Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Αντώνης Καλογιάννης


Αντώνης Καλογιάννης

Ο Αντώνης Καλογιάννης γεννήθηκε στις 3 Αυγούστου του 1940, στην Καισαριανή. Ανέβηκε για πρώτη φορά στο πάλκο το 1966. Την ίδια χρονιά τον ανακάλυψε ο Μίκης Θεοδωράκης και δίνει τις πρώτες του συναυλίας στην τότε Σοβιετική Ένωση και κατόπιν στην Ελλάδα. Κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών του 1967 φεύγει στο εξωτερικό με την Μαρία Φαραντούρη και δημιουργώντας μια λαϊκή ορχήστρα, ξεκινούν συναυλίες με καθαρά πολιτικό χαρακτήρα, συμβάλλοντας έτσι στον αγώνα κατά της Χούντας. Το 1970 αποφυλακίζεται ο Μίκης Θεοδωράκης και μαζί του θα δώσουν περισσότερες από 500 συναυλίες σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, κάνοντας γνωστή την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε τότε στη χώρα μας. Το 1972 ο Αντώνης Καλογιάννης επιστρέφει στην Ελλάδα και τραγουδά σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα. Έχει συνεργαστεί με τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες (Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρο Ξαρχάκο, Δήμο Μούτση, Μίμη Πλέσσα, Σταύρο Κουγιουμτζή, Ηλία Ανδριόπουλο, Μάριο Τόκα κ.α.) και ποιητές στιχουργούς (Γιάννης Ρίτσο, Γιώργο Σεφέρη, Μανώλη Αναγνωστάκη, Τ. Λειβαδίτη, Δ. Χριστοδούλου, Λευτέρη Παπαδόπουλο κ.α.), ενώ έχει βρεθεί είτε σε συναυλίες, είτε σε κέντρα με τα μεγαλύτερα ονόματα του τραγουδιού. Ξεχωριστές στιγμές στην καριέρα του είναι η ηχογράφηση του «Πνευματικού Εμβατηρίου» του Άγγελου Σικελιανού και το «Κατάσταση Πολιορκίας» το 1970, μαζί με την Μαρία Φαραντούρη, καθώς και του «Ήλιος και Χρόνος / Επιφάνεια Αβέρωφ» το 1975. Έχει ηχογραφήσει πάνω από 20 προσωπικούς δίσκους και σε άλλους τόσους έχει συμμετοχή, ενώ έχει τραγουδήσει και πολλά τραγούδια για το θέατρο και την τηλεόραση. Τελευταία δισκογραφική δουλειά είναι το 2005 μία πολυσυλλεκτική διπλή έκδοση από τον ίδιο τον καλλιτέχνη με επιτυχίες, από το “άνοιξε το παράθυρο”, την “Αννούλα του χιονιά” και το “και που λες Ευτυχία”, μέχρι τα “Do you like the Greece” και “όρτσα τα πανιά”, αλλά και γνωστές διασκευές όπως τα “χόρεψέ με” και “μοναξιά”.

Από: www.mygreek.fm

De Siris

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Γιάννης Dessès


Γιάννης Desses

Ο Jean Dimitre Verginie Dessès ( 6 Αυγούστου 1904 – 2 Αυγούστου 1970) ήταν παγκοσμίως από τους σημαντικότερους σχεδιαστές μόδας των δεκαετιών 1940 - 1960. Οι δημιουργίες του ήταν κυρίως πτυχωτές τουαλέτες κατασκευασμένες από μουσελίνα και σιφόν επηρεασμένες από τα αρχαία ελληνικά και αιγυπτιακά ενδύματα. Για αυτές του τις επιλογές τον ονομάστηκε και ο «Βασιλιάς της Μουσελίνας». Οι δημιουργίες του ήταν πολύ δημοφιλείς στις Ευρωπαίες γαλαζοαίματες και στις ηθοποιούς του κινηματογράφου. Ανάμεσα στις πελάτισσές του ήταν η Ελληνική Βασιλική Οικογένεια, η Δούκισσα του Windsor και η γνωστή δημοσιογράφος Έλσα Μάξγουελ.

Βιογραφία

Ο Γιάννης Desses γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και ήταν ελληνικής καταγωγής. Σε ηλικία 11 ετών σχεδίασε ένα φόρεμα για την μητέρα του με πολύ μεγάλη επιτυχία. Σπούδασε νομικά αλλά ποτέ δεν εξάσκησε το επάγγελμα αυτό. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1924 και το 1925 άρχισε να σχεδιάζει για τον οίκο ραπτικής Maison Jane στη Rue de la Paix. Το 1937 δημιούργησε το δικό του οίκο ραπτικής στην Avenue George V.

Μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου ταξίδεψε στην Ελλάδα και την Αίγυπτο. Οι δημιουργίες του επηρεάστηκαν από τα ταξίδια του αυτά. Κατασκεύαζε κυρίως πτυχωτές βραδινές τουαλέτες από μουσελίνα κα σιφόν, ολοκέντητα φορέματα, σύνολα από φορέματα με εφαρμοστά σακάκια και αέρινες φούστες. Το 1945 συμμετείχε στην έκθεση μόδας στο Μουσείο του Λούβρου με θέμα «Theatre de la Mode». Το 1946 δημιούργησε την εταιρία αρωμάτων Jean Dessès. Τα αρώματα με την υπογραφή του ήταν τα Celui, Gymkana και Kalispera. Το 1949 ο Dessès άρχισε την παραγωγή ετοιμοφόρετων ενδυμάτων (prêt-a-porter) για την αγορά της Αμερικής. Από το 1949 και για οκτώ χρόνια ο Guy Laroche εργάστηκε μαζί του ως σχεδιαστής και βοηθός. Συνεργάστηκαν και για τη δημιουργία του “Ινστιτούτου Laroche”και αργότερα με τους Fath,Piguet, Carven και Paquin ως μέλος στους “Associated Couturiers”.

O Valentino δούλεψε μαζί του tην δεκαετία του 1950 και όπως αναφέρει ο ίδιος ήταν σταθμός για την εξέλιξή του. Από το 1955 σχεδίαζε για τη φίρμα Jean Dessès Diffusionκαι το 1956 άνοιξε μπουτίκ στις “Galleries Lafayettes”. Την ίδια χρονιά στην Αθήνα άνοιξε σε συνεργασία με τον οίκο γουναρικών Σιστοβάρη τον «Οίκο Σιστοβάρη-Dessès». Το 1958 μεταφέρθηκε στο 12 Rond Point des Champs Elysees στο Παρίσι.

Το 1963, στα εξήντα του, ο Jean Dessès λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του μετακόμισε από το Παρίσι στην Αθήνα και ασχολήθηκε με τον οίκο που είχε ανοίξει εκεί οκτώ χρόνια νωρίτερα. Πέθανε στην Αθήνα το 1970.

Την δεκαετία του ’90 αναβίωσαν οι δημιουργίες του με το ενδιαφέρον που υπήρχε για τα ενδύματα τις δεκαετίας του ’50. Το γνωστό μοντέλο Naomi Campell το 1999 σε δεξίωση των Christies φόρεσε δημιουργία του. Αργότερα το 2001 και το 2006 η ηθοποιός Renee Zellweger και η ηθοποιός και τραγουδίστρια Jennifer Lopez φόρεσαν τουαλέτες του στην απονομή των Academy Awards.

Από: www.el.wikipedia.org

De Siris

Λίντα Άλμα


Λίντα Άλμα

Η Λίντα Άλμα (ψευδώνυμο της Ελένης Μαλιούφα) (1926 - 2 Αυγούστου 1999) ήταν χορεύτρια και ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Παιδικά χρόνια

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926. Ο πατέρας της πέθανε όταν ήταν μωρό κι έτσι τα οικογενειακά χρέη ανέλαβε πλήρως η μητέρα της, φροντίζοντας για τις δύο κόρες της. Και οι δύο στράφηκαν, παραδόξως, από νωρίς σε καλλιτεχνικά επαγγέλματα. Η νεαρή Ελένη επέλεξε το χορό, φροντίζοντας να παρακολουθήσει μαθήματα στη σχολή κλασικού χορού Μαριάνοβ (θα ακολουθούσαν πολύ αργότερα σπουδές στη σχολή Πρεομπραζένσκα στο Παρίσι και Γιασβίνσκι και Κέιτον των ΗΠΑ). Η αδελφή της Ιώ, επέλεξε αντίστοιχα την υποκριτική, αρχίζοντας την καριέρα της από τη Μάντρα του Αττίκ ως Κίττυ Αλμα, αφού αυτό το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο θέλησε να της δώσει ο ίδιος ο Αττίκ. Η πορεία της Κίττυ στο θέατρο θα τελείωνε για οικογενειακούς λόγους νωρίς, το ψευδώνυμο όμως θα το «δανειζόταν» η Ελένη, ακολουθώντας το δικό της καλλιτεχνικό δρόμο ως Λίντα Αλμα.

Στο «Aλκαζάρ»

Το ντεμπούτο της η Λίντα Αλμα το έκανε επί Κατοχής, το 1943, ως χορεύτρια στο βαριετέ του Λάσκου, στο «Αλκαζάρ», χάρη στον Απόλλωνα Γαβριηλίδη. Εκείνος ήταν που την είχε ανακαλύψει βλέποντάς την να χορεύει στη σχολή Μαριάνοβ. Σταθμός στην 30χρονη καριέρα της ήταν, όμως, αναμφισβήτητα η γνωριμία της με τον Γιάννη Φλερύ. Γνωστός χορογράφος και χορευτής εκείνος αποτελούσε καλλιτεχνικό ντουέτο με την Μπέλα Σμάρω. Η τελευταία είχε κάποιο ατύχημα κι έτσι ο Φλερύ άρχισε να ψάχνει για αντικαταστάτρια. «Ο Μίμης Κοκκίνης, ο κωμικός», διηγείτο η ίδια η Αλμα στον Δημήτρη Γκιώνη για τη γνωριμία της με τον Φλερύ, «είχε έρθει ένα βράδυ στο βαριετέ "Παναθήναια" όπου χόρευα. Εκανα ένα ντουέτο με την αδελφή μου. Του άρεσα και είπε στον Γιάννη να έρθει να με δει. Ηρθε κι από τότε δεν χωρίσαμε για 28 ολόκληρα χρόνια».

Μαζί θα τους έβλεπε και η Εντίθ Πιαφ που είχε έρθει στην Ελλάδα το 1946 για να εμφανιστεί 15 ημέρες στο κέντρο «Μαϊάμι», όπου χόρευε και το ντουέτο Φλερύ-Αλμα. Η Πιαφ τους είδε, ενθουσιάστηκε και τους προσκάλεσε να την ακολουθήσουν σε μία μεγάλη τουρνέ. Τον ίδιο χρόνο, πράγματι, το χορευτικό ζεύγος έκανε το ευρωπαϊκό του ντεμπούτο στο θέατρο «Ετουάλ» του Παρισιού, κοντά στην Πιαφ. Ακολούθησαν 5 υπέροχα χρόνια περιοδειών σε όλα τα μέρη του κόσμου. Σ' αυτά τα 5 δημιουργικότερα χρόνια της ζωής της η Αλμα και ο Φλερύ γνωρίστηκαν και συνεργάστηκαν και με τον Αζναβούρ, τον Ιβ Μοντάν, τον Ζακ Μπρελ, τον Μπουρβίλ και τον Αμερικανό τηλεοπτικό αστέρα Εντ Σάλιβαν.

Το 1952 το καλλιτεχνικό ζεύγος επιστρέφει στην Ελλάδα και συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε όλα τα μεγάλα μουσικά θέατρα στην Αθήνα και την επαρχία. Παράλληλα εμφανίζονται και σε ταινίες, όπως «Χαρούμενο Ξεκίνημα», «Στουρνάρα 288», «Πώς περνούν οι παντρεμένοι», «Δυο χιλιάδες ναύτες κι ένα κορίτσι» κ.ά.

Η σχέση της με τον Κατράκη

Αν η γνωριμία της με τον Φλερύ και αυτή με την Πιαφ ήταν οι δύο μεγαλύτεροι καλλιτεχνικοί σταθμοί στην καριέρα της, η γνωριμία της το 1955 με τον Μάνο Κατράκη ήταν ασφαλώς ο μεγαλύτερος σταθμός της προσωπικής της ζωής. Γι' αυτή την γνωριμία η ίδια είχε διηγηθεί στον Δημήτρη Γκιώνη:

«Τον γνώρισα όταν ίδρυε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο, στο Πεδίο του Αρεως. Τον γνώρισα βλέποντας μια παράστασή του. (...) Δεν τον είχα ξαναδεί στο θέατρο. Επαιζε στο Θέατρο Αθηνών το "Τέλος του ταξιδιού" του Σέριφ, μαζί με τον Κωνσταντάρα, που τον ήξερα πολύ καλά. "Ελα να δεις αυτή την παράσταση", μου είπε. Εκεί τον πρωτοείδα. Μ' εντυπωσίασε πολύ και σαν ηθοποιός και σαν παρουσία και θέλησα να τον γνωρίσω από κοντά. Με τα πρώτα λόγια που μου είπε, σαν να χτύπησε η καρδιά μου. Ηταν κάτι καινούργιο για μένα - κι ας είχα γνωρίσει με την Πιαφ τόσους μεγάλους. Ετσι αρχίσαμε...».

Ετσι άρχισε μια ιστορία που κράτησε 30 ολόκληρα χρόνια, με σκαμπανεβάσματα αλλά και με μεγάλη αγάπη και από τις δύο πλευρές, αγάπη που επισφραγίστηκε με το γάμο τους το 1979. «Εγώ από τη στιγμή που γνώρισα τον Μάνο», θυμόταν η ίδια στη συνέντευξή της στην «Ελευθεροτυπία» το 1985, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Κατράκη, «άρχισα να καταλαβαίνω διαφορετικά τη ζωή. Ως τότε μπορώ να πω ότι ήμουν ένα παιδί. Είχα βέβαια αγωνιστεί πολύ, είχα μάθει πολλά, αλλά όχι στο επίπεδο που με έμαθε ο Μάνος: να υπερασπίζομαι τη ζωή μου και τη δουλειά μου, αυτά που κάνω να έχουν κάποιο σκοπό. Το χρέος που είχα απέναντι στον εαυτό μου και στη δουλειά μου, αυτός μου τα 'μαθε».

Ο Κατράκης σε μία από τις συνεντεύξεις που είχε παραχωρήσει στον Αλέξη Κομνηνό (συνεντεύξεις που μετά το θάνατο του ηθοποιού βγήκαν σε βιβλίο) αποκαλούσε την Άλμα «μάνα, πατέρα, ερωμένη, σύζυγο, φιλενάδα, υπηρέτη, αφέντη αλλά και θύμα». Πρόσθετε δε ότι ο ίδιος της έδωσε μάλλον πίκρες. Ισως γιατί, όπως η ίδια εξηγούσε αργότερα, «πίστευε ότι εγώ θα μπορούσα να κάνω μια καλύτερη ζωή. Γιατί μαζί του στερήθηκα πολλά πράγματα κι αυτό τον ενοχλούσε. Πίστευε ότι θα μπορούσα να έχω μια καλύτερη καριέρα. Πίστευε πολύ σε μένα, σαν χορεύτρια...».

Η Άλμα θα ταυτιζόταν μαζί του και θα έφτανε η στιγμή που θα συμμεριζόταν και τις αριστερές πολιτικές του πεποιθήσεις, για τις οποίες, όπως είναι γνωστό, ο Κατράκης είχε «ταλαιπωρηθεί» ιδιαίτερα. «Συμμεριζόμουν ό,τι κι αν έκανε, γιατί ήξερα ότι δεν το έκανε από υστεροβουλία. Ηταν ένας ιδεολόγος...», έλεγε εκείνη για το σύντροφό της.

Με προσωπικό κόπο η ίδια μετά το θάνατό του οργάνωσε το αρχείο του. Μία από τις τελευταίες της έγνοιες ήταν μάλιστα η αξιοποίηση όλου αυτού του θεατρικού υλικού που άφησε ο Μάνος Κατράκης (σκηνικά, κοστούμια, αφίσες, μαγνητοταινίες κι άλλα αντικείμενα από τις θεατρικές του παραστάσεις). Κοντά της μέχρι το τέλος η αδερφή της, Ιώ Θεοφίλου και ο ανιψιός της Δημήτρης Θεοφίλου, ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου «Στάδιον», όπου και έμενε η Λίντα Αλμα. Απεβίωσε ξεχασμένη τον Αύγουστο του 1999. Κηδεύτηκε στον ίδιο τάφο με τον Κατράκη, στο Α΄ Νεκροταφείο

Φιλμογραφία

Η Λίντα Άλμα έχει χορέψει, μεταξύ άλλων, στις εξής ελληνικές ταινίες:

Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα (1959)

Δράκουλας και σία (1959)

Διακοπές στην Κωλοπετινίτσα (1959)

Καλημέρα Αθήνα (1960)

2000 ναύτες κι ένα κορίτσι (1960)

Γάμος αλά ελληνικά (1964)

Έξω φτώχεια και καλή καρδιά (1964)

Θα ζήσω για σένα (1965)

Χορογραφίες της Λίντα Άλμα περιλαμβάνονται στις ταινίες:

Κάτι κουρασμένα παλικάρια (1967)

Κοντσέρτο για πολυβόλα (1967)

Από: www.el.wikipedia.org

De Siris

Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.


Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων

«Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», ένα από τα πλέον αγαπημένα παραμύθια μικρών και μεγάλων σ' όλο τον κόσμο, γράφτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τον άγγλο Λιούις Κάρολ, κατά κόσμον Τσαρλς Λούντβιντζ Ντόντγκσον. Στο κλασσικό αυτό βιβλίο, ο συγγραφέας σατιρίσει και καυτηριάσει τον τρόπο ζωής της εποχής του, ενώ μεταφέρει και την αγωνία των παιδιών για τον κόσμο που τους φτιάχνουν οι μεγάλοι. Η Αλίκη, εκπρόσωπος της παιδικής αφέλειας και ανησυχίας, κουβαλά όλα τα ερωτήματα, τις αγωνίες και τα μυστήρια της εποχής της, ταξιδεύοντας σε μια χώρα της φαντασίας της, γεμάτη απορίες, αγωνία και περιέργεια.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μία αυτοσχέδια ιστορία, που έπλασε ο Ντόντγκσον το 1862, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με πλοίο στον Τάμεση. Συνταξίδευε με τρία αδερφάκια, τη 13χρονη Λορίνα Σαρλότ Λίντελ, τη 10χρονη Άλις (Αλίκη) Πλέζανς Λίντελ και την 8χρονη Εντίθ Μέρι Λίντελ, που έδειχναν να πλήττουν. Θέλοντας, λοιπόν, να διασκεδάσει την ανία τους, προθυμοποιήθηκε να τους πει μία ιστορία. Κεντρικό πρόσωπο ήταν ένα κοριτσάκι, ονόματι Αλίκη, που βαριόταν κι έψαχνε για μια περιπέτεια. Ονειροπολώντας, ταξίδεψε σ' έναν τόπο, όπου κουνέλια έτρεχαν πιεσμένα από το χρόνο, αόρατοι γάτοι έκαναν μαγικά, μπισκότα και μανιτάρια άλλαζαν τις διαστάσεις του ανθρώπου και η Ντάμα Κούπα της τράπουλας έκοβε τα κεφάλια των υπηκόων της.

Τα κορίτσια ξετρελάθηκαν από την υπόθεση και η μικρή Άλις ζήτησε από τον Ντόγκσον να της γράψει την ιστορία. Της έδωσε το χειρόγραφο το Φεβρουάριο του 1863, με τίτλο «Οι περιπέτειες της Αλίκης κάτω από τη Γη». Αυτό το πρωτότυπο καταστράφηκε, πιθανότατα, από τον ίδιο τον Ντόγκσον, όταν ετοίμασε ένα πιο επιμελημένο αντίγραφο και το χάρισε στην Άλις ως χριστουγεννιάτικο δώρο, στις 26 Νοεμβρίου 1864.

Ένα αντίγραφο του βιβλίου έδωσε και στον φίλο και μέντορά του Τζορτζ ΜακΝτόναλντ, ο οποίος τον συμβούλευσε να το εκδώσει, όπως κι έκανε, αφού προηγουμένως το εμπλούτισε με μερικές ακόμα περιπέτειες. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε στις 2 Αυγούστου του 1865, με τίτλο «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» και εικονογράφηση του Τζον Τένιελ. Ο ίδιος ο Ντόγκσον υπέγραψε με το ψευδώνυμο Λιούις Κάρολ.

Αρχικώς τυπώθηκαν 2.000 αντίγραφα, τα οποία όμως δεν βγήκαν ποτέ στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, καθώς ο Τένιελ έκρινε ότι η ποιότητα της εκτύπωσης ήταν κακή. Η νέα έκδοση κυκλοφόρησε σε λιγότερο από τέσσερις μήνες και εξαντλήθηκε σχεδόν αμέσως. Μέχρι σήμερα έχουν γίνει περισσότερες από 100 επανεκδόσεις, ενώ η ιστορία έχει μεταφερθεί αμέτρητες φορές στο θέατρο και τον κινηματογράφο ως ταινία κινουμένων σχεδίων.

Από: www.sansimera.gr

De Siris

Η μάχη της Χαιρώνειας


Η μάχη της Χαιρώνειας

Η μάχη της Χαιρώνειας διεξήχθη το 338 π.Χ. μεταξύ του μακεδονικού βασιλείου και των συνασπισμένων στρατευμάτων της Αθήνας, της Κορίνθου, της Κέρκυρας, της Λευκάδας, της Αχαΐας, των Μεγάρων, της Ακαρνανίας, της Εύβοιας και του Κοινού των Βοιωτών, ηγέτιδα του οποίου ήταν η Θήβα. Οι Μακεδόνες αναδείχτηκαν θριαμβευτές. Το πεδίο της μάχης βρίσκεται στον κάμπο της Βοιωτίας, πολύ κοντά στον αρχαίο οικισμό της Χαιρώνειας και το σημερινό ομώνυμο χωριό. Απέχει 13 χιλιόμετρα βόρεια από τη Λιβαδειά.

Η συγκεκριμένη σύγκρουση υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα του ύστερου 4ου αιώνα π.Χ. Ο Φίλιππος Β', μονάρχης της Μακεδονίας, κατόρθωσε μετά από πολλά έτη αιματηρών εκστρατειών και έντονων διπλωματικών διαβουλεύσεων να καθυποτάξει και τους τελευταίους πυλώνες αντίστασης στα σχέδια του για επικράτηση στον ελλαδικό χώρο. Η μάχη της Χαιρώνειας σηματοδοτεί ουσιαστικά την αφετηρία της μακεδονικής κυριαρχίας στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας για σχεδόν έναν αιώνα.

Επίσης, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και από στρατιωτική άποψη, αναδεικνύοντας ολοφάνερα την υπεροχή της μακεδονικής φάλαγγας έναντι των προγενέστερων αντίστοιχων τύπων των πόλεων-κρατών.

Πριν τη Χαιρώνεια

Ο Φίλιππος είχε ήδη επιτύχει να διευρύνει σημαντικότατα τη σφαίρα επιρροής του στο χώρο των νότιων Βαλκανίων. Κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του κατάφερε να τιθασεύσει τους σκληροτράχηλους λαούς που συνόρευαν με τη Μακεδονία. Στον ελλαδικό χώρο πέτυχε με περίτεχνους διπλωματικούς χειρισμούς να εγκαταστήσει παρατάξεις φιλικά προσκείμενες προς το πρόσωπό του, αποκτώντας με αυτό τον τρόπο το δικαίωμα να επεμβαίνει και να αναμειγνύεται στα πολιτικά τεκταινόμενα των υπόλοιπων Ελλήνων. Επίσης, είχε προσεταιριστεί την άρχουσα τάξη της Θεσσαλίας, ενώ με το πέρας του Γ' Ιερού Πολέμου (355-352 π.Χ.) εξασφάλισε τη συμμετοχή της Μακεδονίας στο Αμφικτυονικό Συνέδριο των Δελφών.

Παρόλα αυτά όμως, η άλλοτε κραταιά δύναμη Αθήνα εξακολουθούσε να αψηφά την ολοένα αυξανόμενη ισχύ της Μακεδονίας και έθετε εμπόδια για περαιτέρω επέκτασή της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνδρομή σε πλοία που παρείχε η Αθήνα στο Βυζάντιο τον καιρό που πολιορκούταν στενά από τις δυνάμεις του Φιλίππου (340 π.Χ.). Δύο χρόνια αργότερα, ο ισχυρός άνδρας της Μακεδονίας αποφάσισε να βάλει τέλος στην αμφισβήτηση που υφίστατο από τους περήφανους Αθηναίους.

Ο μακεδονικός στρατός συγκεντρώθηκε και το φθινόπωρο του 339 π.χ. κατέλαβε αιφνιδιαστικά την πρωτεύουσα πόλη Ελάτεια της Φωκίδας (στο νομό Φθιώτιδας σήμερα). Τα νέα, «Ελάτεια κατείληπται», διαδόθηκαν τάχιστα στην πόλη της Αθήνας και ένα αίσθημα πανικού κυρίεψε το δήμο. Η σωφροσύνη και η ψυχραιμία δεν άργησαν να πρυτανεύσουν στην κοινή γνώμη και οι πολίτες της Αθήνας, έχοντας επίγνωση του ένδοξου παρελθόντος τους, έστειλαν πρέσβη στη Θήβα τον χαρισματικό ρήτορα Δημοσθένη με αίτημα να αντιμετωπίσουν μαζί τη μακεδονική εισβολή. Οι Βοιωτοί, παρόλο που είχαν συνάψει σύμφωνο συμμαχίας με το Φίλιππο, δεν άργησαν να μεταστρέψουν τη στάση τους. Ο Φίλιππος αποπειράθηκε ανεπιτυχώς να τους μεταπείσει, αποστέλλοντας τον ονομαστό πρέσβη του Πύθωνα το Βυζάντιο. Αθήνα και Κοινό των Βοιωτών συμφώνησαν να ξεκινήσουν άμεσα πολεμικές προπαρασκευές. Οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές δεν άργησαν να παρευρεθούν στην πεδιάδα της Χαιρώνειας, όπου έλαβε χώρα η συμπλοκή.

Η μάχη

Αξίζει να σημειωθεί ότι αμφότερες οι αντίπαλες παρατάξεις διέπονταν από ακμαίο φρόνημα. Ο Φίλιππος είχε καταφέρει να εμφυσήσει υψηλή αυτοπεποίθηση και ηθικό στο στράτευμά του, αισθήματα που οπωσδήποτε ενισχύονταν σημαντικά από τις πρόσφατες, πολλαπλές νίκες του. Οι Αθηναίοι και οι Βοιωτοί δεν υστερούσαν καθόλου σε ανδρεία και γενναιότητα ενώ παράλληλα καλούνταν να υπερασπιστούν τις πατρίδες τους.

Η διάταξη των δυνάμεων

Ο Φίλιππος τοποθέτησε τους επιφανείς Εταίρους στο αριστερό κέρας της παράταξης, αναθέτοντας την διοίκησή του στο δεκαοκταετή τότε γιο του Αλέξανδρο. Ο διάδοχος του θρόνου, παρά το μικρό της ηλικίας του, είχε προηγούμενη πολεμική εμπειρία εναντίον του θρακικού φύλου των Μαίδων, το οποίο και συνέτριψε ενώ ο Φίλιππος πολιορκούσε την Πέρινθο και το Βυζάντιο (340 π.Χ.). Αν και δεν έχουν διασωθεί λεπτομερείς περιγραφές για τη διάταξη των δυνάμεων των δύο αντιπάλων, οι τάξεις της μακεδονικής φάλαγγας έλαβαν θέση μάλλον στο κέντρο της παράταξης, συνεπικουρούμενες από μονάδες ελαφρύτερου πεζικού και ψιλών. Ο βασιλιάς κατέλαβε τη δεξιά πτέρυγα, όπως όριζαν τα μακεδονικά στρατιωτικά ήθη, ηγούμενος των Υπασπιστών, επίλεκτου τμήματος του πεζικού.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, οι Αθηναίοι παρέταξαν τα τμήματα της φάλαγγάς τους κατά φυλή, όπως συνήθιζαν, στην αριστερή πτέρυγα και το κέντρο, μαζί με τους οπλίτες των υπόλοιπων συμμάχων. Οι στρατηγοί Χάρης και Λυσικλής είχαν το γενικό πρόσταγμα των αθηναϊκού στρατού ενώ είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο γνωστός Δημοσθένης εντάχθηκε στις τάξεις των οπλιτών. Διοικητής του Κοινού των Βοιωτών ήταν ο Θηβαίος στρατηγός Θεαγένης, ο οποίος τοποθέτησε τα στρατεύματα του στο δεξιό άκρο του κέντρου και το δεξιό κέρας όλου του σχηματισμού, αντίκρυ από τις δυνάμεις του Αλέξανδρου. Από τη μάχη δεν απουσίαζε φυσικά ο περίφημος Ιερός Λόχος, μονάδα που αποτελούταν από 300 επίλεκτους και άριστα εκπαιδευμένους άνδρες της θηβαϊκής κοινωνίας.

Συνολικά, η δύναμη του μακεδονικού στρατού ανερχόταν σε τουλάχιστον 2.000 ιππείς και πάνω από 30.000 πεζούς. Οι συνδυασμένες δυνάμεις των συμμάχων, υστερούσαν αριθμητικά ελάχιστα απέναντι στους Μακεδόνες σύμφωνα με την εκδοχή του ιστορικού Διόδωρου Σικελιώτη, ενώ ο Ιουστίνος ισχυρίζεται ότι οι σύμμαχοι υπερτερούσαν σε αριθμό.

Διεξαγωγή

Επακολούθησε η μάχη, που χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερη σκληρότητα και ανδρεία. Ύστερα από την πάροδο αρκετού χρόνου στην πεδιάδα της Χαιρώνειας, η νίκη άρχισε να γέρνει προς το μακεδονικό στρατόπεδο χάρη στη σπουδαία τακτική που εφάρμοσε ο αρχηγός του.

Ο βασιλιάς Φίλιππος οπισθοχωρούσε εκτελώντας παραπλανητικούς ελιγμούς που καταπόνησαν και παρέσυραν τους Αθηναίους αντιπάλους του. Οι φάλαγγες οπλιτών που είχαν τοποθετηθεί στο κέντρο αμφότερων των πλευρών συνεπλάκησαν. Πολλοί άνδρες έπεφταν νεκροί και τραυματίες, πράγμα που καθιστούσε αμφίρροπο τον αγώνα μεταξύ τους. Στο μεταξύ, αρκετοί Βοιωτοί και άλλοι συμμαχικοί οπλίτες έσπευσαν να συμβάλλουν στην καταδίωξη του αντίπαλου δεξιού άκρου.

Άμεσο αποτέλεσμα της κίνησης αυτής ήταν να δημιουργηθεί ένα ακάλυπτο κενό στη συμμαχική διάταξη, που εξέθετε επικίνδυνα του μαχητές του Ιερού Λόχου. Καθοριστική για την έκβαση της μάχης θεωρείται η συμβολή του ίδιου του Αλέξανδρου ο οποίος σε τούτη την κρίσιμη χρονική στιγμή, περιστοιχιζόμενος από ρωμαλέους μαχητές, επιχείρησε μία παράτολμη ενέργεια ενδεικτική της ηγετικής φύσης και των προσόντων του. Ο νεαρός Μακεδόνας επιτέθηκε ορμητικά με το απόσπασμά του εναντίον του αποκομμένου Ιερού Λόχου και κατάφερε να φονεύσει πολλούς. Επίσης, τράπηκαν σε φυγή αρκετοί άλλοι εχθροί που αντιλήφθηκαν τον περίτεχνο ελιγμό πλαγιοκόπησής τους.

Οι άριστα εκπαιδευμένοι Μακεδόνες Υπασπιστές είχαν επιτύχει να συμπτυχθούν πειθαρχημένα ώσπου ξαφνικά ο βασιλιάς τους διέταξε να πραγματοποιήσουν μεταβολή και να στραφούν εναντίον του εχθρού. Η ήδη χαλαρή συνοχή των συμμαχικών δυνάμεων δέχθηκε ένα αποφασιστικό χτύπημα και άρχισε να διαλύεται. Οι άνδρες του συμμαχικού στρατού άρχισαν να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να υποχωρούν άτακτα. Η νίκη έστεψε για μία ακόμη φορά τα μακεδονικά όπλα. Παρόλα αυτά, ο Φίλιππος δεν επέτρεψε στο ιππικό του να καταδιώξει τους ηττημένους, αποτρέποντας έτσι τη γενικευμένη σφαγή.

Οι απώλειες

Η συμπλοκή ήταν αναμφίβολα πολύνεκρη. Σκοτώθηκαν περισσότεροι από 1.000 Αθηναίοι ενώ παραδόθηκαν τουλάχιστον 2.000. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τις απώλειες των Βοιωτών, αλλά οι νεκροί, οι τραυματίες και οι αιχμάλωτοι πιθανότατα ανέρχονται σε χιλιάδες. Ο διοικητής τους, στρατηγός Θεαγένης, έπεσε ηρωικά.

Ο αρχαίος ιστορικός Πολύαινος αναφέρει επίσης ότι, από τους άλλους συμμάχους, οι Αχαιοί έχασαν αρκετούς άνδρες λόγω των τρομερών επελάσεων του αντίπαλου ιππικού εναντίον τους.

Οι απώλειες των Μακεδόνων δεν είναι γνωστές αλλά με κριτήριο τη σφοδρότητα της σύγκρουσης πρέπει να υπήρχαν αρκετοί νεκροί και πολλοί περισσότεροι τραυματίες στις τάξεις τους.[εκκρεμεί παραπομπή]

Αρχαιολογικές ανασκαφές κοντά στο πεδίο της μάχης, στην περιοχή κάτω από το Λιοντάρι της Χαιρώνειας, αποκάλυψαν 254 σκελετούς ανδρών, πιθανά τους νεκρούς του Ιερού Λόχου. Από αυτούς, δύο είχαν αποτεφρωθεί και οι υπόλοιποι απλά ενταφιαστεί.[1]

Παραλειπόμενα και συνέπειες

Ο ρήτορας Δημοσθένης κατόρθωσε να διαφύγει και συνέχισε να κηρύττει με θέρμη και ζήλο τις αντιμακεδονικές του θέσεις. Η τύχη του στρατηγού Λυσικράτη ήταν τραγική, αφού λοιδωρήθηκε έντονα και καταδικάστηκε σε θάνατο. Παρόλα αυτά, ο Χάρης κατόρθωσε να απαλλαγεί από τις κατηγορίες που τον βάραιναν.

Ο θριαμβευτής Φίλιππος έστησε τρόπαιο για ανάμνηση της σπουδαίας νίκης και παρέδωσε τους νεκρούς για ταφή. Το αποτέλεσμα της μάχης ανέδειξε το μακεδονικό βασίλειο ως πρωτεύουσα δύναμη και επισφράγισε τις πολυετείς προσπάθειες του Φιλίππου για ένωση του ελληνικού κόσμου.

Γεγονός είναι βέβαια πως οι πόλεις της Αθήνας και της Θήβας εξεγέρθηκαν εναντίον του μακεδονικού ζυγού τρία χρόνια μετά την καταστροφή της Χαιρώνειας, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος ανέβηκε στο θρόνο της χώρας του. Η συγκεκριμένη ενέργεια όμως είχε ολέθριες συνέπειες για την παλαιά υπερδύναμη Θήβα, αφού η πόλη ισοπεδώθηκε ολοκληρωτικά από το νεαρό βασιλιά. Οι Αθηναίοι τρομοκρατήθηκαν από την αμείλικτη πράξη του Αλέξανδρου και αναθεώρησαν την απόφαση τους, συμβιβαζόμενοι και αναγνωρίζοντάς τον ως απόλυτο κυρίαρχο.

Από: www.el.wikipedia.org

De Siris

Alexander Graham Bell


Alexander Graham Bell

Ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1847 και πέθανε στις 2 Αυγούστου, 1922, ήταν Αμερικανός φυσικός με εξειδίκευση στην ακουστική και έμεινε γνωστός στην ιστορία σαν ο εφευρέτης του τηλεφώνου.

Γεννήθηκε στο Εδιμβούργο της Σκωτίας και ο πατέρας του ήταν ο Αλεξάντερ Μέλβιλ Μπελ, γνωστός ρήτορας με 200 εκδόσεις βιβλίων για τη βελτίωση της παιδείας των κωφαλάλων. Ο νεαρός τότε Μπελ και τα δύο του αδέλφια εκπαιδεύτηκαν από τον πατέρα τους για να συνεχίσουν το έργο του.

Σπουδές, τα πρώτα χρόνια

Ο Αλεξάντερ Γκράχαμ παρακολούθησε μαθήματα στο βασιλικό γυμνάσιο του Εδιμβούργου και στη συνέχεια σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και στο πανεπιστημιακό κολέγιο του Λονδίνου. Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του δίδασκε στη σχολή Σκίνερς στην κομητεία Μόρεϊ, ασκώντας τους μαθητές στη μουσική και στην σωστή έκφραση στο λόγο. Παράλληλα σπούδασε ακουστική και ξεκίνησε την επαγγελματική του δραστηριότητα σαν δάσκαλος και επιστήμονας.

Μετάβαση στον Καναδά, έρευνες, κώδικας κωφαλάλων

Το 1868 δούλευε δίπλα στον πατέρα του στο Λονδίνο έχοντας καθήκοντα επιμελητή στο πανεπιστήμιο, αλλά ο θάνατος των αδελφών του από φυματίωση κλόνισε την υγεία του και μαζί με τους γονείς του έφυγαν για την Αμερική και εγκαταστάθηκαν στο Μπράντφορντ του Οντάριο.
Δίδαξε στο πανεπιστήμιο της Βοστόνης σε θεματολογία σχετικά με τη διδασκαλία της ομιλίας των κωφαλάλων, δημιουργώντας τον κώδικα ομιλίας τους με κινήσεις των χεριών, των χειλιών και της γλώσσας. Το 1872 άνοιξε δική του σχολή όπου εκπαίδευε καθηγητές για κωφάλαλους, εκδίδοντας παράλληλα σύγγραμμα με τίτλο «Πρωτοπόρος στην ομιλία μέσω της όρασης».
Ο Μπελ έδωσε γνώσεις και έμπνευση σε ένα νεαρό επιστήμονα, κατασκευαστή μοντέλων μηχανών, τον Τόμας Γουάτσον, να πειραματιστεί στην κατασκευή μιας διάταξης που θα κατάφερνε να μεταδίδει ήχο με τη βοήθεια του ηλεκτρισμού. Οι επιστημονικές έρευνες του Μπελ σχετικά με τους κωφάλαλους εντυπωσίασαν αρκετούς και έτσι κάποιοι γονείς κωφαλάλων παιδιών αποφάσισαν να χρηματοδοτήσουν το έργο του.

Τηλέγραφος, τηλέφωνο

Τον Απρίλιο του 1903 ο Μπελ ανακάλυψε τον πολλαπλό τηλέγραφο ενώ τις πρώτες του σημειώσεις σχετικά με το τηλέφωνο τις έγραψε τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου και ένα μήνα αργότερα ξεκίνησε να γράφει σχετικά με τις προδιαγραφές του. Στις 7 Μαρτίου του 1876 το Γραφείο Ευρεσιτεχνίας των Η.Π.Α έδωσε στον Μπελ το σχετικό δίπλωμα που κατοχύρωνε τη συσκευή που μεταδίδει τον ήχο και τη φωνή τηλεγραφικώς.

Η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε περιελάμβανε μια ελαστική μεμβράνη από σίδηρο, που βρισκόταν μπροστά από ένα σιδηρομαγνητικό πυρήνα, περιτυλιγμένο με μονωμένο αγωγό. Μια γραμμή από δυο καλώδια συνέδεε τη συσκευή αυτή με μια άλλη παρόμοια. Στη συσκευή του Μπελ η φωνή έπεφτε πάνω στη μεμβράνη και την έκανε να πάλλεται. Αυτό τον καθιέρωσε σαν τον πρώτο που εφάρμοσε τις κυματοειδείς μορφές των ηλεκτρικών ρευμάτων.

Ακολούθησαν δικαστικές αγωγές που έθεταν σε αμφισβήτηση την εφεύρεση του Μπελ αλλά ο ίδιος έμεινε ανένδοτος και υποστήριζε με πάθος την ανακάλυψη του.

Άλλες εφευρέσεις, η καταξίωση, το τέλος

Το 1877 παντρεύτηκε την κωφάλαλη πρώην μαθήτριά του Μέιμπελ Χιούμπαρντ. Οι έρευνες και οι ανακαλύψεις για τον Μπελ δεν σταμάτησαν στο τηλέφωνο. Συνέχισε τα πειράματά του σχετικά με τη μετάδοση του ήχου και έφτασε στην ανακάλυψη ενός ήχου που παράγεται με τη χρήση μίας φωτεινής δέσμης. Την εφεύρεση αυτή την ονόμασε φωτόφωνο.

Το 1880 το έργο του και οι εφευρέσεις του γίνονται γνωστές στην Ευρώπη και η Γαλλία τον τιμά με το ειδικό βραβείο Βόλτα και μεγάλη οικονομική ενίσχυση. Την ίδια χρονιά προσέγγισε το πρόβλημα της εγγραφής του ήχου με την ανακάλυψη του γραμμόφωνου. Χρησιμοποίησε δίσκους από κερί και χαρακτηριστικά στελέχη με ελεγχόμενη ταχύτητα, κατορθώνοντας να γράψει στους δίσκους αυτούς κάποιους ήχους και να τους αναπαράγει.

Με τα κέρδη που έβγαλε από τις εφευρέσεις του κατάφερε να χρηματοδοτήσει το γραφείο ερευνών Βόλτα και την Αμερικάνικη εταιρεία για τη διδασκαλία και ομιλία των κωφαλάλων.
Το 1898 διαδεχόμενος τον πεθερό του σαν πρόεδρος της Εθνικής Γεωγραφικής Εταιρείας, προώθησε πρόγραμμα σχετικό με την καταγραφή του τρόπου ζωής των κατοίκων των άγνωστων και μακρινών πολιτισμών της γης.

Στη συνέχεια ίδρυσε εταιρεία αεροπορικών πειραμάτων με τη συμμετοχή της συζύγου του, πειραματιζόμενος και ο ίδιος για τη δυνατότητα πτήσης του ανθρώπου. Κατασκεύασε 2 τεράστιους χαρταετούς και κατάφερε να σηκώσει από τη γη έναν άνθρωπο.

Αργότερα ασχολήθηκε και με άλλα ερευνητικά θέματα όπως σχετικά με την ακτινοβολία του 
ήλιου, την ανίχνευση διαφόρων ήχων και κατασκεύασε το 1919 ένα θαλάσσιο σκάφος με πτερύγια (υδροπτέρυγο) καταφέρνοντας να το κινήσει, τοποθετώντας 2 τεράστιες μηχανές μεγάλης ισχύος, με την πρωτοφανή ταχύτητα για την εποχή των 70 μιλίων την ώρα.

Παρότι ο Μπελ σε όλη του τη ζωή ασχολήθηκε με την ομιλία και τα προβλήματα των κωφαλάλων, ήταν πολύ ανήσυχος και ποτέ δεν σταμάτησε να ερευνά, να εφευρίσκει και να προβληματίζεται. Οι έρευνες του πάντα επικεντρώνονταν στις βασικές αρχές και τις ιδέες παρά στις εφαρμογές. Χειρόγραφα και εκατοντάδες σημειώσεις που βρέθηκαν μετά το θάνατο του αποκαλύπτουν ένα πλήθος παρατηρήσεων γραμμένων στα περιθώρια, πολλές από τις οποίες είναι άξιες μελέτης ακόμα και σήμερα.

Πέθανε στις 2 Αυγούστου του 1922 στο Κέιπ Μπρίτον Άιλαντ, στη Νέα Σκοτία του Καναδά.


De Siris

Ο Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας.


Ο Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας.

Ο Κωνσταντίνος Α΄ γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1868 και πέθανε στις 11 Ιανουαρίου 1923, ήταν Βασιλιάς της Ελλάδας τις περιόδους 1913-1917 και 1920-1922. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, από τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους, την αντιπαράθεσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Εθνικό Διχασμό ως την Μικρασιατική Καταστροφή.

Διάδοχος

Ο Κωνσταντίνος ήταν ο πρωτότοκος γιός του βασιλιά Γεωργίου Α΄ και της Βασίλισσας Όλγας, γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1868 και έλαβε το όνομα του παππού του, του Μεγάλου Δούκα Κωνσταντίνου της Ρωσίας. Ήταν ένα όνομα με μεγάλη συγκινησιακή φόρτιση για τους Έλληνες που είχαν ενστερνιστεί τη Μεγάλη Ιδέα.

Έλαβε τον τίτλο του «Δουκός της Σπάρτης» (μετά από έντονη διαμάχη στη Βουλή, καθώς το Σύνταγμα απαγόρευε την απονομή ή αναγνώριση τίτλων ευγενείας σε Έλληνες), σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πεζικού. Το 1886 αναχώρησε για το Βερολίνο, όπου φοίτησε στη στρατιωτική σχολή της Ακαδημίας Πολέμου της Πρωσίας.

Στις 15 Οκτωβρίου του 1889, ο Κωνσταντίνος παντρεύτηκε στην Αθήνα τη Σοφία της Πρωσίας, αδελφή του αυτοκράτορα της Γερμανίας, Γουλιέλμου Β΄, με την οποία απέκτησε τα έξι παιδιά, από τα οποία βασίλευσαν τα τρία:

Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ των Ελλήνων (1890-1947)
Βασιλιάς Αλέξανδρος Α΄ των Ελλήνων (1893-1920)
Πριγκίπισσα Ελένη (1896-1982), Βασιλομήτωρ Ελένη της Ρουμανίας
Βασιλιάς Παύλος Α΄ των Ελλήνων (1901-1964)
Πριγκίπισσα Ειρήνη (1904-1974), Δούκισσα της Αόστης
Πριγκίπισσα Αικατερίνη (1913-2007), Λαίδη Μπράντραμ

Κατά τον ατυχή Πόλεμο του 1897, ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την αρχιστρατηγία παρά τη θέλησή του, έπειτα από πίεση του πρωθυπουργού Δηλιγιάννη. Εν τούτοις, θεωρήθηκε από τους υπολοίπους αξιωματικούς ο βασικός υπαίτιος της ήττας, αφ' ενός διότι είχε πράγματι μέρος της ευθύνης αλλά και αφ' ετέρου για να καλύψουν οι αξιωματικοί που τον κατηγορούσαν και τη δική τους ευθύνη. Μετά τον πόλεμο, η κυβέρνηση Θεοτόκη ανέθεσε στον Διάδοχο την αναδιοργάνωση του στρατεύματος. Το έργο του Διαδόχου ήταν πράγματι αξιόλογο αλλά σχηματίστηκε γύρω του ένας κύκλος αξιωματικών, οι οποίοι φαινόταν ότι απελάμβαναν προνομιακής μεταχειρίσεως. Αυτοί οι αξιωματικοί, αν και ικανότατοι όπως οι Β. Δούσμανης, Ι. Μεταξάς, Ξ. Στρατηγός, Ι. Παπαβασιλείου κ.ά., ήταν επίσης αρκετά αλαζόνες με αποτέλεσμα να προκαλέσουν την έχθρα πολλών αξιωματικών επειδή δεν βρίσκονταν στη θέση τους.

Το 1909 αντιφρονούντες Έλληνες αξιωματικοί του Στρατιωτικού Συνδέσμου οργάνωσαν κίνημα για να αναδιοργανώσουν την χώρα χωρίς όμως να λείπουν οι προσωπικές επιδιώξεις των πρωτοστατούντων. Ένα από τα στοιχεία της κριτικής τους αποτέλεσε η μεροληπτική κατά την γνώμη τους μεταχείριση στις προαγωγές του Διαδόχου και των αδελφών του, όπως και η αναδιοργάνωση του στρατεύματος. Για να μην αναγκαστεί ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄, να τους αποπέμψει από το στράτευμα, οι πρίγκιπες παραιτήθηκαν.

Το 1912 τα Χριστιανικά Βαλκανικά κράτη κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (βλέπε Βαλκανικοί πόλεμοι). Με ηγέτη τον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο ο Ελληνικός Στρατός νίκησε τους Τούρκους στις μάχες του Σαρανταπόρου και των Γιαννιτσών, και απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ο Κωνσταντίνος μετέβη στο μέτωπο της Ηπείρου, όπου έφερε εις επιτυχές πέρας την πολιορκία του Μπιζανίου, καταλαμβάνοντας τα Ιωάννινα και απελευθερώνοντας την Ήπειρο.

Πρώτη περίοδος της Βασιλείας του

Μετά το τραγικό γεγονός της δολοφονίας του Γεωργίου Α΄, στις 18 Μαρτίου 1913 στη Θεσσαλονίκη από τον Αλέξανδρο Σχινά, ο Κωνσταντίνος ανέβηκε στον θρόνο. Κατά τον Β' Βαλκανικό Πόλεμο υπήρξε πάλι αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού, οδηγώντας τον σε νέες νίκες κατά των Βουλγάρων, οι οποίες όμως κόστισαν πολύ σε ζωές. Οι νικηφόρος ηγεσία του τον έκανε εξαιρετικά δημοφιλή στον λαό, ο οποίος ήδη τον ονόμαζε «Κωνσταντίνο ΙΒ'», και περίμενε από αυτόν και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο την πραγματοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας».

Όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος τον Αύγουστο του 1914, η Ελλάδα βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Είχε συνάψει συμφωνία με την Σερβία, που την υποχρέωνε σε παροχή βοήθειας σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης, αλλά ενώ η Σερβία αντιστεκόταν επιτυχώς στην επίθεση της Αυστρο-Ουγγαρίας, η Βουλγαρία παρέμενε ουδέτερη, τηρώντας στάση αναμονής. Ταυτόχρονα εμφανίστηκε ρήγμα στις προσωπικές πεποιθήσεις των δύο ανώτατων πολιτειακών αρχόντων της χώρας: ο Κάιζερ απηύθυνε έκκληση στον Κωνσταντίνο να πάρει το πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικράτησης στα Βαλκάνια». Ο Κωνσταντίνος ήδη θεωρείτο ευρέως ως γερμανόφιλος. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε σαφώς επηρεαστεί από τη γερμανική κουλτούρα, ενώ είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ, ο οποίος του είχε απονείμει και τον βαθμό του στρατάρχη του γερμανικού στρατού. Το φθινόπωρο του 1913, λίγο μετά την άνοδό του στο θρόνο, ο Κωνσταντίνος είχε παρακολουθήσει ασκήσεις του Γερμανικού στρατού μαζί με τον Κάιζερ και είχε προσπαθήσει να διαπραγματευτεί τη λήψη δανείου από τη Γερμανία. Επίσης, ο Κωνσταντίνος είχε επηρεαστεί από το γεγονός ότι ο Κάιζερ είχε βοηθήσει την Ελλάδα να διατηρήσει τα απελευθερωμένα κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους εδάφη, και ιδιαίτερα την Καβάλα. Οι προσωπικές προτιμήσεις του Κωνσταντίνου μπορεί να ήταν υπέρ της Γερμανίας, δεν παρέβλεπε όμως ότι η Ελλάδα ήταν ευπρόσβλητη στον αγγλογαλλικό στόλο, ούτε μπορούσε να αποδεχτεί την σύμπραξη με την Τουρκία, ενώ και τα ανταλλάγματα που μπορούσε να προσφέρει η Γερμανία ήταν περιορισμένα. Έτσι ευνοούσε την ουδετερότητα. Ταυτόχρονα όμως, ο αγγλόφιλος Βενιζέλος διαπραγματευόταν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ, η οποία πρόσφερε την Κύπρο και άλλα ανταλλάγματα. Ιδιαίτερα μετά την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, η πίεση για την έξοδο της Ελλάδος στον πόλεμο υπέρ της Αντάντ αυξήθηκε. Ο Κωνσταντίνος έφτασε κοντά στο να εγκρίνει την εισήγηση του Βενιζέλου για ελληνική συμμετοχή στην Εκστρατεία των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος-Μάρτιος του 1915), αλλά ο εκτελών χρέη αρχηγού του γενικού επιτελείου Συνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς, τον προειδοποίησε να μην μπεί στον πόλεμο, μεταπείθοντάς τον. Αντιδρώντας σε αυτή την παρέμβαση του θεωρούμενου ως γερμανόφιλου «επιτελικού περιβάλλοντος», ο Βενιζέλος παραιτήθηκε, επισημοποιώντας έτσι την ρήξη των δύο ανδρών. Η αντιβενιζελική παράταξη συσπειρώθηκε πια γύρω από τον - εξαιρετικά λαοφιλή - βασιλιά.

Εντούτοις, οι Φιλελεύθεροι του Βενιζέλου κέρδισαν τις εκλογές στις 31 Μαΐου του 1915 και το Σεπτέμβριο, σε αντίδραση προς την βουλγαρική επιστράτευση, που στρεφόταν εμφανώς κατά της Σερβίας, κάλεσε - χωρίς τη συναίνεση του Κωνσταντίνου - τους Βρετανούς και Γάλλους να στείλουν στρατεύματα στην Θεσσαλονίκη, σε βοήθεια των Σέρβων. Ο Κωνσταντίνος τελικά δέχτηκε να προχωρήσει σε επιστράτευση, εν όψει βουλγαρικής επίθεσης. Η αποβίβαση των Συμμάχων προκάλεσε πολιτική κρίση, αλλά ο Βενιζέλος κατόρθωσε να αποσπάσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Ο Κωνσταντίνος όμως, την ίδια μέρα, υπερβαίνοντας τα συνταγματικά του δικαιώματα, απέπεμψε τον πρωθυπουργό του, και έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Ο Ζαΐμης όμως απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, οπότε ο Κωνσταντίνος έδωσε την εντολή στον υπέργηρο Στέφανο Σκουλούδη, ο οποίος, με βασιλικό διάταγμα, διέλυσε τη Βουλή και προκήρυξε νέες εκλογές για τον Δεκέμβριο, όπου οι Βενιζελικοί απείχαν.

Ακολούθησε ένα εξάμηνο διακυβέρνησης από την «βασιλική» κυβέρνηση Σκουλούδη, κατά το οποίο η Ελλάδα βρισκόταν ταυτόχρονα σε ουδετερότητα και επιστράτευση, και κατά το οποίο οι δυνάμεις της Αντάντ, υπό τον Γάλλο στρατηγό Μωρίς Σαρράιγ (Maurice Sarrail), επέκτειναν σταδιακά την κυριαρχία τους στη Βόρεια Ελλάδα και το Αιγαίο, αγνοώντας σχεδόν την ελληνική κυβέρνηση. Στις 27 Μαΐου 1916 όμως, η - κατόπιν εγκρίσεως από την Αθήνα - παράδοση του σημαντικού οχυρού Ρούπελ σε μικτή γερμανο-βουλγαρική δύναμη, οδήγησε τα πράγματα σε κρίσιμο σημείο. Ο Σαρράιγ κήρυξε στρατιωτικό νόμο, καταργώντας ουσιαστικά την ελληνική κυριαρχία στις υπό συμμαχικό έλεγχο περιοχές, απαίτησε την αποστράτευση του ελληνικού στρατού. Όταν δε τον Αύγουστο ξεκίνησε η βουλγαρική προέλαση στην Μακεδονία, βενιζελικοί αξιωματικοί οργάνωσαν το κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, το οποίο ο Βενιζέλος υποστήριξε.

Πρώτη εξορία

Η δημιουργία του «Κράτους Εθνικής Αμύνης», σε συνδυασμό με τις αξιώσεις των Συμμάχων για παράδοση του Στόλου και λοιπού οπλισμού, οδήγησαν σε συγκρούσεις με Γάλλους και Βρετανούς ναύτες (που οδήγησαν και στο βομβαρδισμό των Ανακτόρων). Η έξαψη των οπαδών του Κωνσταντίνου οδήγησε στα λεγόμενα «Νοεμβριανά» επεισόδια κατά γνωστών Βενιζελικών, και κορυφώθηκε με το περίφημο «ανάθεμα» του Βενιζέλου. Τα γεγονότα αυτά επέφεραν την οριστική ρήξη ανάμεσα στο Βασιλέα Κωνσταντίνο και τις δυνάμεις της Αντάντ, οι οποίες επέβαλαν ναυτικό αποκλεισμό στην «βασιλική» Ελλάδα. Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από το νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόυντ Τζώρτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει το θρόνο του προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό. Ο διάδοχος Γεώργιος, θεωρήθηκε ακατάλληλος για τη διαδοχή καθώς είχε υπηρετήσει στο γερμανικό στρατό. Έτσι ο Κωνσταντίνος έδωσε τη θέση του στο δευτερότοκο γιό του Αλέξανδρο, χωρίς να παραιτηθεί επισήμως, και αναχώρησε με την οικογένειά του για την Ελβετία. Οι περισσότερες εξουσίες παραδόθηκαν στο Βενιζέλο.

Τον Ιούλιο του 1917, η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία, την Αυστρο-Ουγγαρία, την Τουρκία και τη Βουλγαρία. Στηριζόμενος στην είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, ο Βενιζέλος προέβαλε τις Ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις - που περιλάμβαναν και τη Σμύρνη - στη Διάσκεψη των Παρισίων που έλαβε χώρα στις Βερσαλλίες. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία συνεχίστηκαν και μετά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου». Τον Οκτώβριο του 1920, ο Βενιζέλος ζήτησε τη βρετανική υποστήριξη για μια ελληνική προέλαση προς την Άγκυρα, όπου είχε τη βάση του το τουρκικό αντιστασιακό κίνημα υπό το στρατηγό Μουσταφά Κεμάλ. Και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διεθνείς πολιτικοί ελιγμοί, ο Βασιλεύς Αλέξανδρος της Ελλάδας έπαθε ένα εντελώς αναπάντεχο ατύχημα και πέθανε στο βασιλικό κτήμα του Τατοΐου.

Δεύτερη περίοδος της Βασιλείας του

Ο Βενιζέλος ηττήθηκε στις Γενικές Εκλογές της 14 Νοεμβρίου 1920, και εγκατέλειψε τη χώρα. Με Δημοψήφισμα στις 5 Δεκεμβρίου του 1920, ο Ελληνικός λαός επέλεξε την επάνοδο του Κωνσταντίνου Α΄ στο θρόνο, ο οποίος επέστρεψε δύο εβδομάδες αργότερα. Οι μοναδικοί σύμμαχοι της Ελλάδας, οι Άγγλοι, διαφωνώντας στην επιστροφή του Κωνσταντίνου, έπαψαν να την υποστηρίζουν τόσο στρατιωτικά όσο και διπλωματικά.

Ο Κωνσταντίνος αποφάσισε τη συνέχιση του πολέμου με την Τουρκία, παρά τις αντιρρήσεις του Ιωάννη Μεταξά και παρά το γεγονός ότι κυρίαρχο εκλογικό σύνθημα της φιλοβασιλικής παρατάξεως ήταν το «οίκαδε», η επιστροφή δηλαδή των στρατιωτών από το μέτωπο. Το Μάιο του 1921, ο βασιλιάς αναχώρησε για να αναλάβει την ονομαστική αρχιστρατηγία του στρατού στη Μικρά Ασία. Τον Αύγουστο του 1922 ο Ελληνικός στρατός ηττήθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι στις 9 Σεπτεμβρίου του 1922 μπήκαν στη Σμύρνη και τη λεηλάτησαν.

Δεύτερη εξορία

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ο στρατός, που είχε καταφύγει στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, εξεγέρθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 υπό την ηγεσία των συνταγματαρχών Πλαστήρα και Γονατά, και απαίτησε την παραίτηση του Βασιλέως Κωνσταντίνου. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1922, ο θρόνος πέρασε στο Διάδοχο Γεώργιο, ο οποίος ονομάστηκε Γεώργιος Β'.
Στις 11 Ιανουαρίου του 1923, ο Κωνσταντίνος Α΄ πέθανε στο Παλέρμο της Σικελίας. Ενταφιάστηκε στην κρύπτη της ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας, στην Ιταλία. Με την αποκατάσταση της μοναρχίας, το 1936, τέθηκε το θέμα της επιστροφής της σορού του στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση απέστειλε το θωρηκτό «Αβέρωφ» στο Μπρίντιζι για να παραλάβει τα οστά του Κωνσταντίνου, της μητέρας του, βασίλισσας Όλγας, και της συζύγου του Σοφίας, οι οποίες είχαν πεθάνει επίσης στην εξορία. Το πλοίο κατέπλευσε στον Πειραιά στις 17 Νοεμβρίου 1936, από όπου με επίσημη πομπή οι σοροί μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη Αθηνών για λαϊκό προσκύνημα έξι ημερών. Ακολούθως, ενταφιάστηκαν στο βασιλικό κοιμητήριο, στο Τατόι.


De Siris

Τιτίκα Στασινοπούλου


Τιτίκα Στασινοπούλου

Γεννήθηκε στην Αθήνα με καταγωγή από Ηλεία και Αρκαδία. Σε αρκετά μικρή ηλικία βρέθηκε για σπουδές Κοινωνιολογίας και Θεάτρου στην Αμερική. Μιλάει και μεταφράζει 4 γλώσσες.

Στην Ελλάδα σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έκανε το Θεατρικό της ντεμπούτο στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όπου βρέθηκε μετά από πρόσκληση του Σπύρου Ευαγγελάτου, το φθινόπωρο του 1970. Από τότε ξεκίνησε μια μεγάλη διαδρομή σε Θέατρο, Σινεμά, Τηλεόραση. Παίζει, σκηνοθετεί, γράφει. Το 1974 η Πολιτεία την τιμά με το Αιέν Αριστεύειν για την επιτυχημένη της δημιουργική διαδρομή στην ελληνική τηλεόραση, ενώ 32 χρόνια αργότερα ο Δήμος Αθηναίων την τίμησε με το Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών για την προσφορά της στον ελληνικό κινηματογράφο κι ο Δήμος Ναυπλίου το 2008 για την «Καλλιτεχνική και Πνευματική της Προσφορά στην Ελλάδα και την πόλη μας», ενώ το καλοκαίρι του 2009 τιμάται από το Φεστιβάλ Θεάτρου του DUBROVNIK στην Κροατία και από το «Κέντρο Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Zagreb» για τη μεγάλη επιτυχία που είχε το Σεμινάριο που δίδαξε και το Workshop Αρχαίου Δράματος καθώς και τη σκηνοθεσία της «Μήδειας» του Ευριπίδη.

Ενώ έχει διδάξει θέατρο επί σειρά ετών σε Δραματικές Σχολές (Ίασμος, Διαμαντόπουλου), Σεμινάρια σε Περιβάλλον Πολιτισμού (ΠολιτιστικΠολιτική, Παραγωγή και Διοργάνωση διαφόρων μορφών Πολιτιστικών εκδηλώσεων, Σχεδιασμό Μουσειακών Εκθέσεων) στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Διαπιστευμένη Εκπαιδεύτρια από το ΕΚΕΠΙΣ), και συνεχίζει να διδάσκει μέχρι καισήμερα θέατρο στο University of Indianapolis, το 2004 κάνει το Μεταπτυχιακό της στο Πανεπιστήμιο του Bedford απ’ όπου αποφοιτά με άριστα στο Master of Arts in Theatre Arts και τώρα κάνει το Διδακτορικό της στην Επικοινωνία, στην Αγγλία. Τον Μάιο του 2008 βραβεύτηκε με τιμητικό Δίπλωμα από την Ακαδημία Επιστημών της Γεωργίας και την Ακαδημία Επιστημών της Ρωσίας. Είναι επίσης ιδρυτικό μέλος της υπό σύσταση «Ευρωμεσογειακής Ακαδημίας Τεχνών & Επιστημών» με χρέη Γενικού Γραμματέα.

Παρ’ όλες τις επαγγελματικές της ασχολίες ασχολείται πολύ ενεργά με τον Εθελοντισμό και είναι μέλος σε αρκετές Οργανώσεις (Κέντρο Unesco για τις Γυναίκες και την Ειρήνη στα Βαλκάνια, Διαβαλκανική Εταιρεία Γυναικών κ.ά.) και Πρόεδρος της ΜΚΟ «Λευκό Χωριό», του «Διεθνούς Επιστημονικού & Διαπολιτισμικού Κέντρου και του νεοσύστατου «Διαπολιτισμικού Ευρω-Μεσογειακού Κέντρου για την Unesco».

Έχει τιμηθεί εκτός από τον Ερυθρό Σταυρό και από πολλές Μη Κυβερνητικές και Εθελοντικές Οργανώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Ιταλία, Ιορδανία κ.τ.λ.). Αυτή την εποχή εργάζεται για την προετοιμασία και τη διοργάνωση της «Νέας Αργοναυτικής Εκστρατείας», μιας πολύ σημαντικής Διαπολιτισμικής Δράσης με στόχο την προώθηση Νέων Καλλιτεχνών, με τη συνεργασία εκτός των άλλων της Εταιρείας Οπτικοακουστικών Παραγωγών «ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ».

Από: http://www.ishow.gr/

De Siris

Δήμος Μούτσης


Δήμος Μούτσης

Ο Δήμος Μούτσης είναι Έλληνας μουσικοσυνθέτης. Γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου 1938 στον Πειραιά. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες συνθέτες.

Από μικρός μελετούσε βιολί ενώ αργότερα σπούδασε κλασική μουσική στο Ωδείο Αθηνών. Ξεκίνησε ως μουσικός σε δίσκους μεγάλων συνθετών όπως ο Μάνος Χατζιδάκις. Στη συνέχεια μπήκε δυναμικά στον χώρο της δισκογραφίας τον Δεκέμβριο του 1966 με την κυκλοφορία μικρών δίσκων των 45 στροφών. Ο πρώτος μεγάλος δίσκος που έβγαλε ήταν το 1968 σε στίχους του Νίκου Γκάτσου με τίτλο "Κάποιο καλοκαίρι", ενώ τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε ο δεύτερος δίσκος, "Ένα Χαμόγελο". Ακολούθησαν επίσης: "Άγιος Φεβρουάριος" (1971) σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου με ερμηνευτές τον Δημήτρη Μητροπάνο και την Πετρή Σαλπέα, "Συνοικισμός Α'" (1972), "Στροφές" (1973) με την Βίκυ Μοσχολιού και τον Αντώνη Καλογιάννη και "Μαρτυρίες" (1974) με τους Μανώλη Μητσιά, Χρήστο Λεττονό και Βασιλική Λαβίνα. Στην "Τετραλογία" του 1975 μελοποίησε ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, του Κωνσταντίνου Καβάφη, του Γιώργου Σεφέρη και του Κώστα Καρυωτάκη. Η δεκαετία του 1970 κλείνει με τα άλμπουμ "Εργατική Συμφωνία" (1976) βασισμένη στο θεατρικό έργο "Απεργία" του Γιώργου Σκούρτη και "Δρομολόγιο" (1979) σε στίχους του Νίκου Γκάτσου με ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά. Πρέπει να σημειωθεί οτι εκτός από τραγούδια, έχει γράψει αρκετές φορές μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Συνεργάστηκε με σημαντικούς τραγουδιστές, όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Σταμάτης Κόκκοτας, η Βίκυ Μοσχολιού, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Μανώλης Μητσιάς, ο Δημήτρης Μητροπάνος, η Σωτηρία Μπέλλου, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης, ο Αντώνης Καλογιάννης, o Ντέμης Ρούσος και άλλοι. Συνεργάστηκε επίσης και με σπουδαίους στιχουργούς και ποιητές όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Νίκος Γκάτσος, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Πυθαγόρας, η Βαρβάρα Τσιμπούλη και άλλοι πολλοί.

Το 1974 ο συνθέτης απομακρύνεται σταδιακά από το λαϊκό ρεύμα της δεκαετίας του 1960 αναζητώντας νέες μορφές από την διεθνή μουσική σκηνή. Η σύντομη συνεργασία του με τον Ντέμη Ρούσο το 1977 με το τραγούδι "White Sails" θα αλλάξει εντελώς το μουσικό του ύφος σε σχέση μ' εκείνο που είχε γίνει γνωστός την περίοδο 1966-1973. Από το 1980 και ύστερα, βαδίζοντας σ' ένα μοναχικό σταυροδρόμι στο οποίο το λαϊκό έντεχνο συναντά την ροκ, την τζαζ, την ποπ και την κάντρυ, έντονα επηρεασμένος απο διάσημους τραγουδοποιούς της ροκ, της φολκ και της μπλουζ όπως ο Bob Dylan, η Joan Baez και ο Eric Clapton, αρχίζει να ενσωματώνει στοιχεία από την ροκ, την ποπ και από διάφορες άλλες μορφές ξένης μουσικής, ερμηνεύοντας ο ίδιος τα τραγούδια και γράφοντας ταυτόχρονα τους στίχους και την μουσική. Οι δίσκοι που κυκλοφόρησαν ("Φράγμα", 1981), ("Ενέχυρο", 1983), ("Να!", 1987), ("Για πούλημα λοιπόν", 1994) είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα από την τελευταία προσωπική του δουλειά ως συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής, η οποία ολοκληρώνεται με τον "Ταξιδιώτη του παντός" με ερμηνεύτρια την Νάνα Μούσχουρη το 1990 και με μια συναυλία στο Ηρώδειο το καλοκαίρι του 1999 με βασικούς ερμηνευτές τον ίδιο, την Δήμητρα Γαλάνη, τον Δημήτρη Μητροπάνο και την υψίφωνο Τζούλια Σουγλάκου. Ήδη ετοιμάζει έναν νέο δίσκο με τίτλο "Η όπερα του δρόμου", με ερμηνευτές την Χάρις Αλεξίου, τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, τον Δημήτρη Μητροπάνο και τον ίδιο.

Δισκογραφία

1968 - Κάποιο καλοκαίρι

1969 - Ένα χαμόγελο

1971 - Άγιος Φεβρουάριος

1972 - Συνοικισμός Α

1973 - Στροφές

1974 - Μαρτυρίες

1975 - Τετραλογία

1976 - Εργατική συμφωνία

1979 - Το δρομολόγιο

1981 - Φράγμα

1983 - Ενέχυρο

1987 - Να!

1990 - Ταξιδιώτης

1994 - Για πούλημα λοιπόν

1999 - Ηρώδειο, Ζωντανή Ηχογράφηση

Από: www.el.wikipedia.org

De Siris

Σάλπιγξ Ελληνική


Σάλπιγξ Ελληνική

Η πρώτη έντυπη εφημερίδα στην Ελλάδα, που εκδόθηκε την 1η Αυγούστου 1821 στην επαναστατημένη Καλαμάτα.

Τυπώθηκε στο μικρό τυπογραφείο, που είχε φέρει ο Δημήτριος Υψηλάντης από την Τεργέστη. «Επιστάτη και εκδότη» όρισε τον ιερωμένο Θεόκλητο Φαρμακίδη, με προϋπηρεσία στον Τύπο («Λόγιος Ερμής») και πανεπιστημιακή μόρφωση.

Στο πρώτο του άρθρο ο Φαρμακίδης σημειώνει: «Εις τας παρούσας περιστάσεις της Ελλάδος, ότε το ελληνικόν γένος, μη υπομένον τον βαρύν της τυραννίας ζυγόν, τον οποίον έφερεν αναξίως αιώνας ολοκλήρους, απεφάσισεν υπό την προστασία της Θείας Προνοίας, να πιάση τα όπλα, διά να αναλάβη την οποίαν απώλεσεν αυτονομίαν, είναι αναγκαιοτάτη εφημερίς εις την Ελλάδα εκδιδομένη».

Η «Σάλπιγξ Ελληνική» θα έχει βραχύ βίο. Ο Φαρμακίδης αποχώρησε μετά την έκδοση του τρίτου φύλλου, μη αντέχοντας τις επεμβάσεις και την προληπτική λογοκρισία. («Δεν ενέδωσα εις το δεσποτικόν μέτρον της προεξετάσεως»). Οι σχέσεις Τύπου και εξουσίας στην Ελλάδα δοκιμάστηκαν ήδη από τα χρόνια της Επανάστασης.

Στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, η Προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη που είχε απευθύνει από το Iάσιο στις 24 Φεβρουαρίου 1821 για την επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Στο δεύτερο φύλλο δημοσιεύτηκε η έκκληση του Δημήτριου Υψηλάντη προς τους κατοίκους της Λεβαδειάς για ομόνοια, πολεμική εγρήγορση, καθώς και παραινέσεις, ώστε να μην κακοποιούνται άοπλοι Tούρκοι. Στο τρίτο φύλλο καταχωρίστηκε η έκκληση της Μεσσηνιακής Συγκλήτου και του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη προς τις ευρωπαϊκές Αυλές, με την οποία τους γνωστοποιείται ότι οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν για την ελευθερία τους.

Η «Σάλπιγξ Ελληνική» εξέδωσε συνολικά τρία φύλλα (1ης, 5ης και 20ης Αυγούστου 1821), τα οποία φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Από: www.sansimera.gr

De Siris