Παρασκευή 30 Ιουλίου 2010

Ιουλιανά 1920.


Τα «Ιουλιανά» (1920)

Διήμερο δραματικών συμβάντων με την απόπειρα δολοφονίας του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι (30 Ιουλίου 1920) από βασιλόφρονες αξιωματικούς και τα αντίποινα των βενιζελικών με τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη στην Αθήνα (31 Ιουλίου 1920). Ήταν ένα ακόμη θλιβερό επακόλουθο του Εθνικού Διχασμού.

Μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας και δύο μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, που δημιούργησε «την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», ο Ελευθέριος Βενιζέλος πήρε το δρόμο της επιστροφής, κομιστής του μεγάλου αγγέλματος. Κι ενώ βρισκόταν στο σιδηροδρομικό σταθμό Λυών των Παρισίων για να επιβιβασθεί στο Οριάν Εξπρές, δέχθηκε δολοφονική επίθεση από δύο απότακτους βασιλόφρονες αξιωματικούς.

Ο υποπλοίαρχος Απόστολος Τσερέπης εξ Αιτωλικού και ο υπολοχαγός Γεώργιος Κυριάκης εκ Κορίνθου, τον πυροβόλησαν με τα περίστροφά τους δέκα φορές. Τον τραυμάτισαν, ευτυχώς, επιπόλαια στο δεξί χέρι, παρότι ήταν δεινοί σκοπευτές. Η ανάγκη νοσηλείας επέβαλε στον Βενιζέλο να αναβάλει την επιστροφή του για λίγες μέρες στην Αθήνα.

Η είδηση της απόπειρας δολοφονίας του Βενιζέλου έφθασε αρχικά παραποιημένη ως δολοφονία στην Αθήνα, με αποτέλεσμα να οδηγήσει σε μαζική βία εκ μέρους των βενιζελικών (31 Ιουλίου). Παρακρατικές ομάδες επιτέθηκαν και κατέστρεψαν γραφεία αντιπολιτευόμενων εφημερίδων («Καθημερινή», «Ριζοσπάστης»), τυπογραφεία, καταστήματα και θέατρα («Κοτοπούλη»), ενώ επιτέθηκαν και λεηλάτησαν σπίτια πολιτικών της αντιπολίτευσης, όπως του πρώην πρωθυπουργού Στέφανου Σκουλούδη.

Το γεγονός που σημάδεψε την ημέρα ήταν αναμφισβήτητα η δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη, επιφανή εκπροσώπου της αντιβενιζελικής παράταξης και μελλοντικού πρωθυπουργού, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς. Ο Δραγούμης, παρά την προτροπή της ερωμένης του Μαρίκας Κοτοπούλη, έφυγε από το σπίτι του στην Κηφισιά με το μικρό του «Φορντ», έχοντας κατεύθυνση το κέντρο της Αθήνας. Βιαζόταν να κλείσει την ύλη του περιοδικού του «Πολιτική Επιθεώρησις», το οποίο θα κυκλοφορούσε την επομένη.

Μόλις το αυτοκίνητό του έφθασε στο ύψος της βίλας «Θων» (Κόμβος Αμπελοκήπων), στρατιωτικές δυνάμεις της προσωπικής φρουράς του Βενιζέλου («Τάγμα Ασφαλείας») το σταμάτησαν και κατέβασαν τον οδηγό του. Ήταν 3 το μεσημέρι. Ύστερα από διαβουλεύσεις με το στενό συνεργάτη του Βενιζέλου, Εμμανουήλ Μπενάκη και τον επικεφαλής του Τάγματος Ασφαλείας Παύλο Γύπαρη, ο Δραγούμης οδηγήθηκε πεζή σε άγνωστο μέρος, συνοδεία στρατιωτικού αποσπάσματος. Σύμφωνα με αυτόπτη μάρτυρα, στη γωνία των οδών Βασιλίσσης Σοφίας (τότε Κηφισίας) και Παπαδιαμαντοπούλου, ο Δραγούμης έπεσε νεκρός από πυροβολισμούς των στρατιωτών περί την 4η απογευματινή.

Η κηδεία του Δραγούμη έγινε την επομένη και οι φιλοβενιζελικές εφημερίδες («Ελεύθερος Τύπος» του Καβαφάκη, «Καιροί», «Πατρίς» του Δημητρίου Λαμπράκη), είχαν ακόμη ως κύριο θέμα την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου και στα ψιλά την είδηση της δολοφονίας του Δραγούμη, εντελώς διαστρεβλωμένη.

Τα πνεύματα ηρέμησαν τις επόμενες μέρες, ιδιαίτερα μετά την άφιξη του Ελευθερίου Βενιζέλου στις 17 Αυγούστου με το θωρηκτό «Αβέρωφ» στον Πειραιά, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή. Στις 25 Αυγούστου η Βουλή («Βουλή των Λαζάρων») τον ανακήρυξε με ψήφισμά της σε «Ευεργέτη και Σωτήρα της Πατρίδος», ενώ την επομένη συζητήθηκε η δολοφονία Δραγούμη, με «συγγνώμες» και «ψελλίσματα» από πλευράς της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων.

Στις 14 Σεπτεμβρίου εορτάσθηκε με μεγάλη λαμπρότητα στο Παναθηναϊκό Στάδιο η υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Ο Βενιζέλος επωφελούμενος της μεγάλης του δημοτικότητας προκήρυξε εκλογές για την 1η Νοεμβρίου 1920, τις οποίες, προς γενική κατάπληξη, έχασε πανηγυρικά. Κάποιοι από τους δράστες και των δύο θλιβερών συμβάντων δικάσθηκαν και καταδικάσθηκαν αργότερα.

Από: www.sansimera.gr

De Siris

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

Denis Diderot


Denis Diderot
Ο Ντενί Ντιντερό γεννήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1713 και πέθανε στις 30 Ιουλίου 1784, ήταν Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας.

Γιος ενός σιδερά από την πόλη Λανγκρ (Langres), διδάχθηκε από Ιησουίτες κληρικούς και σπούδασε στη Σορβόνη, από όπου αποφοίτησε το 1732 ως νομικός. Ο Ντιντερό έχασε όμως το ενδιαφέρον του για το νομικό επάγγελμα και προτίμησε να ασχοληθεί με γλώσσες, λογοτεχνία, φιλοσοφία και μαθηματικά. Αναδείχθηκε σε επιφανή φιλόλογο, φιλόσοφο και συγγραφέα ενώ ήταν εμπνευστής και ηγέτης της προσπάθειας για συγγραφή της «Εγκυκλοπαίδειας» από το 1746 μέχρι το 1780. Σε όλα τα έργα του διέδιδε το πνεύμα του διαφωτισμού, άθεος και υλιστής ο ίδιος, ενάντια στη δεισιδαιμονία και τη θρησκοληψία. Μαζί με τον Βολταίρο και τον Ρουσσώ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς του 18ου αιώνα. Τα μυθιστορήματά του διαβάζονται ακόμα και τον 21ο αιώνα. Έγραψε ακόμα θεατρικά έργα και κριτικές εργασίες.

Η τσαρίνα Αικατερίνη της Ρωσίας τον κάλεσε να υποβάλει προτάσεις για το εκπαιδευτικό σύστημα της Ρωσίας και γι' αυτό ο Ντιντερό έμεινε στα χρόνια 1773-1774 στην Πετρούπολη. Στα ύστερα δημοσιεύματά του ασχολήθηκε επίσης με πολιτικά ζητήματα και θεωρείται από τους πνευματικούς πατέρες της επερχόμενης γαλλικής επαναστάσεως.

Πρώτα χρόνια

Ο Ντιντερό μεγάλωσε στην πόλη Λάνγκρ στην Καμπανία της Γαλλίας και ήταν ο μεγαλύτερος γιος ενός ευκατάστατου σιδερά. Έλαβε μόρφωση σε σχολείο Ιησουιτών και στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει την φοίτηση του. Το 1732 διέκοψε τις σπουδές του ως θεολόγος και άρχισε μια νέα ζωή στη γαλλική πρωτεύουσα, γνωρίζοντας πολλούς διανοούμενους της εποχής, όπως τον Ζαν ντ' Αλαμπέρ και τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Άρχισε να γράφει και να μεταφράζει αγγλικά χειρόγραφα στα γαλλικά.

Λίγο αργότερα γνώρισε μια νεαρή πλύστρα, και θέλοντας να την παντρευτεί, ζήτησε την άδεια του πατέρα του, όπως ήταν συνηθισμένο εκείνη την εποχή. Εκείνος δεν συμφώνησε και αποφάσισε να τον κλείσει σε μοναστήρι. Η αντιπάθεια του Ντιντερό προς τον θεσμό των μοναστηριών και την εκκλησία γενικότερα ίσως πηγάζει από αυτό το γεγονός, μια αντιπάθεια η οποία μεγάλωσε όταν η αδερφή του κλείστηκε οικειοθελώς σε ένα μοναστήρι και εκεί αρρώστησε ψυχικά.

Όταν δραπέτευσε από το μοναστήρι που τον είχε κλείσει ο πατέρας του επέστρεψε στο Παρίσι και παντρεύτηκε την νεαρή πλύστρα μυστικά. Σύντομα απέκτησαν μαζί μια κόρη, η οποία όμως πέθανε πολύ πρόωρα. Αργότερα γεννήθηκαν δύο γιοί, οι οποίοι πέθαναν επίσης πρόωρα. Μόνο μια κόρη που γεννήθηκε το 1753 επέζησε.

Η Εγκυκλοπαίδεια

Καθώς είχε συγγράψει την ιστορία των αρχαίων Ελλήνων και ένα ιατρικό λεξικό, το 1746 ο Ντιντερό προσκλήθηκε από έναν γνωστό Παριζιάνο εκδότη να μεταφράσει την αγγλική εγκυκλοπαίδεια Cyclopaedia, or Universal Dictionary of the Arts and Sciences. Ο Ντιντερό αποφάσισε να μην περιοριστεί μόνο στους δύο τόμους αυτού του έργου, αλλά να το επεκτείνει σημαντικά, προσθέτοντας σε αυτό όλες τις γνώσεις της εποχής. Σε αυτό το έργο τον βοήθησαν και άλλοι διανοούμενοι και φίλοι του, κυρίως ο Ντ' Αλαμπέρ, που ήταν μαθηματικός και φυσικός επιστήμονας, αλλά και πολύ γνωστά πρόσωπα όπως ο Μοντεσκιέ και ο Βολταίρος.
Το 1749 αναγκάστηκε να διακόψει, εξαιτίας κάποιων γραπτών που είχε δημοσιεύσει παλαιότερα και στα οποία ασκούσε κριτική στην εκκλησία. Φυλακίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα. Αργότερα αποφάσισε να αφήσει πολλά έργα του ανέκδοτα, για να μην θέσει σε κίνδυνο τη συνέχιση της Εγκυκλοπαίδειας (Encyclopédie).

Το 1750 δημιούργησε ένα προσπέκτους (Prospectus), με το οποίο καλούσε άτομα από όλη την Ευρώπη να βοηθήσουν στην συγγραφή αυτού του κολοσσιαίου έργου. Ήδη το 1751 εμφανίστηκαν οι δύο πρώτοι τόμοι της Εγκυκλοπαίδειας ή Λεξικό αλφαβητικά ταξινομημένο των τεχνών και των επαγγελμάτων (γαλλ. Encyclopédie ou Dictionnaire raisonné des arts et métiers, par une société de gens de lettres), από έναν κύκλο συγγραφέων. Η επιτυχία του έργου στα βιβλιοπωλεία ήταν πολύ μεγάλη, οι Ιησουίτες όμως και πολλοί κληρικοί διέγνωσαν μια αντιχριστιανική τάση στο έργο αυτό και πέτυχαν με βασιλική διαταγή την απαγόρευση του έργου.

Επειδή όμως η μαρκησία ντε Πομπαντούρ, η ερωμένη του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΕ΄, κατείχε μια εξαιρετικά σημαντική θέση, επηρέασε υπέρ της Εγκυκλοπαίδειας πολλούς υπουργούς και άλλα πρόσωπα με επιρροή, ώστε τελικά εκδόθηκαν παρά την απαγόρευση που ίσχυε από το 1753 έως το 1756, τέσσερις νέοι τόμοι.

Η πίεση όμως των αντιπάλων της Εγκυκλοπαίδειας αυξήθηκε, και έτσι το 1758 επήλθε μια νέα απαγόρευση. Ακόμη και ο πάπας δεν ενέκρινε το έργο. Η Εγκυκλοπαίδεια όμως σημείωσε τεράστια επιτυχία όχι μόνο στη Γαλλία αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, και καθώς η γαλλική κυβέρνηση εισέπραττε πολλά χρήματα από την πώληση αντιτύπων της Εγκυκλοπαίδειας στην Ευρώπη, ενθάρρυνε τον Ντιντερό και τους υπόλοιπους Εγκυκλοπαιδιστές να συνεχίσουν τη συγγραφή της. Ο Ντιντερό έγραψε και τους υπόλοιπους δέκα τόμους, μαζί με πέντε τόμους εικονογραφήσεις μέχρι το 1765, αποσύρθηκε όμως - μετά από είκοσι χρόνια συγγραφής - και άφησε στους συνεχιστές τους να εκδώσουν και τους υπόλοιπους τελευταίους τόμους με εικόνες. Όπως και οι υπόλοιποι τόμοι της Εγκυκλοπαίδειας, έτσι και αυτοί, συνέβαλαν στη μεγάλη φήμη και τη διάδοση του έργου σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Φιλοσοφία, κριτική, θέατρο και μυθιστορήματα

Παράλληλα με την Εγκυκλοπαίδεια ο Ντιντερό συνέγραφε και άλλα έργα. Το 1746 ολοκλήρωσε το έργο του Φιλοσοφικές σκέψεις (Pensées philosophiques). Το 1749 φυλακίστηκε εξαιτίας του συγγράμματος του Γράμμα για τους τυφλούς (Lettre pour les aveugles). Το 1751 έγινε μέλος της Ακαδημίας των Επιστημών στο Βερολίνο. Ως φυσικός επιστήμονας, ο Ντιντερό ασχολήθηκε με το έργο του Σκέψεις για την ερμηνεία της φύσης (Pensées sur l'interprétation de la nature), στο οποίο τάσσεται υπέρ των πειραμάτων και κατά των θεωρητικών ψευδορασιοναλιστικών ιδεών του Καρτέσιου.

Έγραψε επίσης θεατρικά έργα, όπως το Φυσικός γιος (Fils naturel) το 1757 και το Πατέρας της οικογένειας (Le Père de famille) το 1758. Όσον αφορά τα μυθιστορήματα, το πιο γνωστό και συνάμα το πιο επιτυχημένο του είναι Η μοναχή (La religieuse), το οποίο περιγράφει τα πάθη και τις δυσκολίες μιας γυναίκας που δεν θέλει να είναι μοναχή.

Ο Ντιντερό ως προσωπικότητα

Μαζί με την σκληρή συγγραφική δουλειά του ο Ντιντερό φρόντιζε να έχει συχνές επαφές με τους Παριζιάνους διανοούμενους διαφωτιστές της εποχής. Όπως ο Βολταίρος, έτσι και ο Ντιντερό, αναζητούσε ένα φωτισμένο μονάρχη, τον οποίο βρήκε στο πρόσωπο της τσαρίνας Αικατερίνης, η οποία καταγόταν από τη Γερμανία και του άφησε στη διάθεσή του, το 1765, τη βιβλιοθήκη της. Τον προσέλαβε ως βιβλιοθηκάριο και τον βοήθησε οικονομικά, ενώ το 1773 ο Ντιντερό έμεινε για ένα διάστημα στην Αγία Πετρούπολη. Ο Ντιντερό βρήκε υποστήριξη στον κύκλο των Μασόνων, αλλά το εάν ο ίδιος του ήταν Μασόνος δεν είναι ιστορικά εξακριβωμένο.

Έργα

Φιλοσοφικές σκέψεις (Pensées philosophiques, 1746)
Η βόλτα του σκεπτικιστή (La promenade du sceptique, 1747)
Τα αδιάκριτα μπιζού (Les bijoux indiscrets, 1748)
Γράμμα για τους τυφλούς (Lettre sur les aveugles, 1749)
Γράμμα για τους κωφάλαλους (Lettre sur les sourds et muets, 1751)
Σκέψεις για την ερμηνεία της φύσης (Pensées sur l'interprétation de la nature, 1753)
Ο φυσικός γιος (Le fils naturel, 1757)
Ο πατέρας της οικογένειας (Le Père de famille, 1758)
Λόγος σχετικα με την δραματική ποίηση (Discours sur la poésie dramatique, 1758)
Η μοναχή (La religieuse, 1760)
Ο ανιψιός του Ραμώ (Le neveu de Rameau, 1761-1776)
Το όνειρο του Ντ'Αλαμπέρ (Le rêve de D'Alembert, 1769)
Ζακ ο μοιραίος και ο κύριος του (Jacques le fataliste et son maître,1771)
Αυτό δεν είναι μια αφήγηση (Ceci n'est pas une conte, 1772)
Réfutation d'Helvétius, 1774
Supplément au Voyage de Bougainville, 1775
Δοκίμιο πάνω στις βασιλειες των Νέρων και Κλαύδιο (Essai sur les règnes de Claude et de Néron, 1778)
De Siris

Φίλιππος Β' o Μακεδών


Φίλιππος Β' o Μακεδών

Ο Φίλιππος της Μακεδονίας ή Φίλιππος Β' o Μακεδών, ήταν ο βασιλιάς που έκανε την Μακεδονία ισχυρό κράτος, ένωσε υπό την ηγεμονία του τα υπόλοιπα ελληνικά κράτη και προετοίμασε στην ουσία την κατάκτηση της Περσίας και του μεγαλύτερου μέρους του τότε γνωστού κόσμου από τον γιό του Μέγα Αλέξανδρο .

Ο Φίλιππος Β' γεννήθηκε το 382 π.Χ. στην Πέλλα, ήταν τριτότοκος γιος του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ' και της Ευρυδίκης και ο ισχυρότερος και επιφανέστερος Έλληνας της εποχής του, ένας ηγέτης, σημαδεμένος από τις μάχες της νεότητας του. Mε μία σειρά θεμελιωδών μεταρρυθμίσεων στο σύνολο της δομής του βασιλείου του κατάφερε να εισέλθει δυναμικά στο προσκήνιο των ελληνικών υποθέσεων στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Αφού αναδιοργάνωσε ριζικά το στρατό του, εισάγοντας μεταξύ άλλων τη σάρισα και επινοώντας καινούργιες τακτικές για τη φάλαγγα των οπλιτών, προχώρησε σε κεραυνοβόλες επιθετικές ενέργειες εναντίον των βόρειων, δυτικών και ανατολικών γειτόνων του. Ο αναγεννημένος στρατός πέτυχε τότε τις πρώτες του νίκες, εξουδετερώνοντας οριστικά τις ληστρικές επιδρομές των βαλκανικών λαών που περιέβαλλαν τη Μακεδονία. Δημιούργησε έτσι στη χερσόνησο του Αίμου ένα μεγάλο κράτος με σχέσεις συμμαχίας, υποτέλειας ή υποταγής με τους παρακάτω λαούς: Ιλλυριοί, Παίονες, Τριβαλλοί, Θράκες, Γέτες, Σκύθες.

Στο νότο και στις σχέσεις με τους Έλληνες -ήδη από το 346 π.Χ.- προσπάθησε να τους πείσει με τη δύναμη της διπλωματίας για ένωση και κοινή εκστρατεία κατά των Περσών με κυριότερο σύμμαχο ως το 338 π.Χ. τη Θήβα, αλλά και με υπολογίσιμους αντιπάλους την Αθήνα και τη Σπάρτη. Κατά τη διάρκεια του Γ' Ιερού Πολέμου (355-352 π.Χ.) συγκρούστηκε με την ανερχόμενη δύναμη της Φωκίδας και τον τύραννο των Φερρών, και παρά τις αρχικές του αποτυχίες κατάφερε να τους νικήσει στη μάχη του Κρόκιου Πεδίου το 352 π.Χ. πετυχαίνοντας παράλληλα άλλες δύο νίκες στο στρατιωτικό και το διπλωματικό πεδίο: την υποταγή της Θεσσαλίας στη Μακεδονία (άρα και την ένταξη του περίφημου θεσσαλικού ιππικού στο στρατό του) και την αποδοχή της Μακεδονίας ως μέλους του Αμφικτυονικού Συνεδρίου των Δελφών, προβάλλοντας έτσι την Μακεδονία ως πρωταγωνιστική δύναμη σταθερότητας στα ελληνικά πράγματα. Όμως μόλις το 338 π.Χ., μετά την ιδιαίτερης σκληρότητας μάχη της Χαιρώνειας, κατάφερε ο Φίλιππος να ενώσει τους Έλληνες. Στη μάχη αυτή ο Φίλιππος μαζί με τον Αλέξανδρο, που διοικούσε ένα τμήμα του στρατού, αντιμετώπισε το συνασπισμό Αθηναίων, Θηβαίων και όλων σχεδόν των νότιων Ελλήνων και τους νίκησε. Ύστερα, με το συνέδριο της Κορίνθου, ένωσε τους Έλληνες και πολιτικά, εκτός από τη Σπάρτη, που επέλεξε την απομόνωση και τη συνεχή αντιπαράθεση με τους Μακεδόνες, και την ουδέτερη Κρήτη.

O Φίλιππος, έχοντας διώξει την Ολυμπιάδα, παντρεύτηκε μια Μακεδόνισσα πριγκίπισσα, την Κλεοπάτρα, ανιψιά του Αττάλου. Στο γαμήλιο γλέντι ο Άτταλος εύχεται στο ζευγάρι να αποκτήσει γρήγορα ένα νόμιμο διάδοχο (αποκαλώντας έμμεσα τον Αλέξανδρο νόθο). Ο Αλέξανδρος αδειάζει το ποτήρι του στα μούτρα του Αττάλου και ξεσπά ένας φοβερός καυγάς. Ο Φίλιππος, μεθυσμένος, τραβά το ξίφος του αλλά σκοντάφτει και πέφτει κάτω. Ο Αλέξανδρος σχολιάζει «δείτε τον άνθρωπο που θέλει να περάσει στην Ασία και δεν μπορεί να περάσει πάνω από ένα τραπέζι».

Ο Αλέξανδρος και η Ολυμπιάδα καταφεύγουν στο σπίτι του πατέρα της στην Ήπειρο. Η φυγή του Αλέξανδρου χαλάει τα σχέδια του Φιλίππου, που δεν μπορεί να εκστρατεύσει χωρίς αντιβασιλέα. Ο Αλέξανδρος αργότερα γύρισε και ο Φίλιππος ξανάρχισε τα σχέδιά του στέλνοντας τον Ιούνιο του 336 π.Χ. στον Ελλήσποντο τον Άτταλο και τον Παρμενίωνα με 10.000 στρατό, για να προετοιμάσουν την εκστρατεία.

Ακολούθως οργάνωσε τον εορτασμό για τους γάμους της κόρης του Κλεοπάτρας με το βασιλιά των Μολοσσών, Αλέξανδρο Α', στο θέατρο των Αιγών. Σύμφωνα με τον Διόδωρο, σε μια επίδειξη δύναμης ο Φίλιππος έκανε την είσοδό του στο θέατρο χωρίς την φρουρά του. Τότε όμως δολοφονήθηκε από έναν από τους πιο έμπιστους σωματοφύλακές του, τον Παυσανία. Ο Παυσανίας σκοτώθηκε λίγα λεπτά αργότερα από τους διώκτες του. Ο Αλέξανδρος είναι ο μόνος πιθανός διάδοχος και με την υποστήριξη του Αντίπατρου, που εκτελούσε χρέη "πρωθυπουργού" ανακηρύχθηκε από τον στρατό νέος βασιλιάς. Οι λόγοι και οι ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας δεν έγιναν γνωστοί. Αναφέρεται ότι ο Παυσανίας ήταν πρώην εραστής του Φιλίππου και ήθελε να τον εκδικηθεί για μια προσβολή που του είχε γίνει. Φαίνεται όμως ότι είχε συνεργούς, πράγμα που στρέφει τις υποψίες είτε στους Πέρσες, που ήθελαν να αποτρέψουν την εισβολή στο κράτος τους, είτε στην Ολυμπιάδα, που αισθανόταν ταπεινωμένη επειδή ο Φίλλιπος την είχε χωρίσει για μία νεότερη και ανηψιά του στρατηγού Αττάλου. Θα μπορούσαν όμως να είναι κάποιοι εσωτερικοί αντίπαλοι του Φιλίππου στην Μακεδονία και την υπόλοιπη Ελλάδα.

Ο τάφος του Φιλίππου

Στις 8 Νοεμβρίου, 1977, ο αρχαιολόγος Μανώλης Ανδρόνικος ανακοίνωσε την ανακάλυψη του ασύλητου τάφου του Φιλίππου Β' στην Βεργίνα της Ημαθίας. Τα ευρήματα του τάφου αργότερα συμπεριλήφθηκαν στην έκθεση «Αναζητώντας τον Αλέξανδρο» που έγινε σε 4 πόλεις των ΗΠΑ από το 1980 ως το 1982. Αν και είναι ανακάλυψη μεγάλης αρχαιολογικής σημασίας, η ταυτοποίηση του τάφου του Φιλίππου έχει αμφισβητηθεί. Αρκετούς υποστηρικτές έχει η άποψη ότι πρόκειται για τον τάφο του Φιλίππου Γ΄ του Αρριδαίου.

Από: www.el.wikipedia.org

De Siris

Η μάχη στο Κλειδί


Η μάχη στο Κλειδί

Τρεις χειμώνες προετοίμαζε ο Βασίλειος τη μάχη στο Κλειδί. Εχοντας ως βάση και κέντρο ανεφοδιασμού τις Σέρρες συγκέντρωνε στρατό και οπλισμό. Την άνοιξη του 1014 ξεκίνησε για το Κλειδί, το σημερινό Ρούπελ. Η διάταξη του στρατεύματός του είχε πάντα την ίδια μορφή: δύο ίλες ιππικού ως εμπροσθοφυλακή, μία από κατάφρακτους και μία από μονόζωνους και ακολουθούσε το κύριο σώμα. Ο Βασίλειος επιδίωκε να φθάσει στο στενό ανάμεσα σε Κλειδί και Κίμβα Λόγγο, με απώτερο στόχο την κοιλάδα του Μελένικου και της Στρούμνιτζας, όπου υπήρχαν ακόμη τότε αρκετές βουλγαρικές κτήσεις. Η κατάκτησή τους θα του άνοιγε τον δρόμο για τις Πρέσπες και την Αχρίδα, την καρδιά του βουλγαρικού κράτους.

Ο αντιπερισπασμός του Σαμουήλ

Ο τσάρος Σαμουήλ γνωρίζοντας ότι το στενό στο Κλειδί αποτελούσε το σημείο από όπου διέβαινε κάθε φορά ο Βασίλειος, οσάκις εκστράτευε κατά της Ανατολικής Βουλγαρίας, αποφάσισε να συγκεντρώσει το σύνολο του στρατού και να οχυρωθεί στο Κλειδί για να δώσει την αποφασιστική μάχη. Παράλληλα επιχείρησε με αντιπερισπασμό να διασπάσει την ενότητα των βυζαντινών δυνάμεων, στέλνοντας έναν από τους πλέον έμπιστους στρατηγούς του, τον Δαβίδ Νεστορίτση, με σημαντικές δυνάμεις νότια, με στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, δεύτερης τη τάξει πόλης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Βασίλειος όμως δεν πτοήθηκε από την είδηση αυτή και έχοντας πια συνετιστεί από το νεανικό του πάθημα στη Φιλιππούπολη παρέμεινε με τον στρατό του παρατεταγμένο στο Κλειδί.

Τη Θεσσαλονίκη υπερασπιζόταν τότε ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης σε αντικατάσταση του στρατηγού Δαβίδ Αριανίτη, που είχε σπεύσει να συνεπικουρήσει τους Βυζαντινούς και να αναλάβει τη διοίκηση μοίρας του ενεργού στρατού στο Κλειδί. Ο Θεοφύλακτος Βοτανειάτης με τη σύμπραξη του γιου του Μιχαήλ κατόρθωσε να αναχαιτίσει τη βουλγαρική επίθεση, να συντρίψει το σώμα του Νεστορίτση έξω από τη Θεσσαλονίκη και να τρέψει τους Βουλγάρους σε φυγή, συλλαμβάνοντας πλήθος αιχμαλώτων και πολλά λάφυρα και τελικά να επιστρέψει στο Κλειδί για να συμπράξει με τον αυτοκράτορα.

Ο φόβος της ενέδρας

Ο Βασίλειος, φθάνοντας στο Κλειδί, στρατοπέδευσε σε απόσταση δύο ωρών από το στενό και έστειλε ανιχνευτές να εντοπίσουν τον εχθρό. Αν και το στενό είχε κλείσει με πρόχειρα αναχώματα από πέτρες και κορμούς, κάρα και βράχους, οι Βούλγαροι ήταν άφαντοι. Η απειλή ενέδρας φόβισε τον Βασίλειο που αποφάσισε να αλλάξει τη διάταξη του στρατού και να τοποθετήσει μπροστά το πεζικό και πίσω το ιππικό, θεωρώντας ότι οι άνδρες του δεν θα ανακόπτονταν από πιθανά εμπόδια, σε αντίθεση με τα άλογα.

Η διαταγή του αυτοκράτορα ήταν σαφής, το στράτευμα όφειλε να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, οπλισμένο, με πλήρη εξάρτυση, ετοιμοπόλεμο ανά πάσα στιγμή. Η πρώτη νύχτα κύλησε ήρεμα, οι Βούλγαροι δεν φαίνονταν πουθενά στις γύρω βουνοκορφές. Την επομένη ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή στον στρατό να προχωρήσει προς το στενό, ενώ ήταν σίγουρος ότι οι Βούλγαροι θα επετίθεντο όταν οι Βυζαντινοί θα πλησίαζαν τα αναχώματα.

Πράγματι, μόλις η εμπροσθοφυλακή του βυζαντινού στρατού ζύγωσε τα εμπόδια, εκδηλώθηκε η πρώτη επίθεση από τους Βουλγάρους, οι οποίοι έσπρωχναν βράχους από ψηλά, ενώ παράλληλα στόχευαν με βέλη και πέτρες τους Βυζαντινούς. Παρά την ορμή του βυζαντινού στρατού, και οι δύο προσπάθειές τους να περάσουν τα αναχώματα απέβησαν άκαρπες, με αποτέλεσμα πολυάριθμους νεκρούς και τραυματίες.

Ο αυτοκράτορας, βλέποντας τη δυσκολία του εγχειρήματος, διέταξε υποχώρηση του στρατεύματος. Επιθυμούσε την ανασύνταξη των βυζαντινών δυνάμεων και την ενίσχυση του ηθικού των στρατιωτών του πριν από τη νέα επίθεση. Χρειαζόταν δε επιτακτικά τη νίκη, καθώς επρόκειτο για την πρώτη μάχη της χρονιάς εκείνης, την πρώτη μιας σειράς αναγκαίων συγκρούσεων προς την επίτευξη των μεγαλεπήβολων στόχων του.

Το νέο σχέδιο

Ο Βασίλειος κατέστρωσε νέο σχέδιο: έστειλε την ίδια νύχτα τον στρατηγό του Θέματος της Μακεδονίας Νικηφόρο Ξιφία με τρεις τούρμες να ανέβει στο όρος Βαλαθίστα που υψωνόταν νοτίως του Κλειδίου, στα νώτα δηλαδή του βουλγαρικού στρατεύματος, ώστε οι Βούλγαροι, κατά την εκδήλωση της επίθεσης, να βρεθούν περικυκλωμένοι. Ο στρατηγός θα ειδοποιούσε όταν το σώμα του θα είχε λάβει θέσεις μάχης με τριπλό σάλπισμα.

Το μεσημέρι της επομένης, της 29ης Ιουλίου 1014, εκδηλώθηκε η πολυπόθητη επίθεση. Μόλις ακούστηκε το σύνθημα του στρατηγού Ξιφία, το αυτοκρατορικό φουσάτο, από νωρίς σε ετοιμότητα, όρμησε προς τα αναχώματα με ηγέτη τον ίδιο τον Βασίλειο. Ο αυτοκράτορας, παρά τα πενήντα εννέα χρόνια του, πολεμούσε πάντα - από την πρώτη μάχη της Φιλιππούπολης ακόμη - στην πρώτη γραμμή, σύμβολο γενναιότητας και θάρρους για τους στρατιώτες του.

Η μάχη ήταν σκληρή αλλά το σχέδιο δοκιμασμένο και αλάνθαστο. Ο βουλγαρικός στρατός καταλήφθηκε εξαπίνης και γρήγορα εγκατέλειψε τη μάχη. Οι περισσότεροι πετούσαν τα όπλα τους και έτρεχαν να σωθούν. Λίγοι πολέμησαν μέχρι τέλους, μεταξύ αυτών και ο τσάρος Σαμουήλ με τον γιο του και την προσωπική φρουρά του, αλλά και αυτοί τελικά αναζήτησαν καταφύγιο την τελευταία στιγμή στο φρούριο Πρίλαπο (το σημερινό Περλεπέ).

Ο απολογισμός της μάχης στο Κλειδί ήταν οδυνηρός, σήμανε περί τους δεκαπέντε χιλιάδες αιχμαλώτους Βούλγαρους αλλά και χίλιους νεκρούς για τον βυζαντινό στρατό καθώς και χίλιους πεντακόσιους τραυματίες, περισσότερους από όσους σε κάθε άλλη μάχη στο παρελθόν.

Η τύφλωση των αιχμαλώτων

Για τον Βασίλειο η μάχη στο Κλειδί ήταν ορόσημο: πολεμούσε τους Βουλγάρους περισσότερα από είκοσι συναπτά έτη, ο πόλεμος έπρεπε πλέον να λάβει τέλος. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μόνο με μια σκληρή απόφαση σχετικά με την τύχη των πολυάριθμων βουλγάρων αιχμαλώτων. Ο αυτοκράτορας συγκάλεσε αμέσως μετά τη μάχη το συμβούλιο των στρατηγών του. Η πρότασή τους ήταν σχεδόν ομόφωνη: η τιμωρία που άρμοζε στους αιχμαλώτους ήταν ο θάνατος. Ελάχιστοι στρατηγοί αντιπρότειναν να πουληθούν οι αιχμάλωτοι σε σκλαβοπάζαρα.

Ο αυτοκράτορας ωστόσο έκρινε πως ο θάνατος με όποια μορφή ήταν μια ποινή που γρήγορα θα ξεχνιόταν, ενώ το να πουληθούν σε σκλαβοπάζαρα δεν θα παραδειγμάτιζε καθόλου τους Βουλγάρους. Οι Βούλγαροι ήταν σκληρός και αδυσώπητος λαός, δεν είχαν καμφθεί από τόσες ήττες χρόνια τώρα, η δήωση, η σφαγή και η καταστροφή έμοιαζαν να είναι στη φύση τους.

Οι χρονικογράφοι της εποχής μαρτυρούν ότι ο αυτοκράτορας ταλαντεύτηκε στην απόφασή του και προβληματίστηκε εξαιρετικά. Βαρύνοντα ρόλο πάντως δεν έπαιξε η εκδίκηση για τον θάνατο χιλιάδων στρατιωτών και συμπολεμιστών του επί σειρά ετών αλλά η σκέψη της ανασύνταξης του Σαμουήλ που είχε διαφύγει και που σε τακτά διαστήματα κατόρθωνε, παρά τα πλήγματα και την ταπείνωση κάθε ήττας, να αναδιοργανώνει τις δυνάμεις του και να συνεχίζει τον πόλεμο επί τριάντα σχεδόν έτη.

Ο Βασίλειος ήταν πεπεισμένος ότι έπρεπε να καταφέρει προσωπικό πλήγμα κατά του βούλγαρου ηγέτη, πλήγμα ικανό να τον καταρρακώσει ψυχικά και να τον υποτάξει οριστικά. Επέλεξε την τύφλωση των αιχμαλώτων, θέλοντας να καταστήσει σαφές ότι ήταν αδίστακτος σε ό,τι αφορούσε τους εχθρούς της Αυτοκρατορίας και ότι δεν θα ορρωδούσε προ ουδενός προκειμένου να συντρίψει τη βουλγαρική αντίσταση μέχρι τέλους.

Μπροστά σε ολόκληρο τον στρατό του και αφού συνεχάρη και επιβράβευσε τους στρατιώτες του για την ανδρεία τους στη μάχη, διέταξε την τύφλωση των βουλγάρων αιχμαλώτων. Οι Βυζαντινοί χώριζαν τους αιχμαλώτους σε ομάδες των εκατό, και ανά χίλιους τους οδηγούσαν σε ειδικό χώρο του στρατοπέδου, όπου, αφού τους έδεναν, με πυρωμένες στη φωτιά σιδερένιες βέργες τύφλωναν τους ενενήντα εννέα και από τα δύο τους μάτια, ενώ τον εκατοστό μόνο από το ένα, ούτως ώστε να χρησιμεύσει, μονόφθαλμος ων, ως οδηγός των υπολοίπων. Αμέσως μετά την τιμωρία τους οι αιχμάλωτοι αφήνονταν ελεύθεροι να επιστρέψουν στον διασωθέντα τσάρο τους.

Ο θάνατος του Σαμουήλ

Το πλήγμα ήταν όντως τραγικό για τον τσάρο Σαμουήλ, ο οποίος, ήδη καταρρακωμένος από το μέγεθος της συντριβής, ανέμενε τις ειδήσεις για την τύχη των αιχμαλώτων. Το βουλγαρικό φουσάτο αριθμούσε 30.000 άνδρες πριν από την αναμέτρηση, περίπου χίλιοι κατάφεραν να σωθούν μετά τη μάχη και να διαφύγουν, εκ των οποίων δώδεκα μόνο από την προσωπική φρουρά του Σαμουήλ.

Οι βουλγαρικές πηγές ιστορούν ότι η επιστροφή των αιχμαλώτων προκάλεσε μέγα πένθος στην Αχρίδα, η οποία ήταν τότε πρωτεύουσα του βουλγαρικού κράτους. Οι χιλιάδες τυφλοί αδυνατούσαν να πορευθούν συντεταγμένα, με αποτέλεσμα να ανατρέπονται, να συμπαρασύρουν τους συμπολεμιστές τους και να πορεύονται ουρλιάζοντας και βογκώντας προς την πόλη τους. Ο Σαμουήλ δεν άντεξε την ταπείνωση αυτή του φρικτού θεάματος και δύο μέρες μετά ξεψύχησε από τη συντριβή και τον ψυχικό κλονισμό.

Ανεξάρτητα όμως από την αλληλουχία των ιστορικών γεγονότων, η αναμφισβήτητα ανηλεής πράξη αυτή του Βασίλειου, που του προσέδωσε άλλωστε το επίθετο «Βουλγαροκτόνος», δεν πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο κρίσης και κριτικής μόνο με βάση τα σύγχρονα κριτήρια, κυρίως τον συναισθηματικό αποτροπιασμό που προκαλεί σήμερα η μεταχείριση αυτή των αιχμαλώτων σε σχέση με τις ισχύουσες αρχές του δικαίου του πολέμου. Αντίθετα, η βυζαντινή νομοθεσία προέβλεπε ως ποινή κολασμού τόσο την τύφλωση όσο και τον ακρωτηριασμό για κάθε βυζαντινό πολίτη που θα προέβαινε σε επαναστατική ενέργεια, συνωμοσία ή στάση κατά της νόμιμης βυζαντινής εξουσίας, φορέας της οποίας ήταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Συνακόλουθα, ο Βασίλειος αντιμετώπισε και τιμώρησε τους βούλγαρους αιχμαλώτους, όχι ως εχθρούς της Αυτοκρατορίας αλλά ως υπηκόους του και βυζαντινούς πολίτες που είχαν επαναστατήσει, δεδομένου ότι ήδη από το 971 το σύνολο της σημερινής βουλγαρικής επικράτειας είχε κατακτηθεί από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή και υπαχθεί στη βυζαντινή διοίκηση.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένες ιστορικές πηγές (Κεδρηνός) αμφισβητούν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων που τυφλώθηκαν ήταν 15.000, ενώ κάποιοι χρονογράφοι της εποχής δεν διστάζουν να εκφράσουν επιφυλάξεις για το όλο γεγονός θεωρώντας ότι το μίσος και η ένταση μεταξύ των δύο εθνών ήταν τέτοια ώστε ήταν δυνατόν πράξεις εκδίκησης να διογκωθούν και να λάβουν άλλες διαστάσεις. Με την άποψη αυτή συνάδει άλλωστε και η επισήμανση ότι το επίθετο Βουλγαροκτόνος, που αποδόθηκε στον Βασίλειο εξαιτίας της τύφλωσης των Βούλγαρων, προϋποθέτει θανάτωση και όχι τύφλωση.

Πόλεμος με τους διαδόχους

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο Βασίλειος δικαιώθηκε, καθώς ο θάνατος του Σαμουήλ επέφερε εξασθένηση της βουλγαρικής ισχύος. Ο γιος του Γαβριήλ - Ρωμανός, που τον διαδέχθηκε, δεν είχε ούτε τη σύνεση ούτε την ηγετική προσωπικότητα του πατέρα του, με αποτέλεσμα να ατονήσει η βουλγαρική επιθετικότητα.

Παρά τη μεγαλειώδη νίκη στο Κλειδί, ο Βασίλειος δεν εφησύχασε. Στόχος του ήταν η οριστική κατάλυση του βουλγαρικού κράτους, η παράδοση της πρωτεύουσας Αχρίδας και η πλήρης υποταγή των διαδόχων του Σαμουήλ. Ετσι, έδωσε άμεσα διαταγή στον στρατηγό Θεοφύλακτο Βοτανειάτη να κατευθυνθεί προς τη Στρούμνιτζα, να καταλάβει την πόλη και να διανοίξει την οδό επικοινωνίας με τη Θεσσαλονίκη.

Η πολιορκία της πόλης όμως δεν είχε άμεσα αίσια έκβαση και ο Βοτανειάτης έλαβε εντολή να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Στον δρόμο της επιστροφής όμως προς τη Συμβασιλεύουσα, καθώς διέσχιζε με τον στρατό του μια στενή χαράδρα, δέχθηκε επίθεση. Οι Βούλγαροι σφυροκόπησαν τους Βυζαντινούς από παντού, τραυμάτισαν θανάσιμα τον Βοτανειάτη και διέλυσαν το τμήμα αυτό του βασιλικού φουσάτου. Η ήττα ήταν σημαίνουσα, καθώς σε σύνολο πέντε χιλιάδων στρατιωτών μόλις δύο χιλιάδες κατόρθωσαν να γλιτώσουν τη σφαγή ή την αιχμαλωσία.

Ο αυτοκράτορας, με την είδηση της καταστροφής αυτής, οργισμένος αποφάσισε να κινηθεί κατά του φρουρίου του Μελενίκου, το οποίο παραδόθηκε αμαχητί. Εν συνεχεία, κατευθύνθηκε προς την Πελαγονία, όπου κατέλαβε το Βιτόλιο και τα Στύπεια και έφθασε στο Πρίλαπο, του οποίου η πολιορκία δεν διήρκεσε πολύ, καθώς και αυτό παραδόθηκε γρήγορα. Ο χειμώνας όμως εμπόδιζε τον αυτοκράτορα να ολοκληρώσει τα σχέδιά του που προέβλεπαν κατάληψη της Καστοριάς και των Πρεσπών και οριστική συντριβή των Βουλγάρων, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη.

Η νέα εκστρατεία

Ο Βασίλειος ξεκίνησε πάλι την άνοιξη του 1016 για την Εδεσσα, η οποία είχε στασιάσει και ήταν ξανά υπό βουλγαρική κατοχή. Αφού την ανακατέλαβε, πολιόρκησε τα Μογλενά που αντιστάθηκαν σθεναρά για ημέρες. Η πολιορκία έδειχνε να έχει διάρκεια, το πείσμα όμως του αυτοκράτορα ήταν τέτοιο, ώστε διέταξε να γυρίσουν οι στρατιώτες του το ρεύμα του ποταμού που γέμιζε με τα νερά του τη βαθιά τάφρο γύρω από το φρούριο των Μογλενών, αποξέρανε την τάφρο, ενώ οι μηχανικοί του έσκαψαν τα θεμέλια του φρουρίου, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο τμήμα του να γκρεμιστεί. Εντρομοι οι Βούλγαροι, άνοιξαν τις πύλες του φρουρίου και παραδόθηκαν.

Οι αιχμάλωτοι ήταν χιλιάδες. Ο Βασίλειος τους εξόρισε στην Ανατολική Αρμενία, στα περσικά σύνορα, στο λεγόμενο Βασπουρακάν. Αφού πυρπόλησε το φρούριο των Μογλενών, κατέλαβε το γειτονικό φρούριο των Ενωτίων, όπου έλαβε την είδηση ότι δολοφονήθηκε ο τσάρος Γαβριήλ και στον θρόνο τον διαδέχθηκε ο πρώτος εξάδελφός του Ιωάννης Βραδισλάβος. Ο νέος τσάρος ζήτησε από τον Βασίλειο να δεχθεί την άνευ όρων υποταγή του. Βέβαια η πρόταση του Ιωάννη Βραδισλάβου ήταν παραπλανητική, διότι στην πράξη επιζητούσε μόνο να κερδίσει χρόνο προκειμένου να ανασυντάξει αρκετό στρατό. Τότε ο Βασίλειος εξοργισμένος αποφάσισε ότι η μόνη ικανοποιητική εκδίκηση ήταν η κατάληψη της Αχρίδας. Η πόλη δεν αντιστάθηκε και το αυτοκρατορικό φουσάτο με τον Βασίλειο επικεφαλής την κυρίευσε. Παράλληλα, ο στρατηγός Αριανίτης είχε καταλάβει τη Στρούμνιτζα και τη Θερμίτζα, ενώ ο Νικηφόρος Ξιφίας κυρίευσε τα φρούρια γύρω από την Τριαδίτσα.

Δεν είχε όμως ακόμη φθάσει η ώρα της αμετάκλητης υποταγής των Βουλγάρων. Ο στρατηγός Ιβατζής, έμπιστος του Σαμουήλ, είχε στήσει ενέδρα και εξόντωσε ένα τμήμα του αυτοκρατορικού στρατού στην Πελαγονία. Ο Βασίλειος απάντησε χτυπώντας τον Λόγγο και τη Σέταινα, νέα όμως ενέδρα του Ιωάννη σε τμήμα του βυζαντινού στρατού, που διοικούσε ο Κατεπάνω Κωνσταντίνος Διογένης, τον έστειλε προς βοήθεια του Διογένη. Με την παροιμιώδη φράση του «όστις πολεμιστής ακολουθήτω μοι», έφιππος όρμησε μόνος να συντρέξει τον Διογένη, ενώ το αυτοκρατορικό φουσάτο τον ακολουθούσε. Μόνη η εμφάνισή του στο πεδίο της μάχης έσπειρε τον πανικό στους Βουλγάρους και έγειρε την πλάστιγγα της νίκης προς το βυζαντινό στρατόπεδο.

Η υποταγή των Βουλγάρων

Το 1018 σήμανε την οριστική κρίση του αγώνα κατά των Βουλγάρων. Ο τσάρος Ιωάννης, ενώ πολιορκούσε το Δυρράχιο, δολοφονήθηκε. Παράλληλα, ο στρατηγός του Σαμουήλ Κρακράς έστειλε αγγελιοφόρο στον Βασίλειο, παραδίδοντάς του το Περνίκο και άλλα 35 φρούρια. Στην Αδριανούπολη κατέφθασαν νέοι αγγελιοφόροι που του παρέδωσαν και άλλα φρούρια της Πελαγονίας, ενώ ακολούθησε η παράδοση της κραταιάς Στρούμνιτζας.

Τότε ο αυτοκράτορας δέχθηκε επιστολή παράδοσης και της τσαρίνας Μαρίας, χήρας του Ιωάννη, που του παρέδιδε τον θρόνο και τα δικαιώματά της, ζητώντας μόνο την εξασφάλιση της ζωής των παιδιών της. Ταυτόχρονα ο τοπάρχης Πρεσπών και Καστοριάς παρέδωσε στον Βασίλειο τα κλειδιά των πόλεων της περιοχής του. Η λήξη του πολέμου σήμανε με τη θριαμβευτική είσοδο του Βασιλείου στην Αχρίδα, τροπαιοφόρου αυτή τη φορά, και την παράδοση της πόλης.

Ο αυτοκράτορας όρισε διοικητή της πόλης τον Ευστάθιο Δαφνομήλη και αναχώρησε για τις Πρέσπες, και μετά για τη Δεάβολη, οργανώνοντας την εξόντωση του Ιβατζή, του τελευταίου βούλγαρου στρατηγού που δεν είχε ακόμη υποταχθεί. Ο Ιβατζής, ασκώντας παρελκυστική πολιτική, καθυστερούσε να απαντήσει στον Βασίλειο, προσπαθώντας παράλληλα να σχηματίσει εκ νέου στρατό και να αντεπιτεθεί στους Βυζαντινούς. Η λύση όμως δόθηκε από τον στρατηγό Δαφνομήλη, ο οποίος προσποιούμενος τον αποστάτη προσήλθε μόνος στο φρούριο του Ιβατζή, τον παραπλάνησε, τον τύφλωσε και στη συνέχεια κατόρθωσε να πείσει τους υπόλοιπους Βουλγάρους να παραδοθούν με την απειλή της ανηλεούς εκδίκησης του Βασιλείου. Στη Δεάβολη παραδόθηκε και ο Νικολιτζάς, ο έτερος βούλγαρος προδότης, ζητώντας συγχώρεση, αλλά ο Βασίλειος, ενθυμούμενος τις προδοσίες του, τον φυλάκισε στη Θεσσαλονίκη.

Χρειάστηκαν τριάντα έξι χρόνια αδιάκοπων αγώνων για να υποταγούν οι Βούλγαροι τελικά το 1018. Ο αυτοκράτορας, νικητής, αποφάσισε να ολοκληρώσει την πορεία του επισκεπτόμενος ένδοξους ελλαδικούς τόπους, τον Σπερχειό, τις Θερμοπύλες, τη Θήβα, την Αθήνα, όπου σταμάτησε για να προσκυνήσει στον Παρθενώνα που είχε μετατραπεί σε Ναό της Παναγίας. Τελικά τον Ιανουάριο του 1019 εισήλθε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας νικήσει οριστικά τους Βουλγάρους και έχοντας αποκαταστήσει τα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στα όρια της εποχής του Ιουστινιανού. Δικαιωματικά θεωρήθηκε ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της Μακεδονικής Δυναστείας, ενώ η βασιλεία του αποτέλεσε μία από τις λαμπρότερες περιόδους ακμής και ισχύος μέσα στη χιλιετή βυζαντινή ιστορία.

ΚΕΙΜΕΝΑ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Από: www.tovima.gr

De Siris

Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος


Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος.

Ο Αρχιεπίσκοπος πρώην Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιάκωβος (κατά κόσμον Δημήτριος Κουκούζης) γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1911 και πέθανε στις 10 Απριλίου 2005, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Ορθοδοξίας στην αμερικανική ήπειρο κατά τον 20ο αιώνα. Γεννημένος στην Ίμβρο της, τότε, Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρέθηκε από νωρίς στο θρησκευτικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης σε μία περίοδο ραγδαίων αλλαγών για το Πατριαρχείο και τον ρωμαίικο πληθυσμό της νεοπαγούς Τουρκικής Δημοκρατίας.

Σύντομα αποφάσισε την έξοδό του στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου υπηρετούσε ως Αρχιεπίσκοπος, ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας. Η διακονία του δίπλα στον Αθηναγόρα απετέλεσε καίρια μαθητεία, η οποία καθόρισε την περαιτέρω εκκλησιαστική του σταδιοδρομία. Μία επιπλέον παράμετρος κατανόησης της προσωπικότητας του Ιακώβου είναι η πρώιμη ενασχόλησή του με το διαχριστιανικό διάλογο ως Αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών στα μέσα της δεκαετίας του 1950.

Η δράση του εκτός από εκκλησιαστική ήταν βαθιά πολιτική και διπλωματική. Την περίοδο της ποιμαντορίας του κατάφερε να είναι η κυρίαρχη ηγετική φυσιογνωμία του ελληνισμού των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και ο προνομιακός συνομιλητής της αμερικανικής ηγεσίας. Με αυτές του τις ιδιότητες προσπάθησε την ευνοϊκή αντιμετώπιση από πλευράς των Η.Π.Α. θεμάτων ελληνικού εθνικού ενδιαφέροντος.

Η παραίτησή του επέφερε μία σειρά καταιγιστικών εξελίξεων για την ελληνική μειονότητα της Αμερικής δημιουργώντας δυσεπίλυτα προβλήματα στις εκκλησιαστικές και διοικητικές δομές της. Ο θάνατος τον βρήκε πλήρη ημερών σε νοσοκομείο του Κονέκτικατ. Η έξοδός του από τα επίγεια χαιρετίστηκε από την αμερικανική και ελληνική πολιτική και θρησκευτική ηγεσία με χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις τους πρώην Προέδρους των Η.Π.Α. Μπιλ Κλίντον, Τζωρτζ Μπους τον πρεσβύτερο και Τζίμμυ Κάρτερ. Στο συλλυπητήριο τηλεγράφημά της η χήρα του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Κορρέτα Σκοτ Κινγκ σημείωνε ενθυμούμενη την ανθρωπιστική δράση του Ιακώβου:

"Σε μία εποχή όπου πολλοί από τους εξέχοντες θρησκευτικούς ηγέτες του έθνους παρέμεναν σιωπηλοί, ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος με θάρρος υποστήριξε το Κίνημά μας για την Ελευθερία και προχώρησε δίπλα στο Μ. Λ. Κίνγκ, ενώ συνέχισε να υποστηρίζει την ειρηνική κίνηση ενάντια στη φτώχεια, το ρατσισμό και τη βία σε ολόκληρη τη ζωή του."

Για να τη συμπληρώσει ο παλαιός χρονικογράφος "Του Βήματος" και "Των Νέων" Παύλος Παλαιολόγος:
"Τολμηρός, θεληματικός, με πολλή φαντασία, πρωτοποριακός σε ρυθμό που δυσκολεύονται και οι προοδευτικοί ακόμα να παρακολουθήσουν, συχνά βρίσκεται μόνος του στους δρόμους τους οποίους χαράζει. Η μοίρα των πρωτοπόρων. Διαφορετικά, δεν θα ήταν πρωτοπόρος.

Πρώιμη περίοδος

Ο Δημήτριος Κουκούζης γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1911 στους Αγίους Θεοδώρους της Ίμβρου και ήταν ο μικρότερος από τα τέσσερα παιδιά του Αθανάσιου και της Μαρίας Κουκούζη. Αφού, αρχικά, φοίτησε στην αστική σχολή της κοινότητας των Αγίων Θεοδώρων και το ελληνικό ημιγυμνάσιο Παναγίας, το 1927, σε ηλικία 15 ετών, εγγράφηκε στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, την οποία διηύθηνε, ως σχολάρχης, ο τότε Μητροπολίτης Γέρων Δέρκων Ιωακείμ Πελεκάνος. Απεφοίτησε αριστούχος τον Ιούλιο του 1934 υποβάλλοντας εναίσιμη διατριβή με τίτλο «Περί Ουνίας».

Το πέρας των σπουδών του στη Χάλκη τον βρήκε αναποφάσιστο σχετικά με την περαιτέρω επαγγελματική του πορεία και για μικρό χρονικό διάστημα διετέλεσε λαϊκός ιεροκήρυκας και κατηχητής στη γενέτειρά του. Ο ίδιος διηγούνταν, αργότερα, ότι επηρεάστηκε να ακολουθήσει την ιερατική οδό από ένα όνειρο[4]. Σε αυτή του την απόφαση προσέκρουσε στην άρνηση της μητέρας του, η οποία, προερχόμενη από λευιτική οικογένεια, θεωρούσε ότι η οικογένειά της είχε ήδη προσφέρει αρκετά μέλη στην εκκλησία. Παρά τούτο ο Δημήτριος αποδέχθηκε την πρόταση του παλαιού σχολάρχη του και χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ι. Ναό Αγίου Γεωργίου Θεραπείων την 25η Νοεμβρίου 1934 λαμβάνοντας το όνομα Ιάκωβος προς τιμήν του ευεργέτη του, Μητροπολίτη Ίμβρου Ιακώβου Παπαπαϊσίου.

Στην Ι. Μητρόπολη Δέρκων υπηρέτησε για μία τετραετία ως Αρχιδιάκονος και Ιεροκήρυκας, αλλά επιθυμία του ήταν η έξοδός του από την Τουρκία λόγω της πολιτικής που ακολουθούσε η χώρα έναντι της ρωμαίικης μειονότητας. Το 1939 έλαβε πρόσκληση από τον, τότε, Αρχιεπίσκοπο Βορείου και Νοτίου Αμερικής Αθηναγόρα να μεταβεί στις Η.Π.Α. αναλαμβάνοντας τη θέση του Αρχιδιακόνου. Η εκδημία του στην Αμερική έγινε το ίδιο έτος και παράλληλα με τα καθήκοντα του Αρχιδιακόνου ανέλαβε θέση διδάσκοντος στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού με αντικείμενο την Καινή Διαθήκη και την Ομιλητική, ενώ διετέλεσε βοηθός Κοσμήτορα έως το 1942 και για σύντομο χρονικό διάστημα διευθυντής της Σχολής.

Στις 16 Ιουνίου 1940, ανήμερα της εορτής της Αγίας Τριάδος, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στον ομώνυμο Ναό του Λόουελ της Μασαχουσέτης από τον Κοσμήτορα της Σχολής του Τιμίου Σταυρού, Επίσκοπο Βοστώνης Αθηναγόρα Καββάδα και τοποθετήθηκε εφημέριος στον Ι. Ναό Αγίου Γεωργίου στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Το 1941 διορίστηκε ιεροκήρυκας στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Τριάδος, Νέας Υόρκης και το επόμενο έτος εφημέριος στον Ι. Ναό Αγίου Νικολάου του Σαιντ Λούις. 
Η οριστική εφημεριακή του θέση ήταν αυτή του προϊσταμένου του Καθεδρικού Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Βοστώνη, όπου παρέμεινε έως το 1954. Το 1950 έλαβε την αμερικανική υπηκοότητα. Παράλληλα με τα ιερατικά του καθήκοντα απέκτησε τίτλο S.T.N., "Master of Sacred Theology Degree" από τη θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ.

Η θητεία στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών

Μετά την εκλογή του Αθηναγόρα στον Πατριαρχικό Θρόνο της Κωνσταντινούπολης ο Ιάκωβος εξελέγη Μητροπολίτης Μιλήτου και σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής Χάλκης. Η εκλογή, όμως, δεν έγινε αποδεκτή από τον ίδιο και αιτιολογώντας την άρνησή του προέτεινε τη δυσθυμία επιστροφής του στην Τουρκία. Το γεγονός αυτό κόστισε την παύση επικοινωνίας του με τον Πατριάρχη για μία τριετία. Στις 17 Δεκεμβρίου 1954 με εισήγηση του Πατριάρχη Αθηναγόρα προς την Ιερά Σύνοδο εξελέγη Επίσκοπος Μελίτης και διορίστηκε πρώτος μόνιμος Αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην έδρα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Η χειροτονία του τελέστηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1955 στον Πατριαρχικό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι προεξάρχοντος του από Ίμβρου Μητροπολίτη Δέρκων, Ιακώβου.

Από το πρώτο διάστημα της ανάληψης των καθηκόντων του επιδόθηκε σε επαφές και ενέργειες, οι οποίες μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κατέστησαν δυναμική την παρουσία του στο Συμβούλιο, ώστε να επηρεάζει σοβαρά τη Γενική Γραμματεία και τα εκτελεστικά όργανά του στις αποφάσεις τους και να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα θέματα που αφορούσαν τις σχέσεις Ορθοδόξων και Π.Σ.Ε., ιδιαίτερα στο θέμα της συμμετοχής όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, ως Εκκλησιών-μελών σε αυτό.

Η τετραετής υπηρεσία του στο Π.Σ.Ε., ως Μονίμου Αντιπροσώπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στάθηκε ιδιαίτερα σημαντική τόσο στην ιστορία του Συμβουλίου κατά την πρώτη δεκαετία των δραστηριοτήτων του και της εδραίωσής του στο διαχριστιανικό κόσμο, ως κέντρου της Οικουμενικής Κίνησης, όσο και στην ιστορία του Πατριαρχικού Γραφείου. Μαζί με τους Wiplliam Adolf VisserT Hooft και Francis House απέβη μία από τις τρεις προσωπικότητες που σφράγισαν τη ζωή των κεντρικών γραφείων του Π.Σ.Ε. στο τέλος της δεκαετίας του ‘50. Επιπλέον υπήρξε μέλος εκκλησιαστικών αποστολών σε Ρουμανία (1955), Νέα Ζηλανδία, Ινδία, Αιθιοπία, Ισραήλ, Ιορδανία, Λίβανο, Συρία, Φινλανδία (1956), Ρωσία, Ολλανδία και Αγγλία (1958). Για τη συνολική προσφορά του στο πλαίσιο δράσης του Π.Σ.Ε. τιμήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1995 σε εκδήλωση, που διοργανώθηκε στην Ατλάντα.

Η εκλογή του στην Αρχιεπισκοπή

Η χηρεία του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου της Αμερικής με το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Μιχαήλ το 1958 δημιούργησε μία αλυσιδωτή πορεία αντιδράσεων, οι οποίες οδήγησαν τον Ιάκωβο στη θέση του Οιακοστρόφου της ελληνορθόδοξης κοινότητας της αμερικανικής ηπείρου.
Επιθυμία της πλειονοψηφίας των μελών της Πατριαρχικής Συνόδου ήταν η πλήρωση της έδρας από τον, τότε, Μητροπολίτη Ίμβρου Μελίτωνα Χατζή, παλαιού μέλους της Πατριαρχικής Αυλής και εξέχουσας φυσιογνωμίας της εκκλησιαστικής διπλωματίας. Η θέλησή τους, όμως, δε συμβάδιζε με τις θέσεις του Πατριάρχη και της ελληνικής κυβέρνησης. Έτσι σε επιστολή του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη με ημερομηνία 8 Αυγούστου του 1958 ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης, Κωνσταντίνος Καραμανλής επεσήμαινε:

"Εξ ετέρου, όμως, δεδομένου ότι ομού μετά των θρησκευτικών καθηκόντων, άτινα θα κληθή να εκπληρώσει ο εκλεγεισόμενος αρχιεπίσκοπος, εύρηνται συνυφασμένα ιδιάζοντα εθνικά συμφέροντα αφορώντα τον εν Αμερική Ελληνισμόν, ας μοι επιτραπή να διατυπώσω την ευχήν όπως η Υμετέρα Θειοτάτη Παναγιότης, κατά την επιλογήν Αυτής μεταξύ των ικανοτέρων Ιεραρχών της Μητρός Εκκλησίας, ευαρεστηθή και λάβη υπ' όψιν της την υποψηφιότητα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μελίτης κυρίου Ιακώβου, ούτινος αι ικανότητες, το ήθος και ο εθνικός παλμός τυγχάνουν της πλήρους εκτιμήσεως και απολύτου εμπιστοσύνης της Β. Κυβερνήσεως."

Η επιστολή του Πρωθυπουργού βοήθησε τον Πατριάρχη να προωθήσει τη λύση Ιακώβου. Αλλά η κίνηση αυτή δε βρήκε σύμφωνα επτά μέλη της Πατριαρχικής Συνόδου, τα οποία ο Πατριάρχης απέλυσε δι’ ειδικών πιττακίων από συνοδικούς και, ακολούθως, συγκάλεσε πενταμελή σύνοδο για τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας.

Τελικά στις 14 Φεβρουαρίου 1959 ο Ιάκωβος εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής και κλήθηκε προκειμένου να εκφωνήσει το Μέγα Μήνυμα, ήτοι την αποδοχή της εκλογής του.

Ποιμαντορική δράση στην Αμερική

Η ομογενειακή δράση

Η ενθρόνιση του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου πραγματοποιήθηκε την 1η Απριλίου 1959 στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Τριάδος στη Νέα Υόρκη. Η σύμπτωση της αρχιεπισκοπίας Ιακώβου με τη μεγάλη αύξηση του ελληνικού πληθυσμού των Η.Π.Α. έθεσε νέες ποιμαντικές προτεραιότητες και προώθησε δυναμικές και ριζοσπαστικές λύσεις σε νεοπαγείς ανάγκες και χρονίζοντα προβλήματα.

Ο Ιάκωβος θεσμοθέτησε τις ανά διετία Κληρικολαϊκές συνελεύσεις, σημαντικό όργανο συζήτησης και επίλυσης των ομογενειακών προβλημάτων. Αναβάθμισε το ρόλο του Αρχιεπισκοπικού Συμβουλίου και της Εθνικής Φιλοπτώχου και εισήγαγε νέες δομές στην Αρχιεπισκοπή, με τμήματα Νεολαίας, Εκπαίδευσης, Κατηχητικής Παιδείας, Επικοινωνιών, Ιεραποστολής κ.α. Παράλληλα φρόντισε για την εδραίωση και επέκταση ιδρυμάτων όπως ο Οίκος Ευγηρίας Αγίου Μιχαήλ στο Γιόνκερς. Μετέτρεψε την εφημερίδα «Ορθόδοξος Παρατηρητής» σε δεκαπενθήμερο δημοσιογραφικό όργανο της Αρχιεπισκοπής και επί των ημερών του έφτασε να αριθμεί 200.000 συνδρομητές. Ίδρυσε την οργάνωση «Ηγεσία των 100» (Leadership 100) ως αποθεματικό ταμείο με σκοπό τη στήριξη των προγραμμάτων της Αρχιεπισκοπής και των ιδρυμάτων της και προώθησε την ανάπτυξη των τοπικών κοινοτήτων, τις οποίες θεωρούσε κέντρο της ομογενειακής και κοινωνικής ζωής των Ελλήνων της Αμερικής.

Στον εκπαιδευτικό τομέα με πρόνοια του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου η Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού έγινε Ίδρυμα πλήρως αναγνωρισμένο από την Ένωση Θεολογικών Σχολών Η.Π.Α. και Καναδά. Επιπλέον πέτυχε να αναγνωριστεί από το ελληνικό κράτος η θεολογική αυτή σχολή ως ισότιμη των θεολογικών σχολών των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης και της αντίστοιχης σχολής της Χάλκης. Ακόμη, συνέλαβε και υλοποίησε την ιδέα για τη δημιουργία του Ελληνικού Κολεγίου, κέντρου ελληνικών σπουδών συνδεδεμένου με τη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού.
Στην προσπάθειά του για τη μεταρρύθμιση της ομογενειακής παιδείας το 1973 προώθησε, μέσω του Αρχιεπισκοπικού Συμβουλίου, την ένωση της Ακαδημίας του Αγίου Βασιλείου με το Ελληνικό Κολέγιο. Η κίνηση αυτή, όμως, δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα, την ενδυνάμωση δηλαδή του κύρους της Ακαδημίας με αναβαθμισμένο πρόγραμμα σπουδών και την παροχή πανεπιστημιακού διπλώματος. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος παραδέχθηκε αργότερα ότι δεν επετεύχθησαν οι στόχοι που είχε θέσει.

Μία από τις προτεραιότητες στη δράση του Ιακώβου στάθηκε η κατηχητική παιδεία των ελληνικών πληθυσμών πρώτης και δεύτερης γενιάς. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 αναδιοργάνωσε με τη βοήθεια του πρωτοπρεσβύτερου Γεώργιου Νικοζήση το Τμήμα Κατηχητικής Παιδείας. Χρησιμοποιώντας μία επιτροπή ειδικών θεολόγων και δασκάλων κατάφερε να το καταστήσει ένα από τα εναργέστερα τμήματα της Αρχιεπισκοπής.

Ως κορυφαία προσφορά του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου στην ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής διακρίνεται ο Καταστατικός Χάρτης του 1978. Η εκπόνηση του νέου Καταστατικού Χάρτη είχε ως σκοπό τη διοικητική αποκέντρωση με την απόδοση στους επισκόπους περισσότερων αρμοδιοτήτων ενώ ο Αρχιεπίσκοπος διατηρούσε την ευθύνη να παρακολουθεί, να συντονίζει και να κατευθύνει τη λειτουργία του εκκλησιαστικού θεσμού.

Η χρήση της αγγλικής γλώσσας στη λατρεία

Μία από τις πλέον κρίσιμες αποφάσεις του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου ήταν η εισαγωγή της αγγλικής γλώσσας στη λειτουργική ζωή της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας της Αμερικής. Αρχή αυτής της πρωτοβουλίας αποτέλεσε η έκθεση των απόψεων του Αρχιεπισκόπου για το θέμα στην 20η Κληρικολαϊκή Συνέλευση της Νέας Υόρκης το 1970. Σκοπός της χρήσης της αγγλικής στη Θεία Λειτουργία ήταν η πρόσληψη των κειμένων από τους μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, που δεν κατανοούσαν την κοινή ελληνιστική διάλεκτο στην οποία ήταν γραμμένα. Στην ίδια Συνέλευση και σε συνάρτηση με το γλωσσικό ζήτημα τέθηκε το θέμα της ενίσχυσης του καθεστώτος αυτονομίας της Αρχιεπισκοπής από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Οι καινοτόμες αυτές προτάσεις προκάλεσαν την έντονη αντίδραση ομογενειακών και ελλαδικών παραγόντων, οι οποίοι κατηγόρησαν τον Ιάκωβο για προσπάθεια «αφελληνισμού» της ομογένειας. Υπήρξαν φωνές που αιτούνταν, ακόμη, και την παύση του Αρχιεπίσκοπου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ως μία επιπλέον παράμετρος της πρότασης για τη λειτουργική χρήση της αγγλικής ήταν η ανάγκη προσέγγισης των άλλων ορθοδόξων διοικήσεων των Η.Π.Α., οι οποίες ήδη χρησιμοποιούσαν την τοπική γλώσσα στις τελετές τους. Η προσέγγιση αποσκοπούσε στην ενίσχυση της εκπεφρασμένης διάθεσης για τη δημιουργία κοινού εκκλησιαστικού κέντρου των Ορθοδόξων στις Η.Π.Α.

Τελικά η εισαγωγή της αγγλικής γλώσσας στη Θεία Λειτουργία υπερψηφίστηκε από την Κληρικολαϊκή Συνέλευση με τη δικλείδα του να επιλέγει η κάθε τοπική εκκλησιαστική κοινότητα τη γλώσσα στην οποία επιθυμούσε να τελεί τη λατρεία της.

Διαχριστιανικές και διορθόδοξες πρωτοβουλίες

Ένα μήνα μετά την εκλογή του ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος συναντήθηκε, επίσημα, με τον Πάπα Παύλο ΣΤ’ στη Ρώμη, γενόμενος έτσι ο πρώτος Ορθόδοξος Ιεράρχης που έπειτα από τρεις και πλέον αιώνες συνομίλησε με τον αρχηγό της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Αυτή η συνάντηση σηματοδότησε ένα κύκλο επαφών μεταξύ του Βατικανού και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο οποίος οδήγησε στην ιστορική συνάντηση του 1964 μεταξύ των Προκαθημένων παλαιάς και νέας Ρώμης και, συνακόλουθα, στην άρση των αναθεμάτων. Σε όλη αυτή την πορεία ο Ιάκωβος στάθηκε ο "ιθύνων νους" της σύγκλισης και ο βασικός συνομιλητής από πλευράς του Οικουμενικού Θρόνου.

Ο διαχριστιανικός διάλογος ήταν μία από τις βασικές επιδιώξεις του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου. Στα πλαίσια και ως κεντρική μορφή αυτού διετέλεσε για εννέα χρόνια (1959-1968) συμπρόεδρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ – WCC) και αντιπρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Εκκλησιών (NCC) για μία τριετία (1967-1969). Εκτός, όμως, από το διαχριστιανικό επεδίωξε και το διάλογο μεταξύ Χριστιανών και Ιουδαίων. Η δράση του σε αυτό τον τομέα τον έφερε στις τάξεις της Εθνικής Συνδιάσκεψης Χριστιανών και Ιουδαίων (NCCJ), από την οποία τιμήθηκε το 1965 με το "Χρυσό Μετάλλιο Γενναίας Ηγεσίας" και το 1969 με το "Βραβείο Θρησκευτικού Ηγέτη". Επίσης, του αποδόθηκε η βράβευση του "Κληρικού του Έτους" (1970) από τον οργανισμό Θρησκευτική Κληρονομιά της Αμερικής (RHA) και δύο φορές (1971, 1981) από το Συμβούλιο Εκκλησιών της πόλεως της Νέας Υόρκης (CCCNY).

Τρίτος άξονας στις προσπάθειες του Ιακώβου για την ομαλοποίηση και κατανόηση μεταξύ των θρησκειών, ομολογιών και εκκλησιαστικών διοικήσεων υπήρξε η προσπάθειά του για τον ορισμό ενός ενιαίου κέντρου μεταξύ των ορθοδόξων επισκόπων όλων των κανονικών διοικήσεων της Αμερικής. Όντας Αρχιεπίσκοπος της μεγαλύτερης και καλύτερα οργανωμένης Αρχιεπισκοπικής Εκκλησίας στην Αμερική κλήθηκε να ανταποκριθεί σε κρίσεις και προβλήματα της Αρχιεπισκοπής του και άλλων Ορθοδόξων δικαιοδοσιών, που βρίσκονταν σε σχίσμα ή υπό αντιθρησκευτικό καθεστώς. Τα προβλήματα των Ουκρανών Ορθοδόξων στο Νέο Κόσμο, η κανονικότητα ορισμένων επισκόπων, οι μεταξύ τους διαιρέσεις καθώς και η πρωτοβουλία της Ρωσικής Εκκλησίας της Αμερικής (Μετροπόλια) να λάβει καθεστώς αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Μόσχας και πασών των Ρωσιών, απασχόλησαν την αρχιεπισκοπική διακονία του Ιακώβου. Ως αντιπρόσωπος του πρωτόθρονου Πατριαρχείου στην Αμερική πρωτοστάτησε το 1960 στην ίδρυση της Μόνιμης Επιτροπής Κανονικών Ορθοδόξων Ιεραρχών Αμερικής (SCOBA), της οποίας παρέμεινε πρόεδρος για μία τριακονταπενταετία. Σκοπός της Συνδιάσκεψης ήταν ο στενότερος δεσμός μεταξύ των εθνικών ορθοδόξων διοικήσεων και η συμπόρευση στη διακήρυξη της ορθόδοξης μαρτυρίας.

Πολιτική και διπλωματική δράση

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος εκδήλωσε την πολιτική του δράση σε δύο βασικά πεδία. Το πρώτο είχε να κάνει με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αρχής της ισότητας και έχει αμερικανοκεντρικό χαρακτήρα. Το δεύτερο αφορά τον άτυπο διπλωματικό του ρόλο και τις πολιτικές κινήσεις, στις οποίες προέβη με στόχο την ευνοϊκή αντιμετώπιση από μέρους της αμερικανικής ηγεσίας θεμάτων ελληνικού, εθνικού ενδιαφέροντος (ελληνοτουρκικές σχέσεις, Κυπριακό, Οικουμενικό Πατριαρχείο κ.α.). Εκτός, όμως, από αυτά τα δύο πεδία αναμείχθηκε σε πολιτικές διαμάχες στις Η.Π.Α. και την Ελλάδα, πρακτική που υπήρξε αμφιλεγόμενη και αμφισβητήθηκε έντονα από μερίδα του ελληνικού πολιτικού και δημοσιογραφικού χώρου.

Προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Από την αρχή της ποιμαντορίας του στην Αμερική θεώρησε χρέος του να εκδηλώσει έμπρακτα τη συμπαράστασή του στον αγώνα των Αφροαμερικανών των Η.Π.Α. για ίσα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα με τη λευκή πλειοψηφία. Συμμετείχε ενεργά στον αγώνα του Κινήματος για την Ελευθερία, τον οποίο συντόνιζε ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, παλαιός του γνώριμος από την εποχή που και οι δύο ήταν ιεροκήρυκες στη Βοστώνη, και εξέφρασε τις θέσεις του σε συνεντεύξεις και δημόσιες ομιλίες.

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1963 εξέδωσε μία ιστορική ανακοίνωση στην οποία καυτηρίαζε τη στέρηση των βασικών ανθρωπίνων, πολιτικών, κοινωνικών και εκπαιδευτικών δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών. Στάθηκε, επίσης, ένθερμος υποστηρικτής της ψήφισης της Πράξης των Πολιτικών Δικαιωμάτων του 1964 για την οποία δήλωσε μετά την έγκρισή της:

"Δόξα τω Υψίστω! Ίσως αυτό σημάνει την απαρχή μίας νέας εποχής για όλη την ανθρωπότητα, μιας περιόδου όπου ο Λόγος του Θεού θα χαράσσει την πορεία και θα καθοδηγεί τις ζωές μας."

Κορυφαία στιγμή της αντιρατσιστικής δράσης του Ιακώβου στάθηκε η κάθοδός του στην πορεία της Σέλμα, Αλαμπάμα, όπου περπάτησε σφίγγοντας το χέρι του Μ.Λ. Κινγκ και ηγούμενος μαζί του της πορείας. Αυτή του η εμφάνιση φιλοξενήθηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού LIFE και αποτέλεσε ένα ισχυρό μήνυμα προς την αμερικανική κοινωνία, η οποία αντίκρισε ένα λευκό θρησκευτικό ηγέτη να αγωνίζεται για τα δικαιώματα των μαύρων ενώ ταυτόχρονα έδωσε νέα προοπτική στη δράση του ελληνικού στοιχείου στις Η.Π.Α. Οι New York Times έγραψαν χαρακτηριστικά για το γεγονός:

"Το εντυπωσιακό εξώφυλλο του περιοδικού TIME, που απεικόνιζε τον Δρ. Κινγκ μαζί με τον μαυροντυμένο Αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο, σηματοδότησε μία νέα παρουσία των Ελληνοαμερικανών και της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας στην αμερικανική ζωή."

Για το γεγονός της συμμετοχής της Ελληνοαμερικανικής κοινότητας στον αγώνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ο βετεράνος οικουμενιστής και Ρωμαιοκαθολικός ιερέας π. John Long είχε δηλώσει ότι:

"Βοήθησε τους άλλους να δουν τους Ορθοδόξους ως Αμερικανούς. Παράλληλα έγειρε την προσοχή (των Αμερικανών) στη στέρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ορθοδόξων στη Σοβιετική Ένωση και την Τουρκία."

Η δυναμική του παρουσία στην κοινωνικοπολιτική σκηνή των Η.Π.Α. συνέχισε να εκδηλώνεται και σε άλλα θέματα. Εξέφρασε ενεργά την αποδοκιμασία του έναντι του πολέμου του Βιετνάμ, υποστήριξε τα δικαιώματα των Εβραίων κατοίκων της Σοβιετικής Ένωσης και ενθάρρυνε την ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή ζητώντας, παράλληλα, την απόδοση δικαίου στους Άραβες Παλαιστινίους.

Για την ανθρωπιστική και κοινωνική του δράση ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος τιμήθηκε με την ανώτατη διάκριση των Η.Π.Α., το "Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας", το οποίο του απένειμε το 1980 ο Πρόεδρος Τζίμμυ Κάρτερ. Το 1986 του απονεμήθηκε το "Μετάλλιο Τιμής του Ellis Island" για τη διακεκριμένη προσφορά του ως μετανάστη, που ενσωματώθηκε στην κοινωνία των Η.Π.Α. και προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες προς αυτήν. Επιπλέον υπήρξε ισόβιο επί τιμή μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας (United States Senate Committee on Foreign Relations).

Βιβλία - Εκδόσεις

Τα άπαντα επί πανανθρωπίνων δικαιωμάτων και εθνικών θεμάτων, University Studio Press, Ίδρυμα Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού Καρίπειον Μέλαθρον, Θεσσαλονίκη, 2008. 

De Siris