικόπτερα, έριξαν βενζίνη στο κρησφύγετο και τον έκαψαν ζωντανό. Το καμένο σώμα του θάφτηκε στις 4 Μαρτίου στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, στο χώρο που είναι γνωστός σήμερα ως «Τα Φυλακισμένα Μνήματα».

De Siris

Μιλτιάδης Μαλακάσης

Μιλτιάδης Μαλακάσης

Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1869 και πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1943, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του νεοελληνικού λυρισμού. Ασχολήθηκε επίσης με την μετάφραση και την πεζογραφία.

Η ζωή του

Γεννήθηκε το 1869 στο Μεσολόγγι, από πλούσια οικογένεια. Αφού τελείωσε το δημοτικό και το Ελληνικό σχολείο στο Μεσολόγγι, χωρίς ιδιαίτερες επιδόσεις στα μαθήματα, το 1885 πήγε στην Αθήνα και μπήκε εσωτερικός στο ιδιωτικό λύκειο Παπαγεωργίου. Στη συνέχεια γράφτηκε στην Νομική Σχολή, κατόπιν πίεσης της οικογένειάς του , την οποία όμως δεν τελείωσε ποτέ.

Η οικονομική άνεση της οικογένειάς του τού έδωσε τη δυνατότητα να αφοσιωθεί στην ποίηση και την λογοτεχνία για ολόκληρη τη ζωή του. Στην Αθήνα έζησε κοσμική ζωή και ήταν μέλος της Αθηναϊκής Λέσχης. Το 1897 γνωρίστηκε με τον ελληνογάλλο ποιητή Ζαν Μωρεάς (Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο) και η γνωριμία αυτή επηρέασε αποφασιστικά την ποίησή του και την μετέπειτα λογοτεχνική του πορεία του.

Το 1908 παντρεύτηκε την κόρη του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη Ελίζα και τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε μαζί της στο Παρίσι όπου μπήκε στον κύκλο του Μωρεάς και ήρθε σε επαφή με το γαλλικό πνευματικό κόσμο της εποχής. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1915, αφού προηγουμένως είχε ταξιδέψει στη Γερμανία, στην Κωνσταντινούπολη κ.α. Το 1917 διορίστηκε κοσμήτορας και αργότερα διευθυντής της βιβλιοθήκης της Βουλής. Δεκαοχτώ χρόνια αργότερα παύθηκε από τη θέση αυτή, διορίστηκε όμως ξανά το 1936 για να παραιτηθεί τελικά την επόμενη χρονιά.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Μιλτιάδης Μαλακάσης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποτραβηγμένος στο σπίτι του στο Ψυχικό και πέθανε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός από καρκίνο στις 27 Ιανουαρίου του 1943.

Το έργο του

Ο Μαλακάσης εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην λογοτεχνία από το περιοδικό Εβδομάς το 1885 χρησιμοποιώντας στο πρώτο του δημοσιευμα τα αρχικά Μ.Μ. Πιο συστηματικά άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα, πεζά και άρθρα, εφτά χρόνια αργότερα, σε διάφορα περιοδικά κι εφημερίδες (Εστία, Διόνυσος, Τέχνη, Παναθήναια, Άστυ, Ακρόπολις κ.α.). Αρκετά ποιήματά του δημοσίευσε και στον Νουμά. Συνολικά ολοκλήρωσε δέκα ποιητικές συλλογές (από τις οποίες η Κυρά του Πύργου σε θεατρική μορφή).

Το 1904 ίδρυσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Λάμπρο Πορφύρα την εταιρία «Εθνική Γλώσσα» για την προβολή και την καθιέρωση της Δημοτικής, το 1924 τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και το 1932 εκλέχτηκε πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Συνολικά το ποιητικό του έργο του Μαλακάση χαρακτηρίζεται από απαισιόδοξη διάθεση. Άλλα χαρακτηριστικά της ποίησής του είναι η στιχουργική επιδεξιότητα και η μουσική αίσθηση. Όσο ζούσε, τύπωσε τα ποιητικά βιβλία: Συντρίμματα (1898) (ποιητική συλλογή αφιερωμένη στον Ζαν Μωρεάς), Ώρες (1903), Η Κυρά του Πύργου (1904, έμμετρο παραμυθόδραμα, δημοσιευμένο αρχικά στα Παναθήναια, τόμος Ζ΄, και κατόπιν χωριστά), Πεπρωμένα (1909), Ασφόδελοι (1918), Ο Μπαταριάς - Ο Τάκης Πλούμας – Μπάϋρον (1920), Αντίφωνα (1931), Ερωτικό (1939) και την μετάφραση του έργου Στροφές του Ζαν Μωρεάς (1920).

Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν Τα Μεσολογγίτικα (1946), με όλα τα δημοσιευμένα στις προηγούμενες συλλογές μεσολογγίτικα ποιήματά του και το 1964 ο Γ. Βαλέτας συγκέντρωσε σε δύο τόμους το σύνολο του έργου του, με τίτλο Μαλακάσης: Άπαντα. Πρόσφατα, με φιλολογική επιμέλεια του Γιάννη Παπακώστα, έγινε νέα έκδοση των απάντων του σε τρεις τόμους: Ποιήματα(2005) και Πεζά(2006).

Ορισμένοι μελετητές αλλά και ομότεχνοί του τον επέκριναν (ο Καβάφης τον ειρωνευόταν: «Τα τρίκλωνα και ξέκλωνα του Γρυπάρη» ενώ άλλος κριτικός μιλώντας για τον Μαλακάση είχε πει ότι είναι «ο Δροσίνης που πάει να γίνει Γρυπάρης») χαρακτηρίζοντάς τον «τραγουδιστή», με την έννοια ότι εξέφραζε στα ποιήματά του προσωπικά συναισθήματα αδιαφορώντας για τα δεινά του ανθρώπου και της χώρας και ότι ο στίχος του στερείται φιλοσοφικού στοχασμού. Ο Μαλακάσης το δεχόταν, λέγοντας: «Έχω τον τρόμο των ιδεών».

De Siris

Νίκος Μαμαγκάκης


Νίκος Μαμαγκάκης

Ο Νίκος Μαμαγκάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο Κρήτης στις 3 Μαρτίου 1929. Παρακολούθησε μαθήματα στο Ελληνικό Ωδείο στην Αθήνα. Συνέχισε σπουδάζοντας σύνθεση με τον Καρλ Ορφ και τον Χ. Γκένταμερ στο Μόναχο και ηλεκτρονική μουσική στο Στούντιο Ηλεκτρονικής Μουσικής SIEMENS με τον Γιόζεφ Άντον Ρηντλ.

Έχει λάβει υποτροφίες από την ελληνική κυβέρνηση, την Ανωτάτη Ακαδημία Μουσικής του Μονάχου και την πόλη του Βερολίνου (Deutscher Akademischer Austauscudienst).

Ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '50 χειριζόμενος με πιο πρωτότυπο και προσωπικό τρόπο τα πρώιμα ηλεκτρονικά μέσα. Ακολουθεί ένα προχωρημένο μουσικό ιδίωμα, βασισμένο μερικά πάνω σε στοιχεία της ελληνικής δημοτικής παράδοσης, με πολλά όμως προσωπικά χαρακτηριστικά και στην δομή του ήχου και στην οργάνωσή του, καθώς και στη μορφολιγική διάρθρωση.

Από τα κυριότερα έργα του μπορούν να αναφερθούν τα ακόλουθα: «Μουσική για τέσσερις πρωταγωνιστές» (1959 - 60) για 4 φωνές και 10 όργανα πάνω σ’ ένα κείμενο του Καζαντζάκη, «Κατασκευές» για φλάουτο και κρουστά (1960), «Συνδυασμοί» (1961) για έναν εκτελεστή κρουστών και ορχήστρα, «Γλωσσικά σύμβολα» (1961 - 62) για σοπράνο, μπάσο και μεγάλη ορχήστρα, «Κασσάνδρα» για σοπράνο και 6 όργανα (1963).

Έγραψε επίσης ένα σημαντικό «Κύκλο αριθμών»: Ο αριθμός 1 είναι ο «Μονόλογος» για σόλο βιολοντσέλλο (1962, 2ο βραβείο του μουσικού διαγωνισμού του Α.Τ.Ι.), ο αριθμός 2 είναι οι «Ανταγωνισμοί», ένας διάλογος για βιολοντσέλλο και έναν εκτελεστή κρουστών που κινείται, παίζοντας διάφορα κρουστά πάνω στη σκηνή, σε σχήμα τόξου (1963), ο αριθμός 3 είναι η «Τριττύς» για κιθάρα, 2 κοντραμπάσσα, σαντούρι και κρουστά (1966), και ο αριθμός 4 είναι η «Τετρακτύς» για κουαρτέττο εγχόρδων της οποίας η δομή βασίζεται πάνω στον αριθμό τέσσερα (1963 - 66). Επίσης το «θέαμα - Ακρόαμα» για φωνή, ηθοποιούς, όργανα (1967), το «Σενάριο για δύο αυτοσχέδιους τεχνοκρίτες» για φωνή, όργανα και μαγνητοταινίες (1968), τις «Αντινομίες» για σοπράνο, φλάουτο. 9 όργανα και μικρή χορωδία (1968), τις «Βάκχες», ηλεκτρονικό μπαλλέτο (1969), την «Παράσταση» (1969) για φωνή, φλάουτα και ταινία, την «Άσκηση» για βιολοντσέλλο σόλο (1969 - 70), την «Περίληψη» για φλάουτο (1970), την μονόπρακτη λαϊκή όπερα «Ερωφίλη» (1970), το «Πένθημα» στη μνήμη του Γιάννη Χρήστου για σόλο κιθάρα, το «Εγκώμιο στον Νίκο Σκαλκώτα» για σόλο κλαρινέτο (1978).

Το 1972 (παραγγελία των Ολυμπιακών Αγώνων του Μονάχου) γράφει τον "Κυκεώνα".

Ανάλογο είναι και το έργο του Μουσική για πιάνο και οργανικό σύνολο που έχει παιχτεί κατ' επανάληψη. Στην πρώιμη αυτή περίοδο οι ορχηστρικές του συνθέσεις κορυφώνονται στα κοντσέρτα Αναρχία (1970, παραγγελία του φεστιβάλ του Ντοναουέσιγκεν) για πέντε κρουστά και τεράστια ορχήστρα, μια από τις πιο καθοριστικές συνθέσεις του αιώνα μας (συμφωνική Βοστόνης).
Έχει γράψει μουσική δωματίου, μουσική για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, όπερες, ηλεκτρονική μουσική, έργα για ορχήστρα, για σόλο όργανα και βέβαια κύκλους τραγουδιών που αναβαθμισμένοι πλέον (όπως και αρκετά άλλα έργα του) κυκλοφορούν από την "βιοτεχνία" μουσικής "ΙΔΑΙΑ".

Ο Μαμαγκάκης αντιμετώπισε με ιδιόρρυθμο τρόπο την διττή συμμετοχή του τόσο στην πιο ακραία και άκαμπτη μουσική πρωτοπορία της εποχής μας όσο και στα πιο δημοφιλή, πιο προσιτά είδη.

Δεν βλέπει καμιά αντίφαση στο να καλλιεργεί παράλληλα και τα δύο είδη, αφήνοντας πολλές φορές το ένα να διεισδύσει στο άλλο.

Έτσι έχει γράψει μουσική για δεκάδες ελληνικές ταινίες όπως "Η Αρχόντισσα και ο Αλήτης", "Η Νεράιδα και το παλικάρι" κ.λ.π. καθώς και κύκλους τραγουδιών όπως το "Κέντρο Διερχομένων", "11 Λαϊκά τραγούδια".

Η ενασχόλησή του με τη μουσική για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο επικεντρώθηκε περισσότερο στη Δυτική Γερμανία.

Έγραψε μουσική για την ταινία Φέλιξ Κρόυλ του Τόμας Μαν, και για την διεθνώς επιτυχημένη σειρά του Έντγκαρ Ράιτς HEIMAT I,II,III (56 ώρες φίλμ), η μεγαλύτερη κινηματογραφική ταινία όλων των εποχών με πάνω από 20 ώρες μουσικής (έναν αφάνταστο και μόνο για τον όγκο του άθλο) η οποία έκανε την πρεμιέρα της στην όπερα του Μονάχου το 1992.

Στα μέσα της δεκαετίας του '80 παρουσιάζει δύο όπερες την "Οδύσσεια" και τον "Ερωτόκριτο", έργο το οποίο έχοντας υποστεί εννιά γραφές και προσθήκες νέων κομματιών παρουσιάζεται εδώ δισκογραφημένο.

Μια ειδική έκδοση του παίχτηκε στην Εθνική σκηνή της Ορλεάνης (Γαλλία) στις 1/4/2005.
Η ιδιαίτερη επίδοση του συνθέτη στο είδος της όπερας συνεχίστηκε με την "Όπερα των Σκιών" που παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής το 1997, "Τα Ιερά Τραγούδια του Έρωτα" (Μέγαρο Μουσικής, 2000) αλλά και με την όπερα "Ερωφίλη" (2003, Ηρώδειο).

Η έντονη ατομική πρωτοτυπία κάνει τον Μαμαγκάκη να ξεχωρίζει, όχι μόνο ανάμεσα στους άλλους (ακόμα και τους μεγαλύτερους) έλληνες συνθέτες, αλλά και στην διεθνή σκηνή.

"Δίπλα στον Ξενάκη, τον Σκαλκώτα, τον Χρήστου, θα έβαζα τον Μαμαγκάκη"
δήλωσε κάποτε ο πολύ απαιτητικός συνθέτης και καθηγητής Γκύντερ Μπέκερ.

De Siris

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Ρένος Αποστολίδης


Ρένος Αποστολίδης

Ο Ρένος Αποστολίδης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 1924 και πέθανε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2004. Ήταν Έλληνας συγγραφέας και κριτικός της λογοτεχνίας της μεταπολεμικής γενιάς.

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο Ηρακλής Ν. Αποστολίδης, δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης σε πολλές αθηναϊκές εφημερίδες, διευθυντής της Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού, διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης (1945–1959) και δημιουργός της πρώτης Ανθολογίας Ποίησης και Διηγήματος (α΄ έκδοση 1933· η συγκεκριμένη Ανθολογία συνεχίστηκε από τον Ρένο και τους γιους του Ρένου). Η μητέρα του, Ελπινίκη, το γένος Ζαμπέλη, ήταν δασκάλα.

Το 1935 τέλειωσε το δημοτικό σχολείο και το 1941 το Βαρβάκειο Γυμνάσιο, όπου στις 28 Οκτωβρίου του 1941 οργάνωσε μαθητική αποχή. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής παρέμεινε ανένταχτος.

Με την απελευθέρωση, έζησε από κοντά τα τραγικά γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944. Το 1945 άρχισε να σπουδάζει Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του, γιατί τον κάλεσαν να υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Ζώντας από κοντά την καταστροφή και τον θάνατο, ορκίστηκε να ρίξει μήτε μία σφαίρα και να καταγράψει ό,τι ζούσε επί δυόμισι χρόνια στον Γράμμο, το Βίτσι και κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Ρούμελης και της Πελοποννήσου. Μόλις απολύθηκε, δημοσίευσε την Πυραμίδα 67, ένα από τα πιο αυθεντικά κείμενα για τον Εμφύλιο Πόλεμο.

Το 1950 ολοκλήρωσε τις σπουδές του, για να διδάξει κατόπιν Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Ιστορία και Λατινικά σε ιδιωτικά αθηναϊκά γυμνάσια. Η πρώτη του εμφάνιση στον χώρο των Γραμμάτων έγινε το 1944, με τη δημοσίευση του δοκιμίου «Καιρός τού είναι» στο περιοδικό Γράμματα. Έναν χρόνο αργότερα, εξέδωσε την πρώτη του συλλογή δοκιμίων Τρεις σταθμοί μιας πορείας. Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας ως συντάκτης (Ελευθερία, Νίκη, Εικόνες, Γνώσεις, Νεώτερον Λεξικόν Ηλίου, Ανεξάρτητος Τύπος κ.ά.) και ως κριτικός (Γράμματα, Φοιτητική Φωνή, Δελτίον του Βιβλίου, Κύκλος, Κοχλίας, Νέα Εστία, Νέοι Ρυθμοί, Νέες Εικόνες, Έθνος, Εθνικός Κήρυκας, Εποπτεία και Νέα Κοινωνιολογία).

Από το 1951 ανέλαβε την αρχισυνταξία και την κριτική στήλη στο περιοδικό Ο Αιώνας μας, και το 1952 ίδρυσε με τον πατέρα του το περιοδικό Τα Νέα Ελληνικά, από τις σελίδες του οποίου άσκησε έντονη κριτική «εναντίον του πολιτικού και λογοτεχνικού κατεστημένου», και ιδιαιτέρως κατά της «Γενιάς του '30», καταλογίζοντάς της «πνευματική και ηθική ανεπάρκεια». Για τη στάση του αυτή, οι κριτικοί της εποχής τον αγνόησαν περιφρονητικά ή έφτασαν στο σημείο να μηνύσουν (ο Καραγάτσης, συγκεκριμένα) αυτόν και τον πατέρα του. Ωστόσο, το 1960 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων Ιστορίες από τις Νότιες Ακτές.

Από το 1962 έως το 1964, διετέλεσε συνεργάτης της Γενικής Διεύθυνσης του
Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1963 κατήλθε υποψήφιος βουλευτής, και στις δημοτικές εκλογές του 1964 κατήλθε υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων. Το 1965 ο Ρένος Αποστολίδης μετά το τέλος μιας διαδηλώσεως, εισήλθε -επικεφαλής οργισμένου πλήθους- στη Βουλή. Για την πράξη του αυτή συνελήφθη και καταδικάστηκε σε δυόμισι έτη φυλάκιση, εκτίοντας μόνο τρεις μήνες.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, το 1969, άρχισε να δημοσιεύεται στον αθηναϊκό Τύπο η Ανθολογία Διηγήματος του Ηρακλή Ν. Αποστολίδη, την οποία ο Ρένος Αποστολίδης παραχώρησε δωρεάν, υπό τον απόλυτο όρο της μη παρεμβάσεως στα κείμενα εκ μέρους της λογοκρισίας. Η δημοσίευση, ωστόσο, της δικής του νουβέλας Ο Α2, με θέμα τον Εμφύλιο, προκάλεσε την επέμβαση της λογοκρισίας και τη διακοπή της εμφάνισης της Ανθολογίας.

Μετά τη δικτατορία και έως το 1979, συνέχισε να γράφει κριτικές στο περιοδικό Τετράμηνα και δημοσίευσε πάμπολλα έργα του. Στα τελευταία του χρόνια έκανε δημόσιες διαλέξεις και εμφανίζονταν και στην τηλεόραση, πάντα για θέματα ελληνικής γλώσσας, παιδείας και λογοτεχνίας. Ας σημειωθεί ότι ήταν λάτρης του πολυτονικού συστήματος γραφής και υπερασπίστηκε πάντα την ιστορική ελληνική ορθογραφία.

Πέθανε στις 10 Μαρτίου του 2004 χτυπημένος από οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Μιας και ήταν άθεος, η ταφή του έγινε χωρίς θρησκευτική τελετή.

Το έργο του

Το δημοσιευμένο έργο του Ρένου Αποστολίδη ανέρχεται στα τριάντα βιβλία με διηγήματα, δοκίμια και κριτική. Επιμελήθηκε την κλασική επτάτομη Ανθολογία Ποίησης και Διηγήματος και μετάφρασε και σχολίασε με τους γιους του, Ήρκο και Στάντη, την εξάτομη Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Διαδόχων και Επιγόνων του Droysen. Μαζί με τους γιους του, εξέδωσε επίσης την σχολιασμένη έκδοση των Απάντων του Καβάφη.

Βασικό χαρακτηριστικό του πεζογραφικού έργου του είναι η κυριαρχία της παρεμβολής του συγγραφέα στη ροή της αφήγησης και η έκφραση της προσωπικής του άποψης και οπτικής του μύθου με τρόπο άμεσο. Κύρια πηγή της θεματολογίας του είναι η περίοδος της γερμανικής κατοχής και του ελληνικού Εμφυλίου. Τα ιστορικά γεγονότα αυτής της περιόδου τα εντάσσει στην αφήγησή του, «τόσο για να κρίνει τις αρνητικές τους επιπτώσεις όσο και για να τονίσει το υπαρξιακό αδιέξοδο στο οποίο οδηγούν τους ήρωές του». Στα μεταγενέστερα έργα του στράφηκε προς την σύγχρονη πραγματικότητα, διατηρώντας ωστόσο την άποψή του για τις επιπτώσεις του Εμφυλίου στην μετέπειτα πολιτική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας.

Το αρχείο του, με δημοσιεύματα, επιστολές κι ανέκδοτα κείμενα, ξεπερνάει τις 40.000 σελίδες. Σε DVD κυκλοφορούν τα καλύτερα αποσπάσματα του ντοκιμαντέρ Ο Εμφύλιος μέσα μας (που βασίστηκε στην Πυραμίδα 67) σε σκηνοθεσία Κώστα Φέρρη.
Έργα του μεταφράστηκαν στα ολλανδικά, γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά.

Εργογραφία

Δικά του έργα

Τρεις σταθμοί μιας πορείας, 1945
Τα φτερά του πελαργού, 1949
Ποιητικά γράμματα, 1949
Πυραμίδα 67, 2006, 6η έκδοση (πρώτη έκδοση 1950)
Τα Νέα Ελληνικά (περιοδικό), 1952, 1957, 1966–1967
Ιστορίες από τις νότιες ακτές, 1960
Το κριτήριο, 1960
Ο γρασαδόρος και τα χειρόγραφα του Max Tod, 1970
Κριτική του Μεταπολέμου, 1970
Βορά στο θηρίο, 1963
Κατηγορώ, 1963
Στη γέμιση του φεγγαριού, 1981
Ο Α2, 1995 (πρώτη έκδοση 1968)
Κλειδιά, 1968
Η άλλη ιστορία, 1972
Ανθύλη, 1973
Από τον κόσμο ΡΑ, 1973
Τετράμηνα (περιοδικό), 1974–1979
Αντι-τύπος, 1975
Renos, 1977
Καμμένα φτερά, 1978
Άξονες, 1979
Οι Ερινύες, 1980
Ημερολόγια της Ανθολογίας, 1980 –1983
ΚΑΙΓΕ, 1982
Οι εξάγγελοι, 1984
Η αυτοκρατορία των σκουπιδιών, 1989
Οι γάτες, 1989
Ο κεραυνός, 1991
Η δίνη, 1993
Στον κυνηγημένο καιρό, 1993
Απάντηση στην «Πυραμίδα 67», 1996
Αυτός που γαβγίζουν οι σκύλοι, 1998
Ουλάν Μπατόρ, 1999
Το μαύρο καράβι, 2004

Ανθολογίες

Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας, Ποίηση, 3 τόμοι. Διήγημα, 4 τόμοι.

Φιλολογικά έργα

(Πρόκειται για έργα που ο Ρένος Αποστολίδης, μαζί με τους γιους του Ήρκο και Στάντη Αποστολίδη, επιμελήθηκε ή μετέφρασε, σχολίασε εκτενώς και εξέδωσε.)
Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα: Άπαντα τα δημοσιευμένα, 2003
J. G. Droysen, Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, 2 τόμοι, 1996–1999
J. G. Droysen, Ιστορία των Διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, 2 τόμοι, 2002
J. G. Droysen, Ιστορία των Επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, 2 τόμοι, 2006
De Siris

Ιωάννης Ρωμανίδης

Ιωάννης Ρωμανίδης

Ο πρωτοπρεσβύτερος π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Ορθόδοξους θεολόγους του 20ού αιώνα και ανακαινιστής της Ορθόδοξης Θεολογίας, με την επιστροφή της στην γνησιότητα της αγιοπατερικής παραδόσεως.

Η ζωή του

Οι γονείς του ήταν από την Ρωμαϊκή Καστρόπολη της Αραβησσού της Καππαδοκίας. Γεννήθηκε στον Πειραιά, στις 2 Μαρτίου 1927. Έφυγε από την Ελλάδα και μετανάστευσε στην Αμερική, στις 15 Μαΐου 1927 (σε ηλικία 72 ημερών), με τους γονείς του και μεγάλωσε στην πόλη της Νέας Υόρκης στο Μανχάταν στην 46η οδό μεταξύ της 2ας και της 3ης Λεωφόρου.

Ήταν απόφοιτος του Ελληνικού Κολεγίου Μπρούκλαϊν, Μασαχουσέτης, της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Γέηλ, Διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ (School of Arts and Sciences). Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου στην Θεσσαλονίκη και Επισκέπτης Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού του Πανεπιστημίου Μπαλαμάντ, του Λιβάνου από το 1970.

Σπούδασε ακόμη στο Ρωσικό Σεμινάριο του Αγίου Βλαδίμηρου της Νέας Υόρκης, στο επίσης Ρωσικό Ινστιτούτο Αγίου Σεργίου στο Παρίσι και στο Μόναχο της Γερμανίας. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1951 και έκτοτε διακόνησε ως εφημέριος σε διάφορες ενορίες των ΗΠΑ. Μεταξύ των ετών 1958 και 1965 υπηρέτησε ως καθηγητής στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού, παραιτήθηκε όμως το 1965, διαμαρτυρόμενος για την απομάκρυνση του π. Γεωργίου Φλορόφσκι από την Σχολή.

Η εκλογή του για την Έδρα της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έγινε στις 12 Ιουνίου 1968, αλλά δεν διωρίζετο, διότι κατηγορείτο ως "κομμουνιστής". Τελικά ο διορισμός του έγινε το 1970. Το 1984, για προσωπικούς λόγους παραιτήθηκε με πλήρη σύνταξη.

Απεβίωσε την 1 Νοεμβρίου 2001, αφήνοντας πίσω του πλούσιο θεολογικό και ιστορικό έργο.

Το έργο του

Έχει συγγράψει πλήθος μελετών, πολλές από τις όποιες είναι ακόμη ανέκδοτες και πρέπει να συνεκδοθούν σε σειρά τόμων. Τα κατάλοιπά του είναι ανάγκη να ασφαλισθούν διότι έχουν πολλά να προσφέρουν και αποκαλύψουν. Η διδακτορική του διατριβή περί του Προπατορικού Αμαρτήματος κυριολεκτικά επαναστατική, άνοιξε νέους δρόμους στην Ορθόδοξη Θεολογία, ακολούθησαν δε τα βιβλία του για την Ρωμιοσύνη, που είχαν την ίδια σημασία, για τον χώρο της Ιστορίας. Και των δύο αυτών χώρων, την έρευνα και κατανόηση, ανανέωσε ο π. Ιωάννης.

Το έργο και η προσφορά του στην επιστήμη έχουν διερευνηθεί συστηματικά στη διδακτορική διατριβή του Andrew Sopko, Prophet of Roman Orthodoxy – The Theology of John Romanides, Canada, 1998.

Εξ ίσου όμως μεγάλη υπήρξε η συμβολή και η προσφορά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία με τη συμμετοχή του στους Θεολογικούς Διάλογους με Ετερόδοξους, ιδιαίτερα με τον Αγγλικανισμό, αλλά και αλλόδοξους (Ιουδαϊσμό και Ισλάμ). Το γεγονός δε, ότι μητρική του γλώσσα ήταν η Αμερικανική (Αγγλική), του εξασφάλιζε την άνεση που χρειαζόταν, για να αναπτύσσει με κάθε ακρίβεια τις θέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συμμετείχε επίσης στο Διάλογο με την Παγκόσμια Λουθηρανική Ομοσπονδία (1978 κ.ε.) Στους Διάλογους αυτούς φαινόταν η ευρεία γνώση του στην πατερική παράδοση, αλλά και των παραχαράξεών της, στην Ανατολή και τη Δύση, κατ' εξοχήν δε η γνώση της Θεολογίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ακρογωνιαίου λίθου της Ορθόδοξης παράδοσης.

Ο π. Ιωάννης υποστήριζε την σχέση Θεολογίας και αγιοπνευματικής εμπειρίας και τους σταθμούς της πνευματικής πορείας των Αγίων: κάθαρσις - φωτισμός - θέωσις, ως προϋπόθεση των Οικουμενικών Συνόδων και της αυθεντικής αποδοχής των, κάτι που θεωρούσε ότι έχει χαθεί στη Δύση, αλλά και στη δυτικίζουσα, κατά τη γνώμη του, σημερινή Ορθόδοξη θεολογική σκέψη. Η στροφή αυτή στην πατερικότητα, ως εκκλησιαστική γνησιότητα, συνέχισε και συνεπλήρωσε την ανάλογη κίνηση του π. Γεωργίου Φλορόφσκι, την πορεία του οποίου ακολούθησε στον οικουμενικό Διάλογο, θεωρούμενος και αυτός συχνά ενοχλητικός και όχι εύκολος συνομιλητής.

Εποχή προ και μετά Ρωμανίδη

Η σημασία του θεολογικού του έργου (διδακτικού, συγγραφικού, αγωνιστικού) κάνει πολλούς μελετητές να μιλούν για εποχή προ και μετά τον π. Ρωμανίδη. Διότι θεωρούν ότι εφερε αληθινή τομή και ρήξη με το σχολαστικό παρελθόν της Ελλαδικής Ορθοδοξίας, που λειτουργούσε ως βαβυλώνιος αιχμαλωσία στη θεολογία της. Η διατριβή του σφράγισε αποφασιστικά αυτή την αναγεννητική πορεία, σε σημείο, που και αυτοί οι για διαφόρους λόγους επικριτές ή ιδεολογικά αντίπαλοί του, να προδίδουν στα γραπτά τους την επιρροή του π. Ιωάννου στη θεολογική τους σκέψη.

Συγκεκριμένα, ο π. Ιωάννης:

α) Επανέφερε στον ακαδημαϊκό θεολογικό χώρο την προτεραιότητα της πατερικής εμπειρικής θεολογήσεως, παραμερίζοντας τον διανοητικό - στοχαστικό - μεταφυσικό τρόπο θεολογήσεως,
β) Συνέδεσε την ακαδημαϊκή θεολογία με την λατρεία και την φιλοκαλική παράδοση, καταδεικνύοντας την αλληλοπεριχώρηση θεολογίας και πνευματικής ζωής και τον ποιμαντικό - θεραπευτικό χαρακτήρα της δογματικής θεολογίας.
γ) Διείδε και υιοθέτησε στη θεολογική μέθοδο τον στενό σύνδεσμο δόγματος και ιστορίας και γι' αυτό μπόρεσε να κατανοήσει όσο λίγοι την αλλοτρίωση και πτώση της θεολογίας στη Δυτική Ευρώπη, που επήλθε με την φραγκική κατάκτηση και επιβολή. Η καλή γνώση της ιστορίας, εξ αλλού, Φραγκοσύνης και Ρωμιοσύνης (προοριζόταν για καθηγητής της Ιστορίας στο Γέηλ) τον βοήθησε να διαπιστώσει και αναλύσει τη διαμετρική διαφορά Φράγκικου και Ρωμαίικου πολιτισμού, εισάγοντας ρωμαίικα κλειδιά στη διερεύνηση της ιστορίας και του πολιτισμού.
δ) Βοήθησε, έτσι, την πληρέστερη έρευνα και του Ελληνισμού, έξω από τις κατασκευασμένες δυτικές θέσεις, με την ορθή - ως απόλυτα τεκμηριωμένη - χρήση των ιστορικών ονομάτων του Ελληνικού έθνους, της σημασίας και δυναμικής τους στην Ιστορική του πορεία.

Οι ετερόδοξοι

Είναι γεγονός, ότι οι ετερόδοξοι ανεγνώριζαν περισσότερο από τους Ορθοδόξους την προσωπικότητα του π. Ιωάννου και τη σημασία του για την Ορθοδοξία. Εθεωρείτο ο καλύτερος ορθόδοξος ερευνητής του ιερού Αυγουστίνου, που βοηθούσε και τη δυτική θεολογία στην κατανόηση του, χαρακτηρίσθηκε δε "ο μεγαλύτερος σίγουρα των εν ζωή Ορθοδόξων θεολόγων, του οποίου τα συγγράμματα αποτελούν κριτική μελέτη του έργου του Αυγουστίνου υπό το φως της πατερικής Θεολογίας". Πρέπει δε να λεχθεί, ότι στον π. Ιωάννη οφείλεται η σπουδαία επισήμανση, ότι η διδασκαλία του Βαρλαάμ του Καλαβρού, για τις θεοπτικές εμπειρίες των προφητών ως "φαινομένων φυσικών, γινομένων και απογινομένων" ανάγεται στο Περί Τριάδος έργο του ι. Αυγουστίνου.

De Siris

Νικόλαος Τσελεμεντές


Νικόλαος Τσελεμεντές

Ο Νικόλαος Τσελεμεντές γεννήθηκε το 1878 και πέθανε στις 2 Μαρτίου 1958, ήταν Έλληνας αρχιμάγειρος του 20ου αιώνα. Καταγόταν απ' το χωριό Εξάμπελα της Σίφνου και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο.

Αρχικά δούλεψε σαν υπάλληλος συμβολαιογραφείου, άρχισε όμως να ασχολείται περισσότερο με τη μαγειρική εργαζόμενος στο μαγαζί του πατέρα και του θείου του. Σπούδασε για ένα χρόνο μαγειρική στη Βιέννη και γυρνώντας εργάστηκε για διάφορες πρεσβείες. Έγινε αρχικά γνωστός με το περιοδικό "Οδηγός Μαγειρικής" που άρχισε να εκδίδει το 1910, που περιείχε -εκτός των συνταγών- διατροφικές συμβουλές, διεθνή κουζίνα, νέα για τη μαγειρική κ.α.

Το 1919 έγινε διευθυντής του ξενοδοχείου "Ερμής", ενώ τον επόμενο χρόνο έφυγε για την Αμερική, όπου δούλεψε σε μερικά απ' τα ακριβότερα εστιατόρια του κόσμου, κάνοντας παράλληλα και ανώτερες σπουδές μαγειρικής, ζαχαροπλαστικής και διαιτολογίας.

Γύρισε στην Ελλάδα το 1932, ίδρυσε μια μικρή σχολή μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής και κυκλοφόρησε το γνωστό βιβλίο του με συνταγές, που όντας ο πρώτος ολοκληρωμένος οδηγός μαγειρικής, γνώρισε πάνω από δεκαπέντε επίσημες ανατυπώσεις τις επόμενες δεκαετίες.

Επηρεασμένος απ' τη γαλλική κουζίνα, υπήρξε εκσυγχρονιστής της ελληνικής κουζίνας, καθώς χάρη σ' αυτόν οι Ελληνίδες νοικοκυρές έμαθαν τη μπεσαμέλ, τα πιροσκί και τη μπουγιαμπέσα, πράγμα που κατά μερικούς ισοδυναμούσε με νόθευση της ελληνικής κουζίνας με ευρωπαϊκά στοιχεία.

Το όνομά του είναι σήμερα συνώνυμο των οδηγών μαγειρικής, ενώ χρησιμοποιείται και σαν πείραγμα προς κάποιον που ξέρει να μαγειρεύει πολύ καλά. Πέθανε στις 2 Μαρτίου του 1958 και κηδεύτηκε την επόμενη ημέρα, από το Α΄ Νεκροταφείο.

De Siris

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Γρηγόριος ΣΤ’

Γρηγόριος ΣΤ’

Ο Γρηγόριος ΣΤ΄ κατά κόσμον Γεώργιος Φουρτουνιάδης, ήταν Οικουμενικός Πατριάρχης.

Γεννήθηκε την 1η Μαρτίου 1798 στο χωριό Φαναράκι του Βοσπόρου. Το 1815 χειροτονήθηκε διάκονος της Μητρόπολης Δέρκων, παίρνοντας το όνομα Γρηγόριος. Το 1825 ορίστηκε μέγας αρχιδιάκονος του Πατριαρχείου από τον Πατριάρχη Χρύσανθο και το 1825 χειροτονήθηκε διαδοχικά μέγας πρωτοσύγγελος και κατόπιν Μητροπολίτης Πελαγονίας. Τον Αύγουστο του 1833 εξελέγη Μητροπολίτης Σερρών. Κατόπιν σφοδρών συζητήσεων και αντεγκλήσεων και με την υποστήριξη συντεχνιών εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης στις 26 Σεπτεμβρίου 1835.

Ήταν εξαιρετικά ηθικός και ευλαβής, αλλά επίμονος στις ιδέες του. Εξέδωσε κανονικές διατάξεις που αφορούσαν τον γάμο (συνοικέσια, προίκα), την εκπαίδευση των μοναχών και δογματικές διαφορές με την Καθολική Εκκλησία και τους Διαμαρτυρομένους. Απαγόρευσε τον ενταφιασμό εντός ναών και καταδίκασε τη μετάφραση της Αγίας Γραφής σε απλούστερη μορφή γλώσσας. Στις 19 Δεκεμβρίου 1839 εξέδωσε Πατριαρχική και Συνοδική εγκύκλιο («Περί της νεωστί αναφανείσης αντιχρίστου διδασκαλίας του Θεοσεβισμού») εναντίον του Θεόφιλου Καΐρη και της διδασκαλίας του.

Επαύθη από το Σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ στις 20 Φεβρουαρίου 1840 και αποσύρθηκε στο σπίτι του στο Μέγα Ρεύμα. Επανεξελέγη 27 έτη αργότερα, μετά την παραίτηση του Πατριάρχη Σωφρονίου, στις 10 Φεβρουαρίου 1867 και παραιτήθηκε στις 10 Ιουνίου 1871. Πέθανε στις 8 Ιουνίου 1881. Ετάφη στο προαύλιο του Ιερού Ναού των Ασωμάτων (Παμμεγίστων Ταξιαρχών) στο Μέγα Ρεύμα και το 1906 έγινε ανακομιδή των οστών του.

De Siris

Μίμης Κουγιουμτζής


Μίμης Κουγιουμτζής

Ο Μίμης Κουγιουμτζής γεννήθηκε στον Πειραιά το 1936 και πρωτόπαιξε το 1959 στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης στο έργο "Υψηλή Εποπτεία" του Ζάν Ζενέ, ενώ μετά τον θάνατο του Καρόλου Κουν έγινε βασικό στέλεχος του Θεάτρου Τέχνης.Το 1977 υπέγραψε την σκηνοθετική του δραστηριότητα με το έργο του Θανάση Κωσταβάρα "Φραγκότο".

Πολλές φορές "γεύτηκε" και το αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, με παραστάσεις αρχαίου δράματος, που έπαιζε και σκηνοθετούσε.Ο Μίμης Κουγιουμτζής, υπήρξε βασικό στέλεχος του Θεάτρου Τέχνης, μαζί με τον Γιώργο Λαζάνη και δίδασκε στη Δραματική Σχολή του θεάτρου.

Το 1994 εγκαινίασε την Παιδική Σκηνή του Θεάτρου Τέχνης.Το 1972 απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, για το ντοκιμαντέρ "Χρονικό-Συλλογές από το Θέατρο Τέχνης", που κατέγραψε ιστορικές στιγμές της θεατρικής σκηνής.Μάλιστα και πέρυσι ο Μίμης Κουγιουμτζής συνυπέγραψε με ομάδα πρωτοεμφανιζόμενων σκηνοθετών μια κινηματογραφική ταινία, που διαγωνίστηκε στο Φεστιβάλ Δράμας.Στη διάθεση του είχε σημαντικό κινηματογραφικό αρχείο με καταγραφή όλων των μεγάλων στιγμών του Θεάτρου Τέχνης, στη χώρα μας, μια μελέτη στην αρχαία τραγωδία. Μάλιστα, το παράπονό του, ήταν ότι δεν μπόρεσε να το αξιοποιήσει λόγω οικονομικής δυσχέρειας.

Τελευταία σκηνοθεσία του Μίμη Κουγιουμτζή, είναι η φετινή παράσταση "Ένα λεπτό και μια στιγμή" στο θέατρο της οδού Φρυνίχου. Τα τελευταία χρόνια συνεργαζόταν συστηματικά με το θέατρο της οδού Φρυνίχου (μια εκ των δυο σκηνών του Θεάτρου Τέχνης).Ο Μίμης Κουγιουμτζής είχε παντρευτεί δυο φορές, την πρώτη φορά με την ηθοποιό Ρένη Πιττακή.Απεβίωσε στις 1 Μαρτίου του 2003.

De Siris

Κώστας Μόντης


Κώστας Μόντης

Ο Κώστας Μόντης γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1914 και πέθανε την 1η Μαρτίου 2004. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ελληνοκύπριους ποιητές και συγγραφείς. Καταγόταν από την Κύπρο και συγκεκριμένα γεννήθηκε το 1914 στην κατεχόμενη σήμερα Αμμόχωστο και πέθανε το 2004 στη Λευκωσία, όπου διέμενε μετά την τουρκική εισβολή.

Βιογραφία

Ο Κώστας Μόντης ήταν μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ. Ποιητής, μυθιστοριογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα της μεταπολεμικής περιόδου. Πολλά από τα έργα του έχουν μεταφρασθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Σουηδικά, Ρωσικά και σε άλλες γλώσσες. Το 1980 τιμήθηκε με τον τίτλο του «δαφνοστεφούς ποιητή» (Poet Laureate) από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού.

Συγγραφέας πολυγραφότατος, βαθιά προβληματιζόμενος για το παρόν και το μέλλον της ιδιαίτερής του πατρίδας, της Κύπρου. Πολλά από τα έργα του αναφέρονται στον αγώνα των Κυπρίων για απελευθέρωση από την Αγγλία και ένωση με την Ελλάδα, την πορεία της νήσου μετά την Ανεξαρτησία, με σημαντικό σταθμό την Τουρκική Εισβολή και την έκτοτε κατοχή του 1/3 της Κύπρου.
Μερικά από τα γνωστότερά του έργα είναι το Γράμμα στη Μητέρα, Στιγμές, μία νουβέλα για τον απελευθερωτικό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. (1955-59), ο αφέντης Μπατίστας, ένα ιστορικοαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα το οποίο κέρδισε το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος στην Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων της Κύπρου κ.ά.

Ο μουσικοσυνθέτης Μάριος Τόκας, προσωπικός φίλος του ποιητή και επίσης καταγόμενος από την Κύπρο, μελοποίησε μερικά από τα συγκλονιστικότερα έργα του Κώστα Μόντη αναφερόμενα στην τουρκική εισβολή του 1974.

De Siris

«Μάρτης» ή «Μαρτιά»

«Μάρτης» ή «Μαρτιά»

Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο, με βαλκανική διασπορά. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια. Οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων έδεναν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι.

Από τη 1η ως τις 31 του Μάρτη, τα παιδιά φορούν στον καρπό του χεριού τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή «Μαρτιά». Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» προστατεύει τα πρόσωπα των παιδιών από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν. Τον φτιάχνουν την τελευταία μέρα του Φλεβάρη και τον φορούν την πρώτη μέρα του Μάρτη, πριν βγουν από το σπίτι.

Σε μερικές περιοχές ο Μάρτης φοριέται στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σαν δαχτυλίδι για να μην σκοντάφτει ο κάτοχός του. Το βραχιολάκι αυτό το βγάζουν στο τέλος του μήνα, ή το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές όταν δουν το πρώτο χελιδόνι, για να τον πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους.


Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία «Μάρτινκα» και στην Αλβανία ως «Βερόρε». Οι κάτοικοι των δυο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους «πιάσει» ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι. Άλλοι πάλι, δένουν τον «Μάρτη» σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μια πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.

Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται «Μαρτενίτσα». Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα» (Μπάμπα Μάρτα, στα βουλγαρικά), που είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η «Μαρτενίτσα» λειτουργεί στη συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.

Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία «Μαρτιζόρ». Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Θεός - Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι.

Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.


De Siris