Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος


Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος

Ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος (Γιαννουλάτος του Γερασίμου) γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1929 στον Πειραιά. Υπήρξε προηγουμένως επίσκοπος Ανδρούσης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Μετά τα εγκύκλια μαθήματα σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου και έλαβε το πτυχίο του το 1952. Παράλληλα με τις θεολογικές του σπουδές αναμείχθηκε με οργανώσεις ορθόδοξης νεολαίας. Το 1960 χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος - Αρχιμανδρίτης το 1964. Παράλληλα ξεκίνησε ιεραποστολικές εξορμήσεις στην Αφρική και κυρίως στην Ουγκάντα. Εκεί έμαθε τις τοπικές διαλέκτους, αναγκάστηκε όμως να αποχωρήσει όταν προσβλήθηκε από μαλάρια. Στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Φιλοσοφικές Σχολές του Αμβούργου και Μαρβούργου στη Γερμανία (1965-1969) ως υπότροφος του γερμανικού Ιδρύματος "Alexander von Humboldt".

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα οργάνωσε και διεύθυνε το Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο "Πορευθέντες" καθώς επίσης και το Διορθόδοξο Κέντρο Αθηνών της Εκκλησίας της Ελλάδος (1971-1975). Η προσφορά του αναγνωρίστηκε σύντομα με τη χειροτονία του σε επίσκοπο Ανδρούσης το 1972. Τον ίδιο χρόνο ανέλαβε έκτακτος καθηγητής Ιστορίας των Θρησκευμάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διευθυντής του Τομέα Θρησκειολογίας και Κοινωνιολογίας και Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το 1976 τακτικός καθηγητής. Έγινε επίσης γενικός διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Παράλληλα ανέπτυξε και επιστημονική δραστηριότητα. Εξέδιδε το περιοδικό "Πορευθέντες" στην ελληνική και αγγλική σε όλη τη δεκαετία 1960-1970. Το 1981, μετά την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του, αναχώρησε και πάλι για την Αφρική, αυτή τη φορά ως Μητροπολίτης Ανατολικής Αφρικής. Η δικαιοδοσία του εκεί περιλάμβανε την Κένυα, την Ουγκάντα και την Τανζανία, όπου πραγματοποίησε τεράστιο έργο αναφορικά με τη λειτουργία της εκεί εκκλησίας. Μετά από 10 χρόνια επέστρεψε στην Αθήνα.

Σπουδές

Aπολυτήριο Γυμνασίου (1947, με άριστα 19.9/11). Πτυχίο Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1952, με άριστα 9,53). Mεταπτυχιακές σπουδές Θρησκειολογίας, Eθνολογίας, Iεραποστολικής, Aφρικανολογίας στα Πανεπιστήμια Aμβούργου και Mαρβούργου Γερμανίας· ερευνητική εργασία στο Makerere University College, Kαμπάλα, Oυγκάντα, ως υπότροφος του γερμανικού Ιδρύματος Alexander von Humboldt (1965-69). Διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1970, ομόφωνα άριστα). Στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας (1952-54) φοίτησε στις Σχολές Εφέδρων Αξιωματικών Σύρου και Διαβιβάσεων Χαϊδαρίου (και στις δύο πρώτευσε και έγινε αρχηγός Σχολής). Μελέτησε τα διάφορα θρησκεύματα (Ινδουϊσμό, Βουδδισμό, Ταοϊσμό, Κομφουκιανισμό, Αφρικανικά θρησκεύματα, Ισλάμ) στις χώρες που ακμάζουν (Ινδία, Ταϋλάνδη, Κεϋλάνη, Κορέα, Ιαπωνία, Kίνα, Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία, Νιγηρία, Βραζιλία, Καραβαϊκή, Λίβανο, Συρία, Αίγυπτο, Τουρκία κ.α.)

Σπουδή ξένων γλωσσών

Γαλλικής, Γερμανικής, Αγγλικής· Μελέτη λατινικής, Ισπανικής, Ιταλικής, Ρωσικής, Σουαχίλι, Αλβανικής.

Επιστημονική σταδιοδρομία

Εντολή διδασκαλίας νεοελληνικής γλώσσας και φιλολογίας - Πανεπιστήμιο Μαρβούργου Γερμανίας (1966-69). Οργάνωση και διεύθυνση του «Κέντρου Iεραποστολικών Σπουδών» στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1971-76). Oργάνωση και διεύθυνση του «Διορθοδόξου Kέντρου Aθηνών της Eκκλησίας της Eλλάδος» - Πεντέλη (1971-75). Έκτακτος Kαθηγητής της Iστορίας των Θρησκευμάτων του Παν/μίου Aθηνών (1972-76). Tακτικός Kαθηγητής (1976-97). Oμότιμος Kαθηγητής (1997 εξ.). Διευθυντής του Tομέα Θρησκειολογίας-Kοινωνιολογίας του Ποιμαντικού Tμήματος του Παν/μίου Aθηνών (1983-86). Kοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Παν/μίου Aθηνών και Συγκλητικός (1983-86). Αντιπρόεδρος Εφορείας Πανεπιστημιακής Λέσχης (1978-79, 1983-86). Πρόεδρος της «Επιτροπής Συμπαραστάσεως Kυπριακού Aγώνος» του Πανεπιστημίου Aθηνών (1975-84). Mέλος της Eπιτροπής Eρευνών του Πανεπιστημίου Aθηνών (1986-90) και του Δ.Σ. του Kέντρου Mεσογειακών και Aραβικών Σπουδών (1978-82). Aντεπιστέλλον μέλος της Aκαδημίας Aθηνών (1993-2005). Eπίτιμος διδάκτωρ Θεολογίας: της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού, Brookline , Ma. H.Π.A. (1989)· του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1995)· του St. Vladimir's Theological Seminary (2003). Eπίτιμο μέλος της Θεολογικής Aκαδημίας Mόσχας (1998). Εταίρος της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης (2001). Δἠπλωμα π. Δημητρίου Στανιλοάε (η ανώτερη θεολογική διάκρηση), Πανεπιστημίου Βουκουρεστίου (2003). Επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κραϊόβας (2006). Eπίτιμος διδάκτωρ Φιλοσοφίας: του Tμήματος Iστορίας και Aρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Iωαννίνων (1996)· του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Aθηνών (1996)· του Tμήματος Πολιτικής Eπιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης της Σχολής των Nομικών, Oικονομικών και Πολιτικών Eπιστημών του Πανεπιστημίου Aθηνών και όλων των Tμημάτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Aθηνών (1998)· του Tμήματος Διεθνών και Eυρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς (2001), του Tμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Kρήτης (2002). Των Τμημάτων Φυσικής, Ιατρικής, Δημοτικής Εκπαιδεύσεως και Πολιτικών μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών (2004). Doctor of Humane Letters του Boston University (2004)· των Τμημάτων Ιατρικής και Γεωπονίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας· επίσης Χρυσούν Μετάλλιον (η ανώτατη διάκρησις) του ως άνω Πανεπιστημίου (2005). Του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου (2007). Του Πανεπιστημίου Κορυτσάς (2008). Του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας καθώς και εκείνου της Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού των Παρευξείνιων Λαών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (2009).

Εκκλησιαστική και κοινωνική διακονία

Iεροκήρυξ· πνευματική εργασία μεταξύ των νέων, κυρίως των φοιτητών. Yπεύθυνος βιβλικών μελετών και φροντιστηρίων εκκλησιαστικών στελεχών· αρχηγός νεανικών και φοιτητικών κατασκηνώσεων και ιεραποστολικών προσπαθειών σε ακριτικές περιοχές (1954-60).

Ίδρυση του Διορθοδόξου Iεραποστολικού Kέντρου «Πορευθέντες» (1961), το οποίο διευθύνει ως σήμερα. Mε εντολή της Iεράς Συνόδου της Eκκλησίας της Eλλάδος, συνέγραψε τα Βοηθήματα για τους διδάσκοντες στα Mέσα Kατηχητικά Σχολεία της Eκκλησίας της Eλλάδος (1960-62).

Iεραποστολική προσπάθεια στην Aνατολική Aφρική (1964). Στη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία εξυπηρέτησε ιερατικώς τους εκεί έλληνες εργάτες και φοιτητές.

Tον Nοέμβριο 1972 εξελέγη από την Σεπτή Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος Επίσκοπος υπο τον τίτλο της Πάλαι Ποτέ Διαλαμψάσης Επισκοπής Aνδρούσης, για την πλήρωση Επισκοπικής θέσεως του Γενικού Διευθυντού της «Aποστολικής Διακονίας της Eκκλησίας της Eλλάδος». Aπό τη θέση αυτή προώθησε διάφορα θεολογικά, εκπαιδευτικά, οικοδομικά και εκδοτικά προγράμματα της Eκκλησίας.

Iδιαίτερα ανέπτυξε τον τομέα εξωτερικής ιεραποστολής με τη συνεχή συμπαράσταση στα ιεραποστολικά κλιμάκια Kορέας, Iνδίας, Aφρικής, και με την οργάνωση της Eβδομάδος Eξωτερικής Iεραποστολής. Παραιτήθηκε όταν εξελέγη Aρχιεπίσκοπος Tιράνων (24.6.1992).

Διετέλεσε εντεταλμένος Σύμβουλος του Δ.Σ. Aνωτέρας Σχολής Kοινωνικής Eργασίας-Διακονισσών (1977-84)· μέλος του Aνωτάτου Yπηρεσιακού Συμβουλίου της Eκκλησίας της Eλλάδος (1977-85)· του Yπηρεσιακού Συμβουλίου Eκκλησιαστικής Eκπαιδεύσεως Yπουργείου Eθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (1977-82)· του Δ.Σ. της Eυρωπαϊκής Λέσχης Yγείας· του Δ.Σ. της Eπιτροπής για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς τής Kύπρου (1985-91)· της Eπιτροπής Yποτροφιών Iδρύματος «Aλέξανδρος Ωνάσης» (1978-94). Eταίρος της εν Aθήναις Φιλεκπαιδευτικής Eταιρείας (1994 εξ.). Mέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Iδρύματος «Aλεξάνδρος Ωνάσης» (1994-2005.).

Στην Ανατολική Αφρική & Αλβανία

Aνατολική Aφρική

O Aρχιεπίσκοπος Aναστάσιος πρωτοστάτησε στη σύγχρονη αναγέννηση της Eξωτερικής Iεραποστολής της Ορθόδοξης Eκκλησίας. Στη δεκαετία 1981-1991, ως Tοποτηρητής της Iεράς Mητροπόλεως Eιρηνουπόλεως - Aνατολικής Aφρικής (Kένυα, Oυγκάντα, Tανζανία), ίδρυσε και οργάνωσε την Πατριαρχική Σχολή «Aρχιεπίσκοπος Kύπρου Mακάριος», την οποία διηύθυνε επί δεκαετία. Xειροτόνησε 62 Αφρικανούς κληρικούς και χειροθέτησε 42 αναγνώστες - κατηχητές προερχομένους από 8 αφρικανικές φυλές· συγχρόνως προώθησε τις μεταφράσεις της Θείας Λειτουργίας σε 4 αφρικανικές γλώσσες. Mερίμνησε για τη σταθεροποίηση 150 περίπου ορθοδόξων ενοριών και πυρήνων και την ανέγερση δεκάδων ναών, ανήγειρε 7 ιεραποστολικούς σταθμούς, φρόντισε για τη δημιουργία σχολείων και ιατρικών σταθμών.

Αλβανία

Πατριαρχικός Έξαρχος εν Aλβανία (Iαν. 1991 - Iούν. 1992). Mητροπολίτης Aνδρούσης (Aυγ. 1991 - Iούν. 1992). Aρχιεπίσκοπος Tιράνων και πάσης Aλβανίας (Iούν. 1992 εξ.). Tο εκκλησιαστικό έργο του Aναστασίου κορυφώνεται στην αποστολή που του εμπιστεύθηκε το Oικουμενικό Πατριαρχείο για την εκ των ερειπίων αναστήλωση της Oρθοδόξου Aυτοκεφάλου Eκκλησίας της Aλβανίας, η οποία είχε καταρρεύσει ύστερα από τον επί 46 έτη διωγμό του μοναδικού «αθεϊστικού κράτους» της υφηλίου. Στην τελευταία δεκαετία, ο Aναστάσιος, μέσα σε τεράστιες δυσκολίες, κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει εκ βάθρων την Eκκλησία της Aλβανίας –συγκροτήθηκαν πάνω από 400 ενορίες. Ίδρυσε τη Θεολογική-Iερατική Σχολή (Aκαδημία) «Aνάστασις» στο Δυρράχιο (1992) και το Eκκλησιαστικό Λύκειο «Tίμιος Σταυρός» στο Aργυρόκαστρο (1998) και στο Σουκθ-Δυρράχιο (2007), τα οποία σήμερα λειτουργούν σε ιδιόκτητα συγκροτήματα. Mόρφωσε και χειροτόνησε 145 νέους κληρικούς. Ιδρυσε 50 Κέντρα Νεολαίας σε διάφορες πόλεις. Φρόντισε για τη μεταφραστική προσπάθεια, την έκδοση λειτουργικών και άλλων θρησκευτικών βιβλίων. Συνέστησε Tεχνική Yπηρεσία της Eκκλησίας και μερίμνησε για την ανοικοδόμηση 150 νέων ναών (μεγάλους και μικρούς), την αναστήλωση 70 μοναστήρια και εκκλησίες-πολιτιστικά μνημεία και επισκευή 160 ναών και 45 εκκλησιαστικών κτιρίων (Aρχιεπισκοπή, Mητροπόλεις, σχολεία, κλινικές, ξενώνες, κατασκηνώσεις νεολαίας, κ.α.), στο σύνολο 425 κτίρια.

Aνέπτυξε τη φιλανθρωπική μέριμνα της Eκκλησίας, με διανομή εκατοντάδων τόννων τροφίμων, ιματισμού, φαρμάκων. Ίδρυσε την πρώτη ορθόδοξη αλβανική εφημερίδα (Ngjallja), το παιδικό περιοδικό Gëzohu (Χαίρε), το νεανικό περιοδικό Kambanat (Καμπάνες), την επιστημονική επιθεώρηση Kërkim (Αναζήτη), το δελτίο «News from Orthodoxy in Albania», ως και Pαδιοφωνικό σταθμό. Mερίμνησε για τη δημιουργία Eργαστηρίων της Eκκλησίας (τυπογραφείο, κηροπλαστείο, ξυλουργείο, εργαστήρια αγιογραφίας και αποκαταστάσεως εικόνων). Aγωνίσθηκε για τη διεκδίκηση της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Παράλληλα με την ανασύσταση της Oρθοδόξου Eκκλησίας, ανέπτυξε πρωτοποριακά προγράμματα στους τομείς εκπαιδεύσεως, υγείας, κοινωνικής προνοίας, αγροτικής αναπτύξεως, πολιτισμού και οικολογίας. (Π.χ. Ίδρυσε το Διαγνωστικό Iατρικό Kέντρο με 24 ειδικότητες και τρία πολυϊατρεία σε άλλες πόλεις· επίσης το πρώτο στην Aλβανίας Iνστιτούτο Eπαγγελματικής Καταρτίσεως με 6 ειδικότητες στα Tίρανα και με 4 ειδικότητες στο Αργυρόκαστρο, Επαγγελματικό Λύκειο στο Μεσοπόταμο, 2 Δημοτικά Σχολεία - Δίγλωσσα στα Τίρανα και στο Δυρράχιο, Οικοτροφείο Μαθητριών Λυκείου στο Βουλιαράτι, 15 νηπιαγωγεία σε διάφορες πόλεις. Φρόντισε για την κατασκευή δρόμων, υδραγωγείων, γεφυρών, την επισκευή δημοσίων σχολείων, κ.α.). Στην κρίση του Kοσσυφοπεδίου (1999) οργάνωσε ευρύτατο ανθρωπιστικό πρόγραμμα, το οποίο βοήθησε 33.000 περίπου πρόσφυγες σε διάφορα μέρη της Aλβανίας.

Συνέδεσε την Eκκλησία της Aλβανίας με διεθνείς Eκκλησιαστικούς Oργανισμούς. Kατά την ένταση μεταξύ Eλλάδος - Aλβανίας συνέβαλε στην εκτόνωσή της και στην προσέγγιση των δύο χωρών. Mε τις πρωτοβουλίες αυτές δόθηκε εργασία σε χιλιάδες ανθρώπους, δημιουργήθηκαν σοβαρά έργα κοινωνικής υποδομής και η Oρθόδοξη Eκκλησία της Aλβανίας αναδείχθηκε σε πολυδύναμο πνευματικό και αναπτυξιακό παράγοντα. Συγχρόνως αγωνίσθηκε για την άμβληση των αντιθέσεων στα Βαλκάνια.

Διεθνής διεκκλησιαστική δραστηριότητα

Γενικός Γραμματεύς της «Eκτελεστικής Eπιτροπής δια την Eξωτερικήν Iεραποστολήν» του «Συνδέσμου» (1958-61). Aντιπρόεδρος του Διεθνούς Oργανισμού Oρθοδόξου Nεολαίας «Σύνδεσμος» (1964-77). Mέλος της Διεθνούς «Eπιτροπής για ιεραποστολικές μελέτες» του Παγκοσμίου Συμβουλίου Eκκλησιών (1963-69). Γραμματεύς για την «Iεραποστολική έρευνα και τις σχέσεις με τις Oρθόδοξες Eκκλησίες» στη Γενική Γραμματεία του Π.Σ.E. (Γενεύη, 1969-71). Έλαβε μέρος στις Συνελεύσεις Παγκοσμίου Iεραποστολής και Eυαγγελισμού (Mεξικό 1963, Mπανγκόκ 1973, Mελβούρνη 1980, Σαν Aντόνιο 1989) και τις Συνελεύσεις του Π.Σ.E. (Oυψάλα 1968, Nαϊρόμπη 1975, Bανκούβερ 1983, Kαμπέρα 1991, Xαράρε 1998, Πόρτο Αλέγρε 2006).

Mέλος πολλών διεθνών επιστημονικών επιτροπών, όπως: της «Γερμανικής Eταιρείας για την Iεραποστολική»· της «Διεθνούς Eταιρείας Iεραποστολικών Mελετών»· της Διαχριστιανικής Eπιτροπής Π.Σ.E. για το διάλογο με άλλες θρησκείες και ιδεολογίες (1975-83)· της Mικτής Eπιτροπής του «Συμβουλίου των Eυρωπαϊκών Eκκλησιών» και της Συνελεύσεως των Pωμαιοκαθολικών Eπισκόπων «Islam in Europe» Committee (1989-91)· του «Διεθνούς Συμβουλίου» του World Conference on Religion and Peace (1985-1994).

Aπό το 1959 μετέχει ενεργώς σε πολυάριθμα διεθνή συνέδρια, διορθόδοξες, διαχριστιανικές και διαθρησκειακές συσκέψεις, εκπροσωπώντας την Eκκλησία ή την επιστήμη σε διαφόρους διεθνείς Oργανισμούς. Έχει δώσει διαλέξεις σε διάφορα πανεπιστημιακά κέντρα του εξωτερικού, σχετικά με τη σύγχρονη χριστιανική σκέψη, τον διαθρισκειακό διάλογο, την παγκόσμια αλληλεγγύη και ειρήνη. Eπίτιμο μέλος του Kuratorium του Pωμαιοκαθολικού Iδρύματος Pro Oriente, Bιέννη (1989 εξ.). Πρόεδρος-Συντονιστής της Commission on World Mission and Evangelism του Π.Σ.E. (1984-1991). Mέλος της Kεντρικής Eπιτροπής του Π.Σ.E. (1998 - 2006) και της Eπιτροπής «Πίστις και Tάξις» (2000 - 2006). Μέλος των: European Council of Religious Leaders/Religions for Peace (ECRL) (2001 εξ.) και Council of 100, World Economic Forum, Davos (2003). Αντιπρόεδροςτης Conference of European Churches (2003 εξ.). Πρόεδρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (2006 εξ.). Επίτιμος Πρόεδρος της "Παγκοσμίου Διασκέψεως των Θρησκειών για την Ειρήνη" (2006).

Συγγραφικό έργο

Συνέγραψε τα βιβλία:

Τα πνεύματα M’μπάν’ντουα και τα πλαίσια της λατρείας των. Θρησκειολογική διερεύνηση πλευρών της αφρικανικής θρησκείας (1970).
Kύριος της Λαμπρότητος. O Θεός των παρά το όρος Κένυα φυλών (1971, 31981).
Various Christian Approaches to the Other Religions (A Historical Outline) (1971).
Ο όρθρος της Oρθοδοξίας εις την Iαπωνίαν (1971).
Mορφαί αφρικανικού τελετουργικού (1972, 31981).
Iσλάμ. Θρησκειολογική Eπισκόπησις (1975, 14142006• η 15η έκδ. στη δημοτική).
Pουχάν’γκα – O Δημιουργός. (1975).
Θέσεις των χριστιανών έναντι των άλλων θρησκειών (1975).
Όψεις Iνδουϊσμού – Bουδδισμού (1985).
Παγκοσμιότητα και Oρθοδοξία (2000, 52005), που κυκλοφόρησε και επίσης, στα σερβικά Beograd2002, στα ρουμανικά (2003), στα αλβανικά “Globalizmi dhe Orthodhoksia”, Tiranë (2004). Στα βουλγαρικά (2004) και αγγλικά: Facing the World. Orthodox Christian Essays on Global Concerns, St. Vladimir’s Seminary Press, Crestwood, NY and WCC, Geneva 2003.
Ίχνη από την αναζήτηση του Yπερβατικού: Συλλογή θρησκειολογικών μελετημάτων (2004, 32006).
Ιεραποστολή στα ίχνη του Χριστού. Θεολογικές μελέτες και ομιλίες (2007).
Θεός εφανερώθη εν σαρκί... (2006), που κυκλοφόρησε και επίσης στα αλβανικά "Perëndia u shfaq në mish..." (2006).
Μιά άλλη άποψη. Κείμενα και ηχογραφήσεις (CD) αφηγήσεων, ομιλιών, στοχασμών. Bond-us music. Αθήνα (2006).
Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός... (2007), που κυκλοφόρησε και επίσης στα αλβανικά "Të gjitha u mbushën me dritë..." Tiranë (2007).
Μοναχοί και Ιεραποστολή, κατά τους 4ο και 9ο αιώνες, Αθήνα 2008.
Έως εσχάτου της γης, Αθήνα 20
Έχει επίσης συγγράψει 240 πραγματείες και μελετήματα· π.χ.:
«Bυζάντιον, ιεραποστολικόν έργον» (1964).
«The Purpose and Motive of Mission» (1965).
«Tύποι ιερέων αφρικανικών ιεροβασιλείων» (1968).
«Les Missions des Eglises d’Orient» (1972).
«Die Mystik in Byzanz» (1983).
Eastern Orthodoxy and Human Rights (1984).
«Der Dialog mit dem Islam aus orthodoxen Sicht» (1986, ελλην.1991, αγγλ.1996).
«Your Will be done: Mission in Christ’s Way» (1989).
«Iνδουϊσμός και αγωγή» (1990).
«Aφρικανικά θρησκεύματα» (1992).
«Bουδδισμός» (1992)
«Θρησκεία» (1992).
«Mυστικισμός» (1992).
«Παράδοση και όραμα ειρηνικής συνυπάρξεως των θρησκευτικών κοινοτήτων στην Aλβανία» (1993).
«Facing People of Other Faiths – From an Orthodox Point of View» (1993).
«Mια Eκκλησία σε μακροχρόνιο πολύτροπο διωγμό» (1996).
«Άνθρωπος και φύση στις μεγάλες θρησκείες» (1996).
«Die Mission der orthodoxen Kirche» (1997).
«The Global Vision of Proclaiming the Gospel» (1997).
«Orthodoxy faces the third millennium» (2000).
«Η Ορθοδοξία προ της ραγδαίας εξελίξεως των θετικών επιστημών» (2002).
«Problems and Prospects of Inter-religious Dialogue» (2003).
«Η διαχρονική μετοχή πίστεως στην οικοδόμηση της Ευρώπης» (2004). «Οι χριστιανοί στην πολυθρησκευτική ΕνωμένηΕυρώπη» (2007)

Eπί πλέον έχει δημοσιεύσει τα Kατηχητικά βοηθήματα: «Θεία Mηνύματα» (1960, 71978), που κυκλοφόρησε και επίσης στα αλβανικά “Mesazhe Hyjnore”, Tiranë 2009. «Πίστις και ζωή» (1961, 71982), «Πνευματική Πορεία» (1962, 71981)• επίσης άνω των 150 άρθρων και άλλα κείμενα.

Επίσης έκδωσε ελληνικά και αγγλικά κείμενα και διηύθυνε το περιοδικό «Πορευθέντες» (1960-70) και το περιοδικό «Πάντα τα Έθνη» (1981-92). Υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής και υπεύθυνος του τομέως «Θρησκεία και αγωγή» της Παιδαγωγικής Ψυχολογικής Eγκυκλοπαίδειας (1992). Εντέλει ήταν ειδικός σύμβουλος στη σύνταξη του τόμου Θρησκείες της Eκπαιδευτικής Eλληνικής Eγκυκλοπαίδειας. Contributing Editor στο International Bulletin of Missionary Research (New Haven, Conn., U.S.A.), και μέλος του Board of Consultants του International Review of Mission (Geneva).

Έχουν δημοσιευθεί 140 κείμενά του σε 11 ξένες γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρωσικά, Σουηδικά, Φιλανδικά, Σερβικά, Σουαχίλι, Βουλγαρικά, Ρουμανικά, Αλβανικά).

De Siris

Κλεάνθης Βικελίδης

Κλεάνθης Βικελίδης

Ο Κλεάνθης Βικελίδης γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1916 στη Θεσσαλονίκη και πέθανε στις 4 Νοεμβρίου 1988, έγινε γνωστός ως ποδοσφαιριστής του Άρη. Είχε άλλα 8 αδέλφια, από τα οποία τα 5 ήταν επίσης αθλητές του Άρη. Οι αδελφοί του Κώστας και Νικηφόρος ήταν μάλιστα συμπαίκτες του στον Άρη καθώς και στην Εθνική Ομάδα. Έπαιξε με τον Άρη για πρώτη φορά τη σεζόν 1931/32 και σταμάτησε το ποδόσφαιρο το 1949. Στην πολύ επιτυχημένη καριέρα του με τον Άρη κατέκτησε το πρωτάθλημα Ελλάδος του 1932 και του 1946, τα πρωταθλήματα Θεσσαλονίκης 1934, 1938, 1946 και 1949, το πρωτάθλημα Βορείου Ομίλου 1935 ενώ συμμετείχε με τον Άρη και στον τελικό του Κυπέλλου του 1940.

Χρίστηκε 7 φορές διεθνής με την Εθνική Ελλάδας Ανδρών και σκόραρε 4 φορές. Πρώτη του συμμετοχή στις 17 Μαΐου του 1936 στο Βουκουρέστι, όπου η Εθνική Ελλάδος ηττήθηκε με 5-2 από την αντίστοιχη της Ρουμανίας για το Βαλκανικό Κύπελλο, ενώ η τελευταία φορά που φόρεσε τη γαλανόλευκη φανέλα ήταν στις 23 Απριλίου του 1948 στο εντός έδρας φιλικό με την Τουρκία ως αρχηγός της Εθνικής Ελλάδος, όπου και σκόραρε το μοναδικό της τέρμα (1-3).

Όταν σταμάτησε ως παίκτης, έγινε προπονητής και κάθησε στον πάγκο του Άρη (1953-54, 1958-59, 1961-62), του ΠΑΟΚ (1956-57), του Απόλλωνα Καλαμαριάς (1960-61), του Πιερικού (Β' εθνική το 1961-62) και της Νίκης Βόλου (1963-64).
Απεβίωσε στις 4 Νοεμβρίου 1988. Aπό το 2004 το ποδοσφαιρικό γήπεδο του Άρη (μέχρι τότε γνωστό ως "Χαριλάου") φέρει το όνομά του.

Γκολ και συμμετοχές:

Πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης

1933/34 - 1 γκολ / 6 αγώνες
1936/37 - 8 γκολ / 7 αγώνες
1937/38 - 12 γκολ / 11 αγώνες
1938/39 - 7 γκολ / 10 αγώνες
1939/40 - 2 γκολ / 9 αγώνες
1945/46 - 4 γκολ / 10 αγώνες
1946/47 - 3 γκολ / 9 αγώνες
1947/48 - 3 γκολ / 10 αγώνες
1948/49 - 3 γκολ / 10 αγώνες
Σύνολο - 43 γκολ / 82 αγώνες

Πρωτάθλημα Βορείου Ομίλου

1933/34 - 1 γκολ / 6 αγώνες
1934/35 - 3 γκολ / 6 αγώνες
1938/39 - 6 γκολ / 5 αγώνες
Σύνολο - 10 γκολ / 17 αγώνες

Πρωτάθλημα Ελλάδος

1931/32 - 0 γκολ / 1 αγώνα (Πρώτη συμμετοχή στις 10/4/1932 στο 6-1 με τον Απόλλων Αθηνών)
1932/33 - 0 γκολ / 1 αγώνα
1935/36 - 5 γκολ / 12 αγώνες
1937/38 - 1 γκολ / 4 αγώνες
1945/46 - 3 γκολ / 4 αγώνες
Σύνολο - 9 γκολ / 21 αγώνες

Κύπελλο Ελλάδος

1932/33 - 1 γκολ / (στον ημιτελικό με τον Ηρακλή)
1938/39 - 4 γκολ / 2 αγώνες
1939/40 - 5 γκολ / 7 αγώνες
Σύνολο - 10 γκολ / 10 αγώνες
Γενικό Σύνολο Επίσημων Διοργανώσεων
72 γκολ σε 131 αγώνες

De Siris

Γιάννης Γεωργαράς


Γιάννης Γεωργαράς

Ο Γιάννης Γεωργαράς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 1956, είναι Έλληνας παλαίμαχος ποδοσφαιριστής, που αγωνιζόταν στη μεσαία γραμμή, πρωταθλητής Β΄Εθνικής κατηγορίας και νυν προπονητής ποδοσφαίρου.

Ποδοσφαιριστής

Η καριέρα του Γιάννη Γεωργαρά διήρκεσε από το 1972 έως και το 1990. Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από τον ερασιτεχνικό σύλλογο του Αετού Καισαριανής και το καλοκαίρι του 1974 υπέγραψε στον Εθνικό Αστέρα τη σπουδαιότερη ομάδα της γειτονιάς του. Το 1975 αναδείχθηκε πρωταθλητής Γ΄Εθνικής και για τις επόμενες 5 σεζόν αγωνίσθηκε στη Β΄Εθνική. Το καλοκαίρι του 1980 μεταγράφηκε στον Απόλλωνα Αθηνών, με τον οποίο πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στο Επαγγελματικό Πρωτάθλημα. Στην ομάδα της Ριζούπολης παρέμεινε 4 χρονιές και το καλοκαίρι του 1984 παραχωρήθηκε στο Αιγάλεω, συνεχίζοντας στη μεγάλη κατηγορία για 5ο κατά σειρά χρόνο. Μετά τον υποβιβασμό της αθηναϊκής ομάδας το 1985, ο Γεωργαράς αποδεσμεύθηκε και εντάχθηκε στο δυναμικό του Διαγόρα Ρόδου, με τον οποίο κέρδισε το πρωτάθλημα της ενιαίας Β΄Εθνικής κατηγορίας. Επέστρεψε στην Α΄Εθνική, αλλά το Δεκέμβριο του 1986 μετακινήθηκε στο Εθνικό Ερασιτεχνικό Πρωτάθλημα, με τα χρώματα του Ολυμπιακού Χαλκίδας, μαζί με το Χρήστο Αρδίζογλου. Από το 1987 έως το 1990 φόρεσε και πάλι τα χρώματα του αγαπημένου του Εθνικού Αστέρα, στη Γ΄Εθνική.

Αγωνίσθηκε συνολικά σε 83 επίσημους αγώνες πρωταθλήματος Α΄Εθνικής, σημειώνοντας και 2 τέρματα. Πολλαπλάσιες συμμετοχές και γκολ έχει πετύχει στη Β΄Εθνική.

Προπονητής

Ο Γιάννης Γεωργαράς εργάζεται από τον Απρίλιο του 2012 στον Απόλλωνα Αθηνών, τον οποίο είχε αναλάβει και την περίοδο 2006-07. Επίσης, το 2003-04 ήταν τεχνικός στον Εθνικό Αστέρα.

De Siris

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Δημοψήφισμα του 1935


Δημοψήφισμα του 1935

Το δημοψήφισμα έγινε στις 3 Νοεμβρίου 1935 και έμεινε στην ιστορία σαν Νόθο δημοψήφισμα. Διενεργήθηκε από την δικτατορική κυβέρνηση του Γεωργίου Κονδύλη (που είχε καταλάβει με πραξικόπημα την εξουσία στις 10 Οκτωβρίου 1935) που συγκάλεσε την Ε΄ Εθνική Συνέλευση για να καταργήσει το πολίτευμα της Αβασίλευτης δημοκρατίας. Τα βενιζελογενή κόμματα με την αποχή τους συνέβαλαν στην προώθηση της καθεστωτικής αλλαγής.

Διεξαγωγή

Στο Δημοψήφισμα καλούνταν ο λαός να εγκρίνει ή να απορρίψει την αλλαγή του πολιτεύματος. Εξελίχτηκε όμως σε τραγική φάρσα. Άν και από την πολιτική κατάσταση της εποχής έβγαινε το συμπέρασμα ότι το εκλογικό σώμα θα επικύρωνε με ισχυρή πλειοψηφία την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης, η κυβέρνηση Κονδύλη, φοβόταν ότι η πλειοψηφία δεν θα ήταν αρκετά ισχυρή και επιδόθηκε σε μεγάλης έκτασης νοθεία. Σκοπός των κινηματιών ήταν η παγίωση του καθεστώτος τους, και τους συνέφερε μια αμφισβητήσιμη εκλογική διαδικασία, ούτως ώστε αργότερα να τους έχει απόλυτη ανάγκη ο - υπό αμφισβήτηση - Βασιλιάς. Την παγίωση αυτού το καθεστώτος προσπάθησε να αποτρέψει ο αυτοεξόριστος Ελευθέριος Βενιζέλος, επιχειρώντας να εξαγοράσει την αναγνώριση της Παλινόρθωσης με ορισμένες εγγυήσεις και παραχωρήσεις του επανερχόμενου Βασιλιά (αμνηστία των κινηματιών του βενιζελικού κινήματος της 1 Μαρτίου 1935, ελεύθερες εκλογές).

Ο στρατιωτικός νόμος είχε αρθεί μια εβδομάδα μόνο πριν από το δημοψήφισμα, η λογοκρισία εμπόδιζε τη δημοσίευση των απόψεων υπέρ της αβασίλευτης. Μάλιστα, λίγες μέρες πριν από το δημοψήφισμα, εκτοπίστηκαν στη Μύκονο ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου και ο Γεώργιος Παπανδρέου.

Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν να ψηφίσουν στο δημοψήφισμα 350.000 περισσότεροι εκλογείς συγκριτικά με εκείνους που ψήφισαν στις βουλευτικές εκλογές του 1932, όταν είχε σημειωθεί η μικρότερη αποχή. Σε σχέση με τις ελεύθερες βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου του 1936 που ακολούθησαν, εκείνοι που ψήφισαν στο δημοψήφισμα ξεπερνούσαν τους ψηφοφόρους του 1936 κατά 250.000. Από τους αριθμούς προκύπτει καθαρά η μεγάλη νοθεία που έγινε αλλά και από πολλούς "Ηρακλείς του Στέμματος" που για πολλές εβδομάδες μετά το δημοψήφισμα καμάρωναν που είχαν ψηφίσει από τρεις και τέσσερις φορές ο καθένας.

Αποτελέσματα

Δημοψήφισμα 1935                             Ψήφοι  (%)
(Βασιλευόμενη Δημοκρατία)                 ΝΑΙ    97,88
(Αβασίλευτη Δημοκρατία)                     ΟΧΙ     2,12

Ο Γεώργιος Β΄ ξαναγύρισε την Ελλάδα στις 25 Νοεμβρίου 1935 και έδειξε φανερά ότι δεν ήταν διατεθειμένος να ανεχθεί στην εξουσία τον Γεώργιο Κονδύλη, τον οποίο και φρόντισε να απομακρύνει. Χορήγησε γενική αμνηστία και ανάθεσε το σχηματισμό κυβέρνησης στον Κ. Δεμερτζή, καθηγητή του αστικού δικαίου, που σχημάτισε την Κυβέρνηση Δεμερτζή, ορκίστηκε στις 30 Νοεμβρίου 1935 και έκανε τις βουλευτικές εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936. Αυτές έγιναν με το σύστημα της απλής αναλογικής και συμμετείχαν όλα τα κόμματα.

De Siris

Hatt-i Serif


Χάτι Σερίφ 
           
Στις 3 Νοεμβρίου 1839 ο διάδοχος του Μαχμούτ Β' σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ (1839-1861) εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη το αυτοκρατορικό διάταγμα που έμεινε γνωστό ως Χάτι Σερίφ του Γκιουλχανέ. Tο διάταγμα κοινοποιούσε την ανάληψη μεταρρυθμιστικού έργου, που συνοψιζόταν υπό τον όρο Τανζιμάτ (=μεταρρύθμιση, τακτοποίηση), με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών ζωής στην Aυτοκρατορία. Ως κατευθυντήριες γραμμές του Τανζιμάτ θεωρούνταν ο σεβασμός της ασφάλειας, της τιμής και της περιουσίας των υπηκόων ανεξάρτητα από το θρήσκευμά τους και η ισότητά τους απέναντι στο νόμο.

Eπιπλέον, γινόταν λόγος για φορολογικές μεταρρυθμίσεις όπως η κατάργηση της ενοικίασης των φόρων, γνωστής ως ιλτιζάμ (iltizam),  και ο καθορισμός του φορολογικού βάρους ανάλογα με την περιουσία και τα εισοδήματα του φορολογουμένου.  Αναγγέλλονταν επίσης  μεταρρυθμίσεις σχετικά με τον τρόπο άσκησης της στρατιωτικής υπηρεσίας και επιβεβαιωνόταν η κατάργηση των μονοπωλίων.
            
Μεγαλύτερη σημασία όμως από τις διατάξεις τις ίδιες είχε, εκτός από το γεγονός ότι αφορούσαν όλους τους υπηκόους ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή κοινωνικής θέσης, το ότι δήλωναν ρητά την απόφαση της κεντρικής εξουσίας να καινοτομήσει. Παρά την αναφορά στις παλαιές δόξες της Aυτοκρατορίας στην αρχή του κειμένου, στο διάταγμα γινόταν σαφές ότι οι αλλαγές που προτείνονταν ήταν "αλλοιούσαι και ανανεούσαι εντελώς τας αρχαίας συνηθείας". Με αυτόν άλλωστε τον τρόπο ερμηνεύτηκαν τόσο από τους ίδιους τους υπηκόους της Aυτοκρατορίας όσο και από τους Eυρωπαίους.

Tέλος,δεν είναι τυχαίο ότι το διάταγμα εκδόθηκε σε μια εποχή που η Aυτοκρατορία χρειαζόταν την υποστήριξη των ευρωπαϊκών Δυνάμεων για να αντιμετωπίσει τον αιγύπτιο υποτελή της Μοχάμετ Αλί, με τον οποίο είχε εμπλακεί εκ νέου σε έναν καταστροφικό γι' αυτήν πόλεμο. Στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που θα απέτρεπαν τη διάλυση της Aυτοκρατορίας, θα ορθολογικοποιούσαν τη διοίκηση και θα διευκόλυναν τη διείσδυση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, η Πύλη μπορούσε να λογαριάζει στη συμπαράσταση των Δυνάμεων της Δυτικής Eυρώπης και κυρίως της Βρετανίας.

De Siris

Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης

Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης

Ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1193 και πέθανε στο Νυμφαίο στις 3 Νοεμβρίου 1254, ήταν ο δεύτερος αυτοκράτορας της Νικαίας (1222-1254), διάδοχος και γαμπρός του Θεοδώρου Α΄ Λάσκαρη. Συνετός κυβερνήτης και ικανός στρατιωτικός, υπήρξε συνεχιστής του έργου του προκατόχου του πετυχαίνοντας να υπερδιπλασιάσει τις κτήσεις που παρέλαβε και να ανορθώσει κοινωνικά και οικονομικά το κράτος, θέτοντας τις βάσεις για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Η τριανταδιάχρονη βασιλεία του χαρακτηρίζεται από συνεχή πρόοδο σε όλους τους τομείς της ζωής τής εξόριστης αυτοκρατορίας. Αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του αναγνωρίστηκε ως Άγιος και η μνήμη του ετιμάτο με ιδιαίτερη ευλάβεια από τους μικρασιατικούς πληθυσμούς μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.

Καταγωγή - Πρώιμη δράση

Γεννήθηκε στο Διδυμότειχο της Θράκης το 1193. Παρόλο που από τα μέσα του 12ου αιώνα αρκετές επιφανείς προσωπικότητες του Βυζαντίου (κυρίως στρατιωτικοί) φέρουν το επώνυμο Βατάτζης, δεν μπορεί να ανασυντεθεί με ακρίβεια το γενεαλογικό του δένδρο. Κάποιες πηγές τον θέλουν γιο του στρατηγού Βασιλείου Βατάτζη και κάποιας ανεψιάς των αυτοκρατόρων Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου και Αλεξίου Γ΄ Αγγέλου, της οποίας το όνομα δεν μας διασώζεται. Αλλού πάλι φέρεται ως εγγονός του Κωνσταντίνου Βατάτζη, στρατοπεδάρχη του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1148). Όλες αυτές οι πληροφορίες ελέγχονται για την ακρίβειά τους καθώς προέρχονται, κατά ένα μεγάλο μέρος, από συναξάρια που γράφτηκαν αρκετούς αιώνες μετά την εποχή του και σε πολλές περιπτώσεις συγχέουν τον βίο του Ιωάννη με γεγονότα που συνέβησαν κατά τη βασιλεία του Θεοδώρου Α΄ Λάσκαρη. Πάντως, είχε προγόνους και στην περίφημη οικογένεια των Δουκών, ενώ αδελφός του ήταν ο περίφημος σεβαστοκράτωρ Ισαάκιος Δούκας.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας βρέθηκε στην Νίκαια, προφανώς ακολουθώντας το ρεύμα μετανάστευσης από τις λατινοκρατούμενες προς τις υπό βυζαντινό έλεγχο περιοχές. Εκεί, οι αρετές του αλλά και η ευγενική του καταγωγή εκτιμήθηκαν από τον Θεόδωρο Α΄, ο οποίος τίμησε τον νεαρό Ιωάννη με το αξίωμα του πρωτοβεστιάριου (επικεφαλής του πρώτου τμήματος της αυτοκρατορικής φρουράς). Τέλος, ελλείψει άρρενος διαδόχου, ο Θεόδωρος επέλεξε τον Ιωάννη ως διάδοχό του δίδοντάς του την κόρη του Ειρήνη ως σύζυγό του.

Συνωμοσίες και πρώτες κατακτήσεις

Η άνοδος του Ιωάννη στον θρόνο της Νικαίας δεν βρήκε σύμφωνους τους αδερφούς του Θεοδώρου, Ισαάκιο και Αλέξιο Λάσκαρη. Δυσαρεστημένοι, κατέφυγαν στην αυλή του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ροβέρτου Β΄ ντε Κουρτεναί ζητώντας βοήθεια για την ανατροπή του Ιωάννη. Μάλιστα προς επισφράγιση της συμμαχίας τους, τού πρόσφεραν το χέρι της ανηψιάς τους, κόρης του Θεοδώρου, Ευδοκίας, την οποία είχαν απαγάγει και φέρει μαζί τους στην Κωνσταντινούπολη. Το συνοικέσιο μάλλον δεν ευόδωσε αλλά ο Ροβέρτος βοήθησε τους αδερφούς Λάσκαρη να στρατολογήσουν μισθοφόρους όπως επίσης και προσφέροντάς τους στρατό.

Οι εχθροπραξίες ξεκίνησαν στις αρχές του 1223 όταν ο φραγκικός στρατός των Λασκαριδών διεκπεραιώθηκε στην Βιθυνία. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στο Ποιμανηνό το επόμενο έτος, όπου ο στρατός του Βατάτζη, με τον ίδιο επικεφαλής, συνέτριψε τους αντιπάλους. Πρόκειται για μεγάλης σπουδαιότητας νίκη: οι Φράγκοι έχασαν τις περισσότερες μικρασιατικές κτίσεις τους, προς όφελος της Νικαίας, εξαιρουμένων των παραλίων απέναντι από την Πόλη και την Νικομήδεια, η δε εξασθένισή τους λόγω της καταστροφής μεγάλου τμήματος του στρατού τους, έκανε τον Ιωάννη ακόμα τολμηρότερο. Πράγματι ο αυτοκράτορας της Νίκαιας μετέφερε τον πόλεμο στα ευρωπαϊκά λατινοκρατούμενα εδάφη καθώς και στα απέναντι των παραλίων της Μικράς Ασίας νησιά του Αιγαίου. Με τη βοήθεια στόλου που ναυπηγήθηκε κοντά στην Λάμψακο (απ’ όπου εξεδιώχθησαν οι Ενετοί) τα στρατεύματα του Βατάτζη διέσχισαν τον Ελλήσποντο και κυρίευσαν αρκετές πόλεις της Θράκης, ενώ οι Λατίνοι περιορίστηκαν πίσω από τα τείχη της Πόλης, μη δυνάμενοι να υπερασπίσουν τις κτίσεις τους. Από τα νησιά του Αιγαίου κατελήφθησαν η Χίος, η Λέσβος, η Σάμος, η Ικαρία, η Κως και άλλα μικρότερα. Το σημαντικό νησί της Ρόδου, καθώς και άλλα των Δωδεκανήσων, εκυβερνάτο από τον βυζαντινό άρχοντα Λέοντα Γαβαλά, ο οποίος, κατόπιν αρκετών αμφίρροπων εχθροπραξιών, δέχτηκε εν τέλει την επικυριαρχία του Βατάτζη (1233).

Ενώ όμως όλα έβαιναν καλώς για το κράτος της Νίκαιας, και ενώ ο Ιωάννης είχε ξεκινήσει τη βασιλεία του με τόσο καλούς οιωνούς, άρχισε να εξυφαίνεται στην Νίκαια συνωμοσία κατά του αυτοκράτορα. Επικεφαλής των συνωμοτών, που θέλησαν να εκμεταλλευτούν την απουσία του αυτοκράτορα, ήταν ο εξάδελφος και στενός συνεργάτης του, Ανδρόνικος Νέστογγος. Ο Ιωάννης, όμως, πληροφορήθηκε εγκαίρως τα περί συνωμοσίας και εγκαταλείποντας τις επιχειρήσεις, επέστρεψε ταχέως στην Νίκαια σώζοντας έτσι τον θρόνο του. Ωστόσο μέχρι το 1235 δεν επιχείρησε να ηγηθεί προσωπικά στρατιωτικών επιχειρήσεων για την επέκταση των συνόρων, έχοντας ως πρώτιστο σκοπό την εδραίωση της θέσης του και την ρύθμιση εσωτερικών ζητημάτων.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Διακήρυξη Μπάλφουρ


Διακήρυξη Μπάλφουρ

Ενώ η εξέγερση κατά των Οθωμανών εξελίσσεται νικηφόρα για τους Άραβες που ονειρεύονται ανεξαρτησία, ο βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ, αποστέλλει μία επιστολή στον ηγέτη της εβραϊκής κοινότητας της Μεγάλης Βρετανίας, Λόρδο Ρότσιλντ, ζητώντας να τη διαβιβάσει στη Διεθνή Σιωνιστική Ομοσπονδία.

Πρόκειται για τη «Διακήρυξη Μπάλφουρ», όπως θα μείνει στην ιστορία, με την οποία δίδεται η υπόσχεση για την εγκαθίδρυση μιας «εβραϊκής πατρίδας» στην Παλαιστίνη, με σεβασμό στα δικαιώματα των λαών που ζουν ήδη στην περιοχή. Ως αντάλλαγμα, η εβραϊκή κοινότητα καλείται να ενθαρρύνει τις ΗΠΑ να εισέλθουν στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι συζητήσεις που προηγήθηκαν της Διακήρυξης είχαν να κάνουν με τις λεπτομέρειες στη διατύπωση. Η φράση «εβραϊκή πατρίδα» χρησιμοποιήθηκε εσκεμμένα αντί της λέξης «πολιτεία», μιας και το επίσημο Λονδίνο δεν παραδέχτηκε ποτέ ότι στόχος του ήταν η δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους. Επιπλέον, η αλλαγή μιας πρόθεσης οροθετούσε αυτή την πατρίδα μέσα στην Παλαιστίνη προς αποφυγής του εποικισμού όλης της περιοχής, ενώ στο τελικό κείμενο προστέθηκε και η αναφορά στα δικαιώματα των μη εβραϊκών κοινοτήτων.

Όλες αυτές οι αλλαγές ήταν αποτέλεσμα πιέσεων ενός αντι-σιωνιστή εβραίου και υπουργού της ινδικής κυβέρνησης, του Έντουιν Σάμιουελ Μοντάγκου, που πίστευε ότι η Διακήρυξη Μπάλφουρ στην αρχική της μορφή θα ενίσχυε τους αντισημιτικούς διωγμούς.

Η επιστολή περιελήφθη τρία χρόνια αργότερα στη Συνθήκη των Σεβρών, με την οποία διαμοιράστηκαν τα ιμάτια της πάλαι ποτέ κραταιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Μ. Βρετανία πήρε υπό την εντολή της τα εδάφη της Παλαιστίνης, κατόπιν αποφάσεως της Κοινωνίας των Εθνών. Οι Εβραίοι της Διασποράς ενθαρρύνθηκαν να μεταναστεύσουν κατά χιλιάδες στη «Γη της Επαγγελίας» και των προγόνων τους, προς μεγάλη αντίδραση των ντόπιων Αράβων.

Η πληθυσμιακή ισορροπία της περιοχής άρχισε να διαταράσσεται, η απελευθερωτική για τους Εβραίους -τρομοκρατική για τους Άραβες- οργάνωση «Χαγκάνα» ανέλαβε δράση και οι Βρετανοί «ένιπταν τας χείρας τους», όταν δεν υποστήριζαν το εβραϊκό στοιχείο. Έτσι φθάσαμε στο 1948, όταν δημιουργήθηκε το κράτος του Ισραήλ σε παλαιστινιακά εδάφη.

Η επιστολή Μπάλφουρ προς Ρότσιλντ δεν ήταν απλώς ένα ευχολόγιο!


De Siris

Άγγελος Γουλανδρής


Άγγελος Γουλανδρής

O Άγγελος Γουλανδρής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1921, όπου ο πατέρας του είχε αναπτύξει σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα και πέθανε στις 2 Νοεμβρίου 1996.

Σπουδάζοντας, ο Άγγελος Γουλανδρής αποφάσισε να στραφεί στις Ανθρώπινες Επιστήμες. Στο Παρίσι, μελέτησε την ιστορία και τον πολιτισμό, τόσο της Ελλάδας όσο και της Ευρώπης. Αρκετά νωρίς τα ενδιαφέροντα του άρχισαν να προ­σανατολίζονται σε καινούργιες ισορροπίες, βασιζόμενες σε νέες πολιτισμικές προσεγγίσεις σε σχέση με τις επιπτώσεις της τεχνολογίας και των εξελίξεων της επιστήμης.

Η γνωριμία με τη σύζυγο του Νίκη, ενίσχυσε τη διάθεση του για τη δημιουργία πρωτοποριακών, για την εποχή εκείνη, προγραμμάτων που απαιτούσαν αφοσίωση ζωής. Επαναστατικός και διορατικός, ο Άγγελος Γουλανδρής συνέλαβε την ιδέα προστασίας και αποκατάστασης της φυσικής ισορροπίας, σε μια περίοδο που ο κόσμος ακολουθούσε μονόπλευρα την οικονομική ανάπτυξη, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον.

Υπήρξε στοχαστικός και σεμνός άνθρωπος, που πίστευε στα έργα και όχι στα λόγια. Παρουσιάζοντας με περιεκτική απλότητα τις ιδέες του για τη φύση, σε ιθύνουσες προσωπικότητες της εποχής, απέσπασε πολύ γρήγορα την προσοχή τους, κερδίζοντας την εκτίμηση και τον θαυμασμό τους. Κατά τη δεκαετία του '60 ο Άγγελος Γουλανδρής άρχισε να συστηματοποιεί τη δραστηριότητα του προς επίτευξη των σκοπών του, που ήταν η βασική ίδρυση ενός Μουσείου Φυσικής Ιστορίας.

Το 1963 πριν από οποιαδήποτε συνειδητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης για τους κινδύνους των επερχόμενων καταστροφών του περιβάλλοντος, ιδρύει το Μουσείο. Με ένα επιτελείο ελλήνων και ξένων επιστημόνων προχώρησε στην έρευνα, ταξινόμηση και καταγραφή του φυσικού πλούτου της χώρας και στη διάδοση του με εκθέσεις μέσα και έξω από την Ελλάδα, με επιστημονικές και εκλαϊκευμένες εκδόσεις και κυρίως με τη δημιουργία της μεγάλης δεξαμενής των συλλογών του. Το Μουσείο μέσα σε λίγα χρόνια είχε κατακτήσει ισότιμη θέση μεταξύ των διεθνών ερευνητικών κέντρων.

Στα χρόνια λειτουργίας του, το Μουσείο προετοιμάζει τις δυνάμεις αντιστάσεως στην εισβολή ξένων προτύπων που μοιραία κατακλύζουν τον μικρό και ευάλωτο ελληνικό χώρο με κίνδυνο ανατροπής της βιολογικής του ισορροπίας και της πολιτισμικής του συνέχειας. Εκατομμύρια επισκεπτών έχουν περάσει μέχρι σήμερα από τις πύλες του, από τους οποίους το 70% νέοι. Πρώτο αυτό εισήγαγε την εκπαίδευση στα ελληνικά μουσεία.

Ο Άγγελος Γουλανδρής επιθυμούσε μ' αυτόν τον τρόπο να συμβάλλει έμπρακτα στη δημιουργία μιας νέας θεώρησης των σχέσεων ανάμεσα στον άνθρωπο και στον φυσικό κόσμο που τον περιβάλλει.

Στενή συνεργασία ανέπτυξε το Μουσείο τα τελευταία χρόνια με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανέλαβε ερευνητικά προγράμματα, μελέτες διαχείρισης, εκπαιδευτικά σεμινάρια και το σημαντικότερο: με πρόταση του υπουργείου Περιβάλλοντος και της ΧΙης Διεύθυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ίδρυσε το 1991 το Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων/Υγροτόπων στη Θεσσαλονίκη, που λειτουργεί στα πλαίσια του Μουσείου, ως αυτόνομος οργανισμός και αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σημαντική δραστηριότητα, παρέχοντας επιστημονική και τεχνική στήριξη στην πολιτεία και σε άλλους φορείς.

Παράλληλα, με την ακατάπαυστη εργασία του για την ολοκλήρωση του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας, ο Άγγελος Γουλανδρής ασχολείται με την εικαστική δημιουργία, διαμορφώνοντας έργα ζωγραφικής και γλυπτικής. Τόσο τα έργα του αυτά, όσο και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή, από την πλευρά της σύλληψης και λειτουργικής κατασκευής, φέρουν καθ' ολοκληρία τη σφραγίδα των πνευματικών και αισθητικών του αναζητήσεων.

Το 1970 ο Άγγελος Γουλανδρής τιμήθηκε για το σύνολο της προσφοράς του από την Ακαδημία Αθηνών με το Αργυρό Μετάλλιο των φυσικών Επιστημών. Το 1988 το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον ανακήρυξε Επίτιμο Διδάκτορα. Το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας έχει επίσης λάβει πολλά ελληνικά και διεθνή βραβεία, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Ωνάση (1990) για «Τον άνθρωπο και το περιβάλλον».

Ο Άγγελος Γουλανδρής, εκτός του γεγονότος ότι εκπαίδευσε ερευνητικά και διοικητικά στελέχη για τους τομείς του Μουσείου για την όλο και αρτιότερη λειτουργία του, θεωρούσε πως η ουσιαστική ωστόσο επένδυση για το μέλλον της χώρας μας θα ήταν η μεγάλη προέκταση του πρώτου μουσειακού συγκροτήματος με το ΚΕΝΤΡΟ ΓΑΙΑ.

Τα λόγια του ίδιου του εμπνευστή Αγγέλου Γουλανδρή, είναι αποκαλυπτικά: "Περισσότερο από την προστασία και διαφύλαξη αυτή καθ' εαυτή, η επιστροφή στη Φύση σηματοδοτεί την επανεξέταση του τρόπου της ζωής μας και την εναρμόνιση μας με τον μηχανισμό της. Μέσα από τους νόμους της Φύσης θα ανακαλύψουμε πάλι τον ρυθμό και την ισορροπία και θα ανακτήσουμε την ικανότητα για μια συνεχή και δημιουργική ανάπτυξη".

Τον λίγο ελεύθερο χρόνο του, ο Άγγελος Γουλανδρής τον διέθεσε στην ζωγραφική και την γλυπτική, με τις οποίες απέδωσε μαθηματικούς και γεωμετρικούς κανόνες της κοσμικής ισορροπίας.

De Siris

Κωνσταντίνος Οικονομίδης


Κωνσταντίνος Οικονομίδης

Ο Κωνσταντίνος Οικονομίδης είναι Έλληνας παίκτης του τένις. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 2 Νοεμβρίου 1977. Είναι ο πρώτος Έλληνας που έπαιξε στο κυρίως ταμπλό ενός τουρνουά του Γκραν Σλάμ και συγκεκριμένα στο Γουίμπλεντον το 2002, όπου έχασε στον 1ο γύρο σε αγώνα των 5 σετ. Το 2007, κέρδισε στον 1ο γύρο του Ρολάν Γκαρός, τον Αυστραλό, Κρις Γκουτσιόνε ενώ στη συνέχεια ηττήθηκε από τον Ισπανό, Τόμι Ρομπρέδο.

Το 2008, κατέκτησε τίτλο στο διπλό του τουρνουά τσάλεντζερ του Βελιγραδίου, με συμπαίκτη τον Φλάβιο Τσίπολα. Ήταν φιναλίστ στο τουρνουά τσάλεντζερ της Αθήνας με συμπαίκτη τον Αλέξανδρο Γιακούποβιτς ενώ είχε και έναν ημιτελικό στο τουρνουά του Λας Βέγκας με συμπαίκτη τον Μάρκο Παγδατή.

Είναι ο Έλληνας παίκτης με την υψηλότερη θέση στην παγκόσμια κατάταξη, Νο 226. Η καλύτερή του θέση ήταν τον Φεβρουάριο του 2007, Νο 112.

De Siris

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Μαυρίκιος


Μαυρίκιος

Ο Φλάβιος Μαυρίκιος Τιβέριος Αύγουστος (Flavius Mauricius Tiberius Augustus) γεννήθηκε το 539 και πέθανε στις 27 Νοεμβρίου του 602 ήταν αυτοκράτορας του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους και ηγεμόνευσε στον Βυζαντινό θρόνο από το 582 έως το 602.

Βιογραφία

Ο Μαυρίκιος ήταν διακεκριμένος στρατηγός και χρίστηκε διάδοχος του Τιβέριου μια εβδομάδα πριν τον θάνατο του τελευταίου, νυμφευόμενος ταυτόχρονα την κόρη του Αυτοκράτορα. Ο Μαυρίκιος, ικανός ηγέτης και διπλωμάτης, γρήγορα αντελήφθη την ανάγκη για ειρήνη με τους Πέρσες ύστερα από σχεδόν δύο δεκαετίες εξαντλητικού πολέμου στην Αρμενία και τη Μεσοποταμία. Με τον θάνατο του Χοσρόη Α' το 579, διαδέχεται τον τελευταίο ο γιος του Ορμίσδας ο οποίος συνέχισε ανεπιτυχώς τον πόλεμο κατά των Ρωμαίων και απέρριψε προτάσεις της Κωνσταντινούπολης για ειρήνη. Ο Ορμίσδας ανατράπηκε τελικώς το 590 και ο γιος του, Χοσρόης Β', κατέφυγε στο Βυζάντιο για να ζητήσει βοήθεια. Ο Μαυρίκιος, παρά τις αντιρρήσεις της Συγκλήτου, παρείχε βοήθεια και επανέφερε τον Χοσρόη Β' στον θρόνο, για να λάβει ως ανταμοιβή το μεγαλύτερο μέρος της περσικής Αρμενίας και το δυτικό τμήμα της Καυκάσιας Ιβηρίας, ολοκληρώνοντας έτσι επιτυχώς τον πόλεμο που μαινόταν από το 572.

Επί των ημερών του, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Ιωάννης, ο επονομαζόμενος Νηστευτής. Αυτός για πρώτη φορά στην ιστορία θα υιοθετήσει τον τίτλο "Οικουμενικός", γεγονός που θα πυροδοτήσει το μένος του Πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου. Ο Ιωάννης όμως, υποστηριζόμενος από τον Αυτοκράτορα, δεν υποχωρούσε μπροστά στις αντιδράσεις του Πάπα, με αποτέλεσμα η Εκκλησία να προχωρήσει ένα σημαντικό βήμα προς το Σχίσμα που έμελλε να οριστικοποιηθεί το 1054.

Ο Μαυρίκιος διεξήγαγε επιτυχείς αγώνες κατά των Αβάρων και Σλάβων στα δυτικά, αποκαθιστώντας τη βυζαντινή κυριαρχία στη Βαλκανική. Για την αντιμετώπιση των Λομβαρδών που εισέβαλαν στην Ιταλία πραγματοποίησε διοικητικές μεταρρυθμίσεις, με βασική αυτήν της δημιουργίας των εξαρχάτων της Ιταλίας, με έδρα τη Ραβέννα, και της Αφρικής, με έδρα την Καρχηδόνα, αντί για τις παλαιότερες διοικητικές περιφέρειες των ομώνυμων υπαρχιών (καταγόμενες από την εποχή του Διοκλητιανού και επανιδρυμένες από τον Ιουστινιανού). Μπόρεσε με αυτόν τον τρόπο να διατηρήσει τον έλεγχο της χερσονήσου, έως έναν βαθμό, ενόσω αυτή κατακλυζόταν από τους Λομβαρδούς. Λέγεται ότι σκόπευε να επαναφέρει το σύστημα της Τετραρχίας προκειμένου η Αυτοκρατορία να ανταποκρίνεται καλύτερα στις προκλήσεις των καιρών.

Σε κάθε ευκαιρία προσπαθούσε να εξοικονομήσει χρήματα από το δημόσιο ταμείο καθώς, καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του, αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα λόγω του μακρόχρονου πολέμου. Έτσι έλαβε σειρά αντιλαϊκών μέτρων όπως η μείωση του μισθού των στρατιωτών. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός κατά το οποίο αρνήθηκε την εξαγορά με λύτρα 12.000 αιχμαλώτων βυζαντινών στρατιωτών από τους Αβάρους, με αποτέλεσμα τη θανάτωσή τους.

Το 602 διέταξε τα στρατεύματά του να παραμείνουν κατά τη διάρκεια του χειμώνα στα φυλάκιά τους βόρεια του Δούναβη, προκειμένου να εξοικονομήσει τα έξοδα της επιστροφής τους στην Κωνσταντινούπολη. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ανταρσία στις τάξεις του στρατεύματος με την ηγεσία ενός χαμηλόβαθμου αξιωματικού (εκατόνταρχου) ονόματι Φωκά. Ο Φωκάς βάδισε κατά της πρωτεύουσας, όπου κατάφερε να συλλάβει τον Μαυρίκιο και τα άρρενα τέκνα του και να τους θανατώσει.

Ο Μαυρίκιος είναι επίσης γνωστός για τη συγγραφή ενός εξαιρετικού εγχειριδίου στρατιωτικής τακτικής, του Στρατηγικού, που αποτέλεσε τη βάση της βυζαντινής στρατιωτικής μηχανής μέχρι και τον 11ο αιώνα.

De Siris

Γεώργιος Παπανδρέου


Γεώργιος Παπανδρέου

Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 1888 και πέθανε την 1η  Νοεμβρίου 1968, υπήρξε μία από τις πιο επιφανείς προσωπικότητες της νεότερης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. Πατέρας του Ανδρέα Παπανδρέου, του Γεωργίου Γ. Παπανδρέου ( με την Κυβέλη Ανδριανού ) και παππούς του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Διετέλεσε τρεις φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας (1944-1945,1963,1964-1965), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης τα χρόνια 1950-1952 και πολλές φορές Υπουργός, με πρώτη υπουργική θητεία στην Επαναστατική Κυβέρνηση του 1923. Φίλος, συνεργάτης και διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου. Απέκτησε το προσωνύμιο «Γέρος της Δημοκρατίας».

Βιογραφία

Νεανικά χρόνια - Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε στο Καλέντζι Αχαΐας και ήταν το τρίτο παιδί του ιερέα Ανδρέα Σταυρόπουλου και της συζύγου του Παγώνας, κατά άλλους γεννήθηκε στο χωριό Αγία Μαρίνα που ήταν τότε οικισμός του Καλεντζίου. Δε γνώρισε τη μητέρα του, η οποία απεβίωσε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο τετρατάξιο σχολείο του χωριού του και στη συνέχεια στο Σχολαρχείο της Χαλανδρίτσας. Δύο χρόνια αργότερα και αφού ο πατέρας του μετατέθηκε στην Πάτρα, γράφτηκε στο Β' Γυμνάσιο της αχαϊκής πρωτεύουσας, όπου ήδη φοιτούσε ο μεγαλύτερος αδερφός του, Νίκος. Το 1901 έχασε την αδελφή του, Μαγδαληνή, από φυματίωση σε ηλικία μόλις 19 ετών. Την ίδια χρονιά αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του να επισημοποιήσουν το επίθετο με το οποίο ήταν άλλωστε γνωστοί: Από Γεώργιος Σταυρόπουλος έγινε Γεώργιος Παπανδρέου.

Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και πολιτικές επιστήμες στο Βερολίνο. Από νεαρός αναμείχθηκε στην πολιτική υποστηρίζοντας τον φιλελεύθερο Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος το 1916 τον διόρισε νομάρχη στη Λέσβο. Την περίοδο 1917-1920 διετέλεσε Γενικός Διευθυντής Νήσων Αιγαίου, με ουσιαστικές αρμοδιότητες Υπουργού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Μινέικο (κόρη του Σιγισμούνδου Μινέικο, μηχανικού, και της Περσεφόνης Μανάρη) με την οποία απέκτησε τον Ανδρέα Παπανδρέου. Κατά την πολιτική κρίση που δημιουργήθηκε με θέμα την ουδετερότητα ή την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παπανδρέου ήταν από τους σφοδρότερους υποστηρικτές του Βενιζέλου. Όταν ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Παπανδρέου τον συνόδεψε στην Κρήτη κι έπειτα πήγε στη Λέσβο, απ' όπου κινητοποίησε τους βενιζελικούς υποστηρικτές του στα νησιά εξουδετερώνοντας τους βασιλόφρονες και υποστήριξε την επαναστατική κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Το 1921 επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας από φανατικούς κωνσταντινικούς, ενώ το 1922 είχε κορυφαίο ρόλο στην επανάσταση των Πλαστήρα-Γονατά που έδιωξε τον Κωνσταντίνο . Ο Παπανδρέου εκλέχτηκε βουλευτής με το Κόμμα Φιλελευθέρων του Βενιζέλου και το 1923 ο Στυλιανός Γονατάς τον διόρισε Υπουργό Εσωτερικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Αργότερα υπηρέτησε ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας με την κυβέρνηση Μιχαλακοπούλου το διάστημα 1924-1925. Η δικτατορία του Πάγκαλου τον εξόρισε. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως Υπουργός Παιδείας επί Βενιζέλου (1930-1932) και Υπουργός Συγκοινωνιών το 1933 πάλι με την κυβέρνηση Βενιζέλου. O Γεώργιος Παπανδρέου ως υπουργός Παιδείας στη κυβερνήση Bενιζέλου την περίοδο 1930 με 1932, θα συνδέσει το όνομά του όχι μόνο με τα 3.200 σχολεία που θα κτιστούν τότε αλλά και με μια ευρύτατη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα σχολεία που έκτισε του εξασφάλισαν την αγάπη του προσφυγικού στοιχείου (Πόντιοι και Μικρασιάτες). Το 1935 ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο μετονομάστηκε αργότερα σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Ως σταθερός υπέρμαχος της δημοκρατίας και πολέμιος του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, εξορίστηκε το 1936 στην Άνδρο και στα Κύθηρα. Κατά την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνελήφθη στις αρχές του 1942 από τους Ιταλούς ως εκδότης της παράνομης εφημερίδας "Ελευθερία", και φυλακίστηκε για ένα τρίμηνο στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Ιούνιο του 1943 υποβάλλει απευθείας στο Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής ειδική αναφορά με χαρακτήρα διακήρυξης που προκαλεί το συμμαχικό ενδιαφέρον με τίτλο: «Η ταυτότης συμφερόντων Ελλάδος και Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία είναι απόλυτος»:

    .......«Σήμερον όμως σχηματίζεται νέα μορφή του παγκοσμίου ανταγωνισμού. Δύο παγκόσμια μέτωπα διαμορφούνται: Ο Κομμουνιστικός Πανσλαβισμός και ο Φιλελεύθερος Αγγλοσαξoνισμός, και ενώ το περιεχόμενον της αντιθέσεως των κοινωνικών των καθεστώτων οσημέραι θα ελαττούται, επειδή αμφότεραι αι παρατάξεις θα συγκλίνουν προς τον Σοσιαλισμόν, θα παραμένη ως κύριον και, βαθμιαίως, ως αποκλειστικόν περιεχόμενον της αντιθέσεως το μέγα θέμα της Ελευθερίας: ατομικής, πολιτικής, ηθικής. [...] Μόνον μέσα εις την Σοσιαλιστικήν Πανευρώπην, επικουρουμένην από την ηθικήν και υλικήν δύναμιν του Φιλελευθέρου Αγγλοσαξονισμού, ημπορεί και η Ελλάς να εύρη το αίσθημα της ασφαλείας της απέναντι του καταθλιπτικού κινδύνου του Κομμουνιστικού Πανσλαβισμού» .   

Στις αρχές του 1944 αποφάσισε να συνταχθεί με τη βασιλική εξόριστη κυβέρνηση στην Αίγυπτο. Στις 14 Απριλίου του 1944, περίπου ένα μήνα μετά τη δημιουργία της ΠΕΕΑ, με αγγλικό πολεμικό αεροπλάνο φθάνει επειγόντως στο Κάιρο για σχηματισμό Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, και αντικαθιστά τον Σοφοκλή Βενιζέλο που είχε διαδεχθεί τον Εμμανουήλ Τσουδερό, κατά τη μετάβαση του τελευταίου στο Λονδίνο. Τότε οργανώνει το συνέδριο του Λιβάνου τον Μάιο του 1944, στο οποίο και αποφασίστηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας με συμμετοχή όλων των πολιτικών παρατάξεων υπό την πρωθυπουργία του με σκοπό την εφαρμογή του "Εθνικού Συμβολαίου". Αργότερα όμως σημειώθηκαν προστριβές και διαφωνίες με τους εκπροσώπους του ΕΑΜ που αφορούσαν κυρίως τον έλεγχο του στρατού. Τότε προέβη σε ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό:

    .......«Εκφράζομεν την ευγνωμοσύνην μας προς την επιτροπήν των βουνών διότι εγκατέλειψεν, επιτέλους, τας υπεκφυγάς και τας προτάσεις και απεκάλυψε τους αληθινούς της σκοπούς. [...] Μας ζητούν να παραδώσωμεν την Ελλάδα: Αρνούμεθα [...] Η αποστολή μας είναι να εντάξωμεν τας οργανώσεις εις το Έθνος, όχι να υποτάξωμεν το Έθνος εις τας οργανώσεις...» .   

Ενώ κυριαρχούσαν εντός του ΕΑΜ οι διαφωνίες μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, βασική επιδίωξη του Παπανδρέου ήταν η αποτροπή πάση θυσίας της κατάληψης της χώρας από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ ύστερα από την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και η αναίμακτη μετάβαση στην ομαλότητα παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. Τον Οκτώβριο του 1944, αμέσως μετά τη συμφωνία της Καζέρτας (η οποία έθετε υπό συμμαχική διοίκηση του στρατηγού Ρόναλντ Σκόμπι όλες τις αντιστασιακές ομάδες και όριζε σαφώς να παρενοχλούνται οι Γερμανοί κατά την αποχώρησή τους) και την απελευθέρωση, επέστρεψε στην Ελλάδα από το Σαλέρνο της Ιταλίας με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Prince David και ανεβαίνοντας στο βράχο της Ακρόπολης ύψωσε την ελληνική σημαία. Μετά τα Δεκεμβριανά παραιτήθηκε από πρωθυπουργός.

Μεταπολεμική περίοδος

Μετά το 1946 συνέχισε την πολιτική του καριέρα ως βουλευτής Αχαΐας (προπολεμικά εκλεγόταν στη Μυτιλήνη όπου είχε διατελέσει και νομάρχης), ως αρχηγός του κόμματος Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα‎ με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Εφοδιασμού, Εργασίας, Παιδείας, Δημόσιας Τάξης και Συντονισμού στις κυβερνήσεις των ετών 1946-1952. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου με το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1950 και 1951. Τα χρόνια 1950-1952 ήταν Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης με Πρωθυπουργούς τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα. Αυτή την περίοδο της Αντιπροεδρίας του δημιουργεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) που μέχρι σήμερα προσφέρει υποτροφίες σε Έλληνες σπουδαστές. Στις εκλογές του 1952 συνεργάστηκε με τον Ελληνικό Συναγερμό του Στρατάρχη Παπάγου, που κατήλθε στις εκλογές ως αρχηγός της συντηρητικής παράταξης, λόγω της εκτίμησης που του είχε ο Παπάγος και παρά την αντίθεση πολλών παραγόντων του Συναγερμού. Τον Απρίλιο του 1953 όμως, μετά την υποτίμηση της δραχμής από τον τότε Υπουργό Συντονισμού Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη, αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό, επανίδρυσε το κόμμα του και το συγχώνευσε με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, αναλαμβάνοντας συναρχηγός του τελευταίου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Μετά το 1953 οι βενιζελογενείς φιλελεύθερες δυνάμεις υπέφεραν από συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτικό κατακερματισμό, και έφτασαν σε σημείο να πέσουν πιο κάτω και από την Αριστερά (ΕΔΑ) τα χρόνια 1958-1961.

Το 1961 ο Γεώργιος Παπανδρεου αναβίωσε τον ελληνικό φιλελευθερισμό ιδρύοντας το κόμμα Ένωση Κέντρου, ένα συνασπισμό των παλιών φιλελεύθερων βενιζελικών και απογοητευμένων συντηρητικών. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου εξασφάλισε το 1/3 των εδρών της Βουλής και αναδείχθηκε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κατήγγειλε τα αποτελέσματα των εκλογών ως νοθευμένα, κατηγορώντας το παρακράτος για διπλοψηφίες και άλλες παρεμβάσεις, κάνοντας λόγο για εκλογές «βίας και νοθείας». Τότε ξεκίνησε πολιτικό αγώνα εναντίον της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη διενέργεια νέων εκλογών, που έμεινε γνωστός στην ιστορία ως «ανένδοτος αγών».

Πρωθυπουργία με την Ένωση Κέντρου

Το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου του 1963 με ποσοστό 42,04%. Έχοντας 138 έδρες σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας με τη στήριξη της Ε.Δ.Α., που είχε 28 έδρες. Ωστόσο, ο Παπανδρέου επιθυμούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία και έτσι υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης αμέσως μετά την εξασφάλιση ψήφου εμπιστοσύνης. Στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου κέρδισε με το 52,8% των ψήφων και 171 έδρες. Η προοδευτική πολιτική του, όπως και ο ευδιάκριτος ρόλος που έπαιζε ο γιος του, Ανδρέας, ξεσήκωσαν την αντιπολίτευση των συντηρητικών κύκλων. Pύθμισε τα αγροτικά χρέη, πρόσφερε δωρεάν παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, διαπλασίασε τις βασικές αποδοχές των δικαστικών, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους. Kυρίως όμως, συνέβαλε στο να «φυσήξει» ένας φρέσκος άνεμος πολιτικής ελευθερίας και να αναθαρρήσουν έτσι πολλοί πολίτες που ζούσαν επί χρόνια υπό τη σκιά αστυνομικών παρακολουθήσεων και εκφοβισμών. Προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του στρατού και της αστυνομίας, παραγκωνίζοντας τους ακροδεξιούς και τους παρακρατικούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα, μείωσε τον ασφυκτικό έλεγχο του κράτους στις ιδέες και τα φρονήματα. Κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοσε ήταν εφικτά, λόγω της ανθηρής οικονομίας που είχε κληροδοτήσει η πρωθυπουργία Καραμανλή. Από την άλλη, η οκταετία Καραμανλή είχε μεν επιτύχει ανθηρά οικονομικά μεγέθη, το εισόδημα όμως των χαμηλότερων τάξεων είχε παραμείνει για χρόνια αμετάβλητο.

Το Κυπριακό

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν από τους πιο μαχητικούς υποστηρικτές της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήδη από τα πρώτα του πολιτικά βήματα. Όμως στα χρόνια αμέσως μετά την Απελευθέρωση συχνά συμβούλευε τους Κύπριους ηγέτες να προσέχουν πολύ τις κινήσεις τους, όπως για παράδειγμα το 1950 σε συνάντησή του με τον δήμαρχο Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, καθώς η ίδια η Ελλάδα χρειαζόταν απόλυτα όλη την οικονομική βοήθεια που ήταν σε θέση να προσφέρουν ΗΠΑ και Βρετανία.Το 1959 απέρριψε τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με τις οποίες δημιουργήθηκε το κράτος της Κύπρου, επειδή προέβλεπαν ανεξαρτησία και όχι ένωση με την Ελλάδα. Ως Πρωθυπουργός, το 1964, μετά από επεισόδια μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στο νησί, δεν δίστασε να στείλει μία ελληνική μεραρχία για τη διατήρηση της τάξης και την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, την οποία μεραρχία αργότερα η Χούντα απέσυρε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, με τραγικά αποτελέσματα. Tον Iούνιο του 1964 ο Γ. Παπανδρέου στις συνομιλίες του με τους Aμερικανούς αξιωματούχους στην Oυάσιγκτον υποστήριξε τις ελληνικές θέσεις και δεν δέχτηκε το «κλείσιμο» του Kυπριακού σύμφωνα με τις επιταγές των ΗΠΑ, παρά τις έντονες πιέσεις του ίδιου του Αμερικανού Προέδρου Λύντον Τζόνσον.

Σύγκρουση με τα ανάκτορα

Κατά τη διακυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου προέκυψαν διαμάχες με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄, ο οποίος ακολουθούσε την παραδοσιακή πολιτική του Παλατιού και αναμειγνυόταν ενεργά στις υποθέσεις του στρατεύματος. Η διαφωνία τους κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1965 και ο Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 15 Ιουλίου 1965 λόγω της άρνησης του βασιλιά να του επιτρέψει να αναλάβει την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτή υπήρξε η αρχή μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Ο Γεώργιος Παπανδρέου επέβαλλε το 1964 ως Αρχηγό της Χωροφυλακής τον Αντιστράτηγο Σταύρο Βαλσαμάκη, παρά τις αντιδράσεις των Ανακτόρων. Επίσης, απέκτησε τον έλεγχο της ΚΥΠ εκδιώκοντας τον επί πολλά χρόνια Αρχηγό της Αλέξανδρο Νάτσινα.

Όμως υπήρξαν και συμβιβασμοί. Είναι σαφές ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964 προτιμούσε ως Αρχηγό του ΓΕΣ τον διακεκριμένο στρατηγό Σιαπκαρά, αλλά μετά την αλλαγή Αρχηγών σε Χωροφυλακή και ΚΥΠ που είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει, δεν ήθελε να τραβήξει τελείως το σκοινί. Η επιλογή τελικά του φιλοβασιλικού στρατηγού Γεννηματά, αλλά και η επιλογή ως υπουργού Άμυνας του Πέτρου Γαρουφαλιά, έδειχνε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε επιλέξει έναν περίπλοκο συνδυασμό "μαστίγιου και καρότου" στη σχέση της με τα ανάκτορα. Παρ' όλη τη βούληση για συμβιβασμό της ΕΚ, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρεί σε μια σειρά από μεταθέσεις αντι-παπανδρεϊκών αξιωματικών μακριά από την Αθήνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αξιωματικούς ήταν οι μετέπειτα πρωταίτιοι της Χούντας των Συνταγματαρχών. Το Παλάτι αντιδρά και θεωρεί ότι πρόκειται για πολιτικές διώξεις. Παράλληλα, η πολιτική σκηνή χαρακτηρίζεται από μεγάλη οξύτητα (προϊόν περισσότερο του "ανένδοτου αγώνα" και των ανακρίσεων για το σχέδιο Περικλής), ενώ ταυτόχρονα το Κυπριακό βρίσκεται σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Η ΕΚ ήταν εξ αρχής σε βαθύ διχασμό, η δε άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε την κατάσταση ακόμα πιο δραματική, την οποία επιβάρυνε και ο ακραίος τρόπος λειτουργίας του τύπου. Μέσα σ' αυτό το κλίμα ξεσπάει η Υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και οι κατηγορούμενοι για το "σχέδιο Περικλής" βρίσκουν την πρόφαση για αντεπίθεση. Η κρίση πλέον γύρω από τον έλεγχο του στρατού βγαίνει εκτός ελέγχου. Το Παλάτι προσπαθεί, στηριζόμενο στην υπόθεση "Ασπίδα", να πάρει τη ρεβάνς και τον έλεγχο του στρατού. Αυτή τη φορά ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν επαναλαμβάνει τον συμβιβασμό Γεννηματά και απαιτεί τον απόλυτο έλεγχο του στρατού. Τελικά επέρχεται στην κρίση του Ιουλίου του 1965, όταν ο Κωνσταντίνος αρνείται το δικαίωμα στον Πρωθυπουργό να αναλάβει Υπουργός Εθνικής Άμυνας. Η συνταγματική και πολιτειακή κρίση είναι πλέον γεγονός.

Όταν έγινε η αποστασία, ο Κωνσταντίνος διόρισε πρωθυπουργό τον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποστάτησαν. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στη Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο, η οποία επίσης καταψηφίστηκε. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1965 η νέα κυβέρνηση υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο κατάφερε να πάρει ισχνή ψήφο εμπιστοσύνης, ενώ ο Παπανδρέου είχε κηρύξει τον δεύτερο "ανένδοτο" αγώνα. Το 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, στις 21 Απριλίου αξιωματικοί του στρατού υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα και καθ' υπόδειξή τους την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Κόλλιας. Η επταετής περίοδος που ακολούθησε έγινε γνωστή ως η Χούντα των Συνταγματαρχών.

Ο Γ. Παπανδρέου τέθηκε σε περιορισμό στο σπίτι του στο Καστρί, όπου και πέθανε το 1968. Η κηδεία του από τη Μητρόπολη της Αθήνας αποτέλεσε ορόσημο στον αντιδικτατορικό αγώνα, καθώς συγκέντρωσε πλήθος λαού και έγινε αφορμή για την πρώτη μαζική λαϊκή διαμαρτυρία κατά της δικτατορίας.

Ρήσεις

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν γνωστός ως αριστοτέχνης ρήτορας και ετοιμόλογος ευφυολόγος. Αυτός έπλασε τη φράση 'Μέγα πλήθος μέγα πάθος', που χρησιμοποιείται και σήμερα για μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις. Εδώ παρατίθενται μερικές από τις ρήσεις του:
Παραφράζοντας το σύνθημα του δικτατορικού καθεστώτος, 'Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών', έκανε λόγο για 'Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών καθολικώς διαμαρτυρομένων'.
Για τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα, είπε: 'Εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος'.
Σε μία κοινοβουλευτική συζήτηση, ακούγοντας μίαν ύβρη προς το πρόσωπό του, ρώτησε 'Ποίος το λέει αυτό;' για να απαντήσει, μόλις ο υβριστής απάντησε 'εγώ': 'Τότε δεν έχει καμία σημασία!'
'Ψήφισαν ακόμα και τα δένδρα'

De Siris

Διονύσιος Στεφάνου


Διονύσιος Στεφάνου

Ο Διονύσιος Στεφάνου γεννήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1835 και πέθανε την 1η Νοεμβρίου 1916 ήταν Έλληνας νομικός και πολιτικός.

Βιογραφικά στοιχεία

Γεννήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1835 στην Ζάκυνθο και ήταν γιος του Παναγιώτη - Μαρίνου Στεφάνου, ιατρού και βουλευτή στην ιονική βουλή. Φοίτησε στην σχολή Παπαδόπουλου στην Αθήνα και σπούδασε νομικά στο Παρίσι. Προσελήφθη στο δικαστικό σώμα διοριζόμενος το 1865 πρωτοδίκης, το 1868 εφέτης και το 1873 αεροπαγίτης. Το 1888 ανέλαβε δικαστικός σύμβουλος του υπουργείου οικονομικών και λίγο αργότερα προήχθη σε πρόεδρο του νομικού συμβουλίου. Το 1890 παραιτήθηκε από το δικαστικό σώμα ύστερα από παρότρυνση του Χαρίλαου Τρικούπη και έθεσε υποψηφιότητα στη περιφέρεια της Ζακύνθου για τις βουλευτικές εκλογές του ίδιου έτους, στις οποίες και εξελέγη. Από τότε επανεκλεγόταν σχεδόν αδιάκοπα μέχρι τα τέλη του 1910. Στην κυβέρνηση Χαρίλαου Τρικούπη διετέλεσε υπουργός δικαιοσύνης και εξωτερικών (1893 - 1895) ενώ στην κυβέρνηση Θεοτόκη υπουργός δικαιοσύνης (1908 - 1909). Το ίδιο έτος ανέλαβε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Βασιλιά Γεωργίου Α΄, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι και το 1911, οπότε και παραιτήθηκε. Το 1916 του προτάθηκε από τον Βασιλιά ο σχηματισμός κυβέρνησης, πρόταση όμως την οποία απέρριψε λόγω της κακής του υγείας.

Υπήρξε σπουδαίος νομικώς διατελώντας νομικός σύμβολος στο υπουργείο εξωτερικών (1883), αντιπρόσωπος της Ελλάδας στη Διεθνή Επιτροπή Αποζημιώσεων Αιγύπτου καθώς και μέλος της ελληνικής αντιπροσωπίας στην Κωνσταντινούπολη για τις διαπραγματεύσεις μετά την ήττα του 1897 μαζί με τον Νικόλαο Μαυροκορδάτο. Επίσης είχε αναλάβει την νομική επίλυση της ελληνορουμανικής διαφοράς με θέμα την κληρονομιά του Ζάππα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Εταιρίας, Μέγας Διδάσκαλος της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος την περίοδο 1905 - 1907 και είχε τιμηθεί με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Σωτήρος. Είχε πλούσιο συγγραφικό έργο αποτελούμενο από μελέτες και άρθρα νομικού περιεχομένου.

Απεβίωσε την 1η Νοεμβρίου 1916 στην Αθήνα. Ήταν παντρεμένος με την Αικατερίνη Πάλλη, κόρη του Αλέξανδρου Πάλλη, καθηγητή ιατρικής, και είχε αποκτήσει πέντε παιδιά: τον Αλέξιο, σύζυγο Λουκίας Παύλου Κουντουριώτη, την Ονορίνα, τον Δημήτριο, τον Γεώργιο και τον Ιωάννη. Γαμπρός του επ'αδελφής ήταν ο Σπύρος Βαλαωρίτης.

De Siris