Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Άγιος Θεμιστοκλής


Άγιος Θεμιστοκλής

Ο Άγιος Θεμιστοκλής είναι ένας από τους λιγότερο γνωστούς αγίους της Ορθόδοξης εκκλησίας. Έζησε κατά το 3ο αιώνα μ.Χ. στη περιοχή Μύρα της Λυκίας, η οποία σήμερα ονομάζεται Καλέ και βρίσκεται στα νότια παράλια της Τουρκίας. Την εποχή εκείνη, η Λυκία αποτελούσε τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο Θεμιστοκλής έζησε την εποχή κατά την οποία στον αυτοκρατορικό θρόνο βρισκόταν ο Διοκλητιανός. Αυτός ήταν υπεύθυνος για το ανατολικό μέρος της αυτοκρατορίας ενώ ο Μαξιμιανός για το δυτικό μέρος. Ο Διοκλητιανός κατά την περίοδο 284-303 μ.Χ. και αφού θεμελίωσε τη λεγόμενη Τετραρχία, κίνησε διωγμό κατά των χριστιανών. Ο Άγιος Θεμιστοκλής ήταν ένας από τους πολλούς μάρτυρες της περιόδου αυτής.

Κατά το διωγμό, ο Άγιος Διόσκουρος καταδιωκόταν από τον Ασκλήπιο, άρχοντα της Λυκίας. Βρήκε όμως για καταφύγιο τον Άγιο Θεμιστοκλή, βοσκό της περιοχής, ο οποίος τον έκρυψε και τον προστάτεψε. Όταν οι στρατιώτες βρήκαν τον Άγιο Θεμιστοκλή τον ρώτησαν εάν ήξερε οτιδήποτε για το Διόσκουρο. Τους είπε να τον αφήσουν και να μην τον πάρουν στο δικαστή διότι εκείνος θα τον θανάτωνε, και ότι ήταν και οι δυο χριστιανοί.

Τον συνέλαβαν λοιπόν και τον παρέδωσαν στον Ασκλήπιο ο οποίος διέταξε να τον βασανίσουν. Δέχθηκε φρικτά βασανιστήρια. Τέντωσαν τα άκρα του και τον μαστίγωσαν στην κοιλιά τόσο πολύ ώστε φάνηκαν τα εσωτερικά του όργανα. Έγδαραν το σώμα του με σιδερένιες χτένες αφού τον είχαν κρεμάσει πάνω σε ένα ξύλο. Στο σημείο αυτό δήλωσε στον Ασκλήπιο ότι και ο Χριστός έσωσε τον κόσμο από την αμαρτία πάνω σε ένα τέτοιο ξύλο. Ο Ασκλήπιος διέταξε τέλος την εκτέλεσή του. Σύρθηκε πάνω σε καρφιά τα οποία είχαν τοποθετήσει στο έδαφος και καθ’ αυτό τον τρόπο πέθανε. Η μνήμη του τιμάται στις 21 Δεκεμβρίου.

De Siris

Γιάννης Φετφατζίδης


Γιάννης Φετφατζίδης

Ο Γιάννης Φετφατζίδης γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1990, είναι Έλληνας ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στην ιταλική Τζένοα ως μεσοεπιθετικός και αποκαλείται ως ο «Έλληνας Μέσι», θεωρώντας ότι διαθέτει παρόμοιο στυλ παιχνιδιού με τον Αργεντινό σούπερσταρ.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Φετφατζίδης ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο σε νεαρή ηλικία στην ομάδα των Σουρμένων (ερασιτεχνική ομάδα νοτίων προαστίων). Αιτία του ερχομού του στον Ολυμπιακό ήταν η προσφορά της ομάδας για θεραπεία του προβλήματος με το ύψος του. Στα 16 του, το ύψος του ήταν 1.51 μ., αλλά σταδιακά αυξήθηκε κατά 14 πόντους, φτάνοντας τα 1.65 μ. Ο Φετφατζίδης αποκαλείται από μερικούς ως ο «Έλληνας Μέσι», θεωρώντας ότι διαθέτει παρόμοιο σωματότυπο και στυλ παιχνιδιού με τον Αργεντινό σούπερσταρ. Ο ενθουσιώδης αυτός χαρακτηρισμός αυτός έχει αποδοθεί και παλαιότερα σε νέους ταλαντούχους Έλληνες ποδοσφαιριστές και θεωρείται πως δεν συμβάλλει θετικά στην εξέλιξη των παικτών.

Ολυμπιακός

Ο Φετφατζίδης έκανε την πρώτη του εμφάνιση με τον Ολυμπιακό στη νίκη εκτός έδρας με τον Ατρόμητο στις 31 Οκτωβρίου του 2009. Η πρώτη του εμφάνιση στο Τσάμπιονς Λιγκ έγινε στον αγώνα του Ολυμπιακού με τη Σταντάρ Λιέγης στο πλαίσιο των ομίλων της διοργάνωσης, όταν μπήκε ως αλλαγή στην θέση του Λουτσιάνο Γκαλέτι. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση του στα προκριματικά του Γιουρόπα Λιγκ στον αγώνα με τη Μπέσα στην Αλβανία. Στο δεύτερο αγώνα, στο Γήπεδο Γεώργιος Καραϊσκάκης, σκόραρε το πρώτο «ευρωπαϊκό» του γκολ. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 2010, αφού ο Ολυμπιακός είχε αντιληφθεί τις ικανότητες του 19χρονου παίκτη, ενίσχυσε το συμβόλαιό του μέχρι το 2015, αύξησε το μισθό του και έβαλε €12.500.000 ρήτρα στο συμβόλαιό του. Στις 23 Νοεμβρίου 2011 σκόραρε το πρώτο του και καθοριστικό για την έκβαση της αναμέτρησης γκολ στου ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ 2011-2012 οδηγώντας τον Ολυμπιακό στη νίκη επί της Μαρσέιγ στο Βελοντρόμ με σκορ 0-1.

Τον Σεπτέμβριο του 2013 μεταγράφηκε στην ιταλική Τζένοα έναντι 4 εκατομμυρίων ευρώ. Στις 26 Μαρτίου 2014 σημείωσε το πρώτο του τέρμα στη Σέριε Α (2013-2014), όταν στην εντός έδρας νίκη της ομάδας του εναντίον της Λάτσιο διαμόρφωσε το τελικό 2-0

Εθνική ομάδα

Ο Φετφατζίδης έκανε το ντεμπούτο του με την φανέλα της Εθνικής Ελλάδος στις 8 Οκτωβρίου 2010 στον αγώνα των προκριματικών του Euro 2012 με την εθνική ομάδα της Λεττονίας.Ήταν μέλος της αποστολής που συμμετείχε στην τελική φάση της διοργάνωσης, χωρίς όμως να πάρει χρόνο συμμετοχής.

Υπήρξε μέλος της αποστολής που συμμετείχε στο Μουντιάλ του 2014 στη Βραζιλία, αγωνιζόμενος δύο φορές

Τίτλοι

4 Πρωταθλήματα Ελλάδας (2009, 2011, 2012, 2013)
3 Κύπελλα Ελλάδας (2009, 2012,2013)

Ατομικές Διακρίσεις

Καλύτερος νέος ποδοσφαιριστής για τη σεζόν 2010-11

De Siris

Giovanni Boccaccio


Βοκάκιος 

Ο Τζιοβάνι Μποκάτσο, γνωστός με το εξελληνισμένο Βοκάκιος γεννήθηκε στις 16 Ιουνίου 1313 και πέθανε στις 21 Δεκεμβρίου 1375, ήταν Ιταλός ποιητής και συγγραφέας, ο μεγαλύτερος από τους μαθητές του φημισμένου Πετράρχη. Θεωρείται σημαντικός Ανθρωπιστής της Αναγέννησης και υπήρξε συγγραφέας ενός αξιοσημείωτου αριθμού έργων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται το Δεκαήμερον και το Περί Διασήμων Γυναικών. Οι χαρακτήρες του Βοκάκιου διακρίνονται για τον ρεαλισμό, την έμπνευση, την εξυπνάδα και την προσγείωσή τους στην πραγματικότητα της εποχής τους (αντίθετα με χαρακτήρες συγχρόνων του συγγραφέων, που συνδέονταν περισσότερο με τις μεσαιωνικές αξίες της Ιπποσύνης, της Ευσέβειας και της Ταπεινότητας).

Βίος

Ο Βοκάκιος γεννήθηκε πιθανότατα στην Φλωρεντία και ήταν νόθος γιος του Boccaccio di Chellino, πλούσιου έμπορου, και μιας άγνωστης κοπέλας ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του τον αναγνώρισε ως γιο του και τον πήρε το 1327 στην Νάπολη, όπου ασχολείτο με το εμπόριο. Ο Βοκάκιος, όμως, που δε συμπάθησε το εμπόριο και τις αναγκαστικές σπουδές στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο, από το 1334 ξεκίνησε να δημοσιεύει έργα του. Σε μια οικονομική κρίση το 1340, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Φλωρεντία, όπου το 1350 γνώρισε τον Πετράρχη, και τελείωσε το γνωστότερο έργο του το Δεκαήμερο. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ακολουθώντας τις μετακινήσεις του Πετράρχη, με ανθρωπιστικές μελέτες και συγγράφοντας. Πέθανε μετά από μακροχρόνια αρρώστια ένα χρόνο μετά τον Πετράρχη, το 1375.

Επιλεγμένα έργα

Amorosa visione (Ερωτικά οράματα) (1342)
Buccolicum carmen (Βουκολικό άσμα) (1367-69)
Caccia di Diana (Το κυνήγι της Άρτεμης, 1334-37)
Comedia delle ninfe fiorentine (Κωμωδία των Φλωρεντινών Νυμφών) (Amato, 1341-42)
Corbaccio (περί το 1365, η ημερομηνία αμφισβητείται)
De mulieribus claris (Περί διασήμων γυναικών, 1361, αλλεπάλληλες εκδόσεις έως το 1375)
Decameron (Δεκαήμερον) (1349-52, ανανεωμένη έκδοση 1370-71) ― ελλην. μετάφρ. Νίκος Σαρλής, "ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΠΑΠΥΡΟΥ
Elegia di Madonna Fiammetta (Ελεγεία της Μαντόνα Φιαμμέττα) (1343-44)
Esposizioni sopra la Comedia di Dante (Γνώμες για την [Θεία] Κωμωδία του Δάντη, 1373-74)
Filocolo (1336-39)
Filostrato (1335 or 1340)
Genealogia deorum gentilium libri (Βιβλία γενεαλογίας εθνικών θεών) (1360, ανανεωμένη έκδοση 1374)
Ninfale fiesolano (1344-46, η ημερομηνία αμφισβητείται)
Rime (Ρίμες) (ολοκληρώθηκε το 1374)
Teseida delle nozze di Emilia (πριν το 1341)
Trattatello in laude di Dante (1357, αλλαγή τίτλου De origine vita studiis et moribus viri clarissimi Dantis Aligerii florentini poetae illustris et de operibus compositis ab eodem)
Zibaldone Magliabechiano (περ. 1351-56)

De Siris

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Σφαγή της Δράκειας


Σφαγή της Δράκειας

Την Παρασκευή 17 Δεκέμβρη του 43, φάλαγγα γερμανικών στρατευμάτων με αυτοκίνητα, της οποίας προπορεύονταν μοτοσικλετιστές, ανέβαινε στο Πήλιο, μέσω του δρόμου Βόλου – Ζαγοράς. Στη θέση Αλικόπετρα όμως, έπεσε σε ενέδρα ομάδας ανταρτών, οι οποίοι σκότωσαν ένα μοτοσικλετιστή και τραυμάτισαν δύο.

Η φάλαγγα σταμάτησε στο δρόμο και διαπίστωσε, από τα ίχνη στο φρέσκο χιόνι που έπεφτε, ότι οι αντάρτες διέφυγαν προς τη Δράκεια. Περίμεναν να νυχτώσει και στη συνέχεια, γύρω στις 7.00 το βράδυ, κατέβηκαν στο χωριό, κύκλωσαν την κάτω πλατεία και συνέλαβαν όλους τους άνδρες που βρήκαν μέσα στα δυο καφενεία που λειτουργούσαν. Στη συνέχεια τους συγκέντρωσαν όλους σε ένα καφενείο και έκλεισαν όλες τις πόρτες, εκτός από μία που τη χρησιμοποιούσαν αυτοί για να μπαινοβγαίνουν. Έβαλαν πολυβόλα πάνω στα τραπέζια και μ’ αυτά απειλούσαν τους κατοίκους που είχαν φυλακίσει, ώστε να αποτρέψουν κάθε απόπειρα βίαιης αντίδρασης τους εναντίον τους.

Παρόλο όμως που οι συλληφθέντες, ήταν σχεδόν οι μισοί άντρες του χωριού, ο αριθμός τους δεν έφτανε για να ολοκληρώσουν τέλεια το βάρβαρο και απάνθρωπο έργο τους τα αιμοσταγή στίφη του Χίτλερ. Έτσι ορισμένες ομάδες Γερμανών σκορπίστηκαν στα σπίτια, συνέλαβαν όσους άντρες βρήκαν σ’ αυτά και τους μετέφεραν όλους μαζί στο καφενείο, όπου είχαν και τους άλλους.

Οι έγκλειστοι ζουν το δικό τους δράμα. Ερωτήματα σκληρά για την τύχη τους, τους παραλύουν την ψυχή και το σώμα. Συναισθήματα ανάμεικτα: φόβος αγωνία, αλλά και ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά και το κακό που φαίνεται να έρχεται δε θα φτάσει στο χωριό. Μάταια όμως. Τα μεσάνυχτα, οι Γερμανοί πήραν με τον ασύρματο τη διαταγή, από τη στρατιωτική διοίκηση Λάρισας: Εκτέλεση. Ένας από τους συλληφθέντες κατοίκους, που ήξερε γερμανικά και κατάλαβε τι τους περίμενε, ρώτησε τον αξιωματικό τους γιατί. Η απάντηση που πήρε ήταν ότι θα τους σκότωναν σε αντίποινα για το θάνατο του Γερμανού μοτοσικλετιστή και τον τραυματισμό των άλλων δύο, από τους αντάρτες, την προηγούμενη μέρα, στην Αλικόπετρα.

Το αίμα των συλληφθέντων κατοίκων πάγωσε. Προσπάθησαν να εξηγήσουν στους Γερμανούς ότι αυτοί ήταν άμαχοι και δεν είχαν καμιά σχέση με τους αντάρτες που τους χτύπησαν. Μάταια όμως. Οι δήμιοι ήταν αποφασισμένοι να τελειώσουν το μακάβριο και απάνθρωπο έγκλημα που ήρθαν να κάνουν. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης έρχεται στο προσκήνιο για τους καταδικασμένους. Σκέφτονται να ορμήσουν στους Γερμανούς, να σπάσουν τον κλοιό κι όσοι καταφέρουν να γλιτώσουν. Αλλά τι συνέπειες θα είχε αυτό για το χωριό, τις γυναίκες και τα παιδιά τους; Μήπως τα πράγματα γινόταν χειρότερα και οι Γερμανοί ξεκλήριζαν όλο το χωριό; Και πόσοι θα κατάφερναν να γλιτώσουν όταν αυτοί μόλις 120 άοπλοι άμαχοι, άτομα κάθε ηλικίας και σωματικής ικανότητας, είχαν απέναντί τους 200-250 πάνοπλους, έμπειρους και πωρωμένους με τα ιδεώδη του φασισμού και της απανθρωπιάς δήμιους;

Αποφάσισαν λοιπόν να μην κάνουν καμιά απόπειρα και να περιμένουν καρτερικά να ξημερώσει και να πεθάνουν. Όμως το ξημέρωμα αυτό αργούσε βασανιστικά να έρθει. Σκέφτονταν τα σπίτια, τις γυναίκες, τα παιδιά τους, όλους όσους αγαπούσαν και τους αγαπούσαν και δε θα ξανάβλεπαν. Αυτή θα ήταν η μεγαλύτερη νύχτα της ζωής τους, αλλά και η τελευταία. Σκέφτονταν το θάνατο και σιγά-σιγά συμβιβάζονταν μ’ αυτόν. Έγιναν  ήρωες χωρίς να προλάβουν να το συνειδητοποιήσουν και περίμεναν βασανιστικά να ξημερώσει. Έκλαιγαν και προσεύχονταν στο Θεό. Παρακαλούσαν να ξημερώσει και να λυτρωθούν απ’ το μαρτύριό τους.

Και το ξημέρωμα ήρθε κάποτε. Οι Γερμανοί δείχνοντας κάποιο ίχνος ανθρωπιάς ίσως, αλλά μάλλον γιατί είχαν «συμπληρώσει» το αριθμό των ανθρώπων που ήθελαν να δολοφονήσουν, λες και οι ανθρώπινες ζωές μετριούνται με λογιστικούς τύπους και αριθμητικές πράξεις, άφησαν ελεύθερα τα μικρά παιδιά να φύγουν. Και τότε άρχισαν το μακάβριο έργο τους. Πηγαίνοντας τους συλληφθέντες πέντε-πέντε στο ρέμα που βρισκόταν δίπλα από το καφενείο, τους εκτελούσαν, πυροβολώντας τους από πίσω, με τα πολυβόλα που είχαν στήσει για το σκοπό αυτό. Ακολουθούσε και η «χαριστική» βολή, μια σφαίρα στο κεφάλι, από τον επικεφαλής αξιωματικό, γιατί «φοβόταν» μην τους ξεγελάσει κανένας και γλιτώσει και δεν συμπληρωθεί ακριβώς ο αριθμός των αθώων που θα έλεγαν στους ανωτέρους τους πως έσφαξαν, υπηρετώντας τα φασιστικά «ιδεώδη» του λαού τους και εφαρμόζοντας την εκδοχή του δικού τους «πολιτισμού». Εντούτοις όμως και παρά την προσπάθειά τους να μη γλιτώσει κανένας, έξι άνθρωποι κατόρθωσαν να τους ξεγελάσουν και να σωθούν, αν και τραυματισμένοι οι περισσότεροι.

Με τον τρόπο αυτό, δολοφόνησαν από τις 7.00 ως τις 10.00 το πρωί του Σαββάτου 18 Δεκεμβρίου1943, 111 αθώους κατοίκους της Δράκειας, 7 κατοίκους του Σέσκλου και 1 κάτοικο του Αγίου Ονουφρίου. Ανθρώπους, οποίοι αυτόματα μετατράπηκαν σε ήρωες και σαν ήρωες έμειναν και θα μείνουν στη μνήμη όλων των ανθρώπων, που πέρασαν και θα περάσουν στο μέλλον από τούτο εδώ το ματοβαμένο τόπο, που λέγεται Ελλάδα και έχει γράψει λαμπρές σελίδες ένδοξης ιστορίας και αγώνων για την ελευθερία του ανθρώπου, στο πέρασμα των αιώνων.

Μόλις οι Γερμανοί τελείωσαν το μακάβριο έργο τους, μόλις η ματοβαμένη ψυχή και τα μάτια τους χόρτασαν αίμα αθώων, αφού το νερό στο ποτάμι έγινε κόκκινο, το ίδιο και η θάλασσα που κατέληγε το ποτάμι αυτό, αποφάσισαν να φύγουν απ’ το χωριό. Και σα να μην τους έφτανε η καταστροφή και η συμφορά που σκόρπισαν, θέλοντας να δείξουν τη δύναμη που ακόμα είχαν, τη μικροψυχία και τη βαρβαρότητά τους, ανέβηκαν ξανά στην Αλικόπετρα κι άφησαν εκεί ένα απόσπασμα, το οποίο άρχισε να ρίχνει με πολυβόλα πάνω στο σωρό των πτωμάτων, έτσι ώστε να μην τολμούν να πλησιάσουν εκεί οι γυναίκες και οι μανάδες των δολοφονημένων, που δειλά-δειλά άρχισαν να βγαίνουν από τα σπίτια τους και να ψάχνουν τους δικούς τους ,μη γνωρίζοντας ακόμα το μέγεθος της καταστροφής, και της συμφοράς που είχε επιτελεσθεί από τα βάρβαρα στίφη του Γ΄ Ραϊχ και του Χίτλερ.

Η αναγνώριση των πτωμάτων, έγινε μετά την άφιξη κλιμακίου του Ερυθρού Σταυρού από το Βόλο, το οποίο ήρθε με λευκή σημαία και η ταφή έγινε σε ομαδικό τάφο. Το δράμα του ηρωικού χωριού, που μόλις άρχισε, θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια. Το χωριό, μετά τη σφαγή διαλύεται και ερημώνει. Οι περισσότερες οικογένειες των θυμάτων μετακομίζουν στο Βόλο, στην Αγριά και όπου αλλού είχαν κάποιους συγγενείς. Η οικονομία του χωριού αποσαρθρώνεται. Η επιστροφή στο χωριό, αρχίζει σιγά-σιγά από το Πάσχα του ’44 και μετά.

Μετά την απελευθέρωση, στο χώρο της εκτέλεσης ανεγέρθηκε μνημείο, το Ηρώο, όπου τοποθετήθηκαν τα οστά των εκτελεσθέντων. Στην πλάκα του μνημείου χαράχτηκαν τα ονόματα όλων των αδικοχαμένων ηρώων της Δράκειας.

De Siris

Γιάννης Πλούταρχος


Γιάννης Πλούταρχος

Ο Γιάννης Πλούταρχος (ή Γιάννης Κακοσσαίος, όπως είναι το αληθινό του όνομα), γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 1970 σε ένα μικρό χωριό έξω από τον Ορχομενό που ονομάζεται Μαυρόγια. Έμεινε εκεί ως τα 16 του χρόνια, οπότε πήγε στην Αθήνα για να πραγματοποιήσει το όνειρό του, να γίνει τραγουδιστής.

Η σταδιοδρομία του

Για πρώτη φορά τραγούδησε επαγγελματικά σε ένα μικρό μαγαζί στον Κορυδαλλό. Απογοητευμένος από τις συνθήκες που επικρατούσαν στο χώρο του τραγουδιού, τον εγκατέλειψε δυο φορές και ασχολήθηκε με άλλα επαγγέλματα και ιδιαίτερα την κομμωτική προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην.

Ωστόσο επανήλθε, σαν κάτι να τον ωθούσε πίσω στο τραγούδι. Δυο χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, τραγούδησε σε κέντρο της παραλιακής. Ακολούθησαν μεγάλα αθηναϊκά μαγαζιά, όπου συνεργάστηκε με πολύ μεγάλα ονόματα , όπως ο Γιάννης Πουλόπουλος, η Ρίτα Σακελλαρίου, ο Θέμης Αδαμαντίδης, αλλά και νεότερους καλλιτέχνες, όπως ο Στέλιος Ρόκκος, ο Γιώργος Μαζωνάκης, κ.ά.

Την περίοδο εκείνη συναντήθηκε με το Δημήτρη Κορδατζή και τον Ηλία Φιλίππου, που τον έφεραν σε επαφή με τον πρώτο του παραγωγό, το Γιώργο Μακράκη. Στον τελευταίο οφείλεται και το ψευδώνυμο "Πλούταρχος".

Έτσι ο Γιάννης Πλούταρχος μπήκε στη δισκογραφία και κυκλοφόρησε το 1998 την πρώτη του δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Μόνο εσύ». Ενάμιση μήνα πριν από την κυκλοφορία του δίσκου, είχε κυκλοφορήσει ένα CD single που περιείχε 3 από τα τραγούδια του δίσκου. Από τα 15 συνολικά τραγούδια, ξεχώρισαν τα «Μήπως έρθεις» και «Ένας Θεός».

Μετά τον πρώτο του προσωπικό δίσκο, συμμετείχε σε ντουέτο με την Κωνσταντίνα στο τραγούδι «Η καρδιά μου είναι ζαλισμένη» και με τον Στέλιο Διονυσίου στην «Ορεστιάδα», τραγούδια που περιλαμβάνονται αντίστοιχα στους δίσκους των δυο καλλιτεχνών.

Η επόμενη προσωπική του δουλειά με τίτλο «Υπήρχαν όρκοι» με 15 τραγούδια, που κυκλοφόρησε το 2000, ήταν αυτή που τον έκανε ευρέως γνωστό και τον κατέστησε διάσημο καλλιτέχνη. Σε αυτό το δίσκο παραγωγός ήταν ο Αγγελος Σφακιανάκης καθώς ο Γιώργος Μακράκης είχε αποχωρήσει από την ΜΙΝΟΣ-ΕΜΙ.

Ακολούθησαν το 2001 το «Μικρές φωτογραφίες» με 16 τραγούδια που πούλησε πάνω από 150.000 αντίτυπα και το 2002 το «Δεν είναι ο έρωτας...παιδί της λογικής» με 17 τραγούδια. Στα Βραβεία Ελληνικής Μουσικής ΑΡΙΩΝ 2002 κέρδισε σημαντικότατες διακρίσεις για το «Μικρές φωτογραφίες»: αυτές του καλύτερου λαϊκού δίσκου αλλά και του καλύτερου δίσκου της χρονιάς, του καλύτερου video clip, του καλύτερου λαϊκού τραγουδιστή αλλά και του καλύτερου τραγουδιστή της χρονιάς.

Η επιτυχία που γνώρισε το «Δεν είναι ο έρωτας...παιδί της λογικής» ήταν τόσο μεγάλη που το 2003 επανακυκλοφόρησε με ένα επιπλέον νέο τραγούδι, το «Ποιο μονοπάτι» καθώς και bonus DVD με 9 video clip. Αυτή η δουλειά έγινε τριπλά πλατινένια, όπως και το «Πάει λίγος καιρός...», που κυκλοφόρησε και αυτό το 2003, με 19 τραγούδια και που επίσης επανακυκλοφόρησε το 2004 με ένα επιπλέον τραγούδι, το κλασικό «Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου» του Μίκη Θεοδωράκη. Το εν λόγω τραγούδι περιλαμβάνεται στο album "ΦΩΣ" το οποίο περιέχει τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη ερμηνευμένα σε σύγχρονο ύφος από κορυφαίους καλλιτέχνες και είναι το soundtrack των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004.

Ταυτόχρονα, κατάφερε να συντρίψει όλα τα ρεκόρ συνεχούς παρουσίας σε έναν χώρο, εμφανιζόμενος στο "Ποσειδώνιο" για ένα ολόκληρο ημερολογιακό έτος χωρίς καμία διακοπή και με το κοινό να του εκφράζει καθημερινά την αγάπη του.

Το 2005 βρήκε τον Γιάννη Πλούταρχο, μακριά από τα νυχτερινά μαγαζιά, να πραγματοποιεί την πρώτη του περιοδεία στο εξωτερικό με σταθμούς κατά σειρά το Τορόντο, το New Jersey, τη Βοστόνη, τη Νέα Υόρκη, το Σικάγο, τη Μελβούρνη, το Σίδνεϊ, το Γιοχάνεσμπουργκ και τη Λευκωσία. Παντού ο απόδημος ελληνισμός τον υποδέχτηκε με ενθουσιασμό.

Ταυτόχρονα σήμανε και η ώρα της επιστροφής στην δισκογραφία αφού κυκλοφόρησε η έκτη του κατά σειρά δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Όλα σε σένα τα βρήκα» και 14 τραγούδια που έγινε διπλά πλατινένιο. Συνεργαστηκε με γνωστούς συνθέτες και στιχουργούς όπως ο Αντώνης Βαρδής ο Νίκος Τερζής ο Χρήστος Κυπαρίσσης και ο Αλέξης Σέρκος. Ακολούθησε και η επιστροφή του στις πίστες.

Το 2006 ο Γιάννης Πλούταρχος συμμετείχε σε ντουέτο με την Κωνσταντίνα στο τραγούδι «Τι μπήκε ανάμεσά μας" που περιλαμβάνεται στον δίσκο της ενώ κυκλοφόρησε και η έβδομη δισκογραφική δουλειά του με τίτλο «Κρυμμένα μυστικά» και 16 τραγούδια που έγινε διπλά πλατινένιο. Ακολούθησε την επόμενη χρονιά ένα διπλό Best Of album με τίτλο «Στιγμές» που περιελάμβανε όλες τις μεγάλες του επιτυχίες, 6 νέα κομμάτια καθώς και bonus DVD με 19 video clip. Το εν λόγω άλμπουμ ξεπέρασε τις 40.000 πωλήσεις και έγινε πλατινένιο.

Το 2008 κυκλοφόρησε το album "Ό,τι γεννιέται στην ψυχή" με έντονο το έντεχνο χρώμα το οποίο και έγινε πλατινένιο, ενώ "μετακόμισε" από το Κέντρο Αθηνών στο ΡΕΞ. Το καλοκαίρι του 2009 ξεκίνησε την πρώτη και μεγάλη καλοκαιρινή του περιοδεία η οποία και γνωρίζει πολύ μεγάλη αποδοχή από τον κόσμο σε σημείο ρεκόρ για τα τελευταία χρόνια και την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα. Η τελευταία του επιτυχία ακούει στον τίτλο "Το φωνάζω" το οποίο έχει γίνει το hit του καλοκαιριού.

Το 2010 κυκλοφόρησε το album "Προσωπικά Δεδομένα" με 17 καινούργια τραγούδια συν τα κομμάτια "Το φωνάζω" και "Θησαυρός" τα οποία είχαν κυκλοφορήσει νωρίτερα ψηφιακά.Το συγκεκριμένο album έγινε επτά φορές πλατινένιο.Ο Γιάννης Πλούταρχος ξεκίνησε και πάλι τις νυχτερινές του εμφανίσεις για την άνοιξη του 2010 σε ολοκαίνουργιο χώρο στην Ιερά Οδό με την ονομασία "Acro" στις 8/4/10.

Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς τον βρίσκει στο νυχτερινό κέντρο "COSMOStage", ενώ τον Φεβρουάριο του 2011 συναντιέται δισκογραφικά με έναν από τους κορυφαίους ιταλούς ερμηνευτές, τον Albano Carrisi στον δίσκο "Δυο Φωνές Μια Ψυχή" ο οποίος από την πρώτη ημέρα κυκλοφορίας ξεπέρασε τις 160.000 πωλήσεις, εγκαινιάζοντας έτσι την μετεγγραφή του στην Heaven Music. Ο εν λόγω δίσκος έγινε δεκαπέντε φορές πλατινένιος. Αυτή η συνεργασία τους, οδήγησε τον Γιάννη Πλούταρχο να συμμετέχει στο SanRemo Music Festival κατακτώντας μάλιστα και το πρώτο βραβείο καλύτερης ερμηνείας, ερμηνεύοντας μαζί με τον Albano και την διεθνούς φήμης υψίφωνο Δήμητρα Θεοδοσίου το Va, pensiero του Giuseppe Verdi.

Ο Νοέμβριος του 2011 τον βρίσκει για μία ακόμη χρονιά στο νυχτερινό κέντρο "COSMOStage", όπου παράλληλα κυκλοφορεί και την νέα του δισκογραφική δουλειά με τίλτο "Η Δύναμη του Έρωτα", η οποία από την πρώτη ημέρα κιόλας κυκλοφορίας έγινε διπλά πλατινένια. Μετά το πέρας των εμφανίσεών του σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ο Γιάννης Πλούταρχος ξεκινάει την δεύτερη μεγάλη καλοκαιρινή περιοδεία της καριέρας του, μετά από αυτήν του 2009, με αφετηρία την Αμερική και τον Καναδά γνωρίζοντας την αποθέωση από τους ομογενείς. Η συνέχεια της περιοδείας τον βρίσκει σε επιλεγμένους σταθμούς ανά την Ελλάδα και την Ευρώπη, ρίχνοντας αυλαία στην Αυστραλία τον Σεπτέμβριο του 2012

Προσωπική ζωή

Είναι παντρεμένος με τη Μαρία με την οποία έχει αποκτήσει πέντε παιδιά, την Κατερίνα, τον Γιώργο, την Ελεωνόρα, την Παναγιώτα και τον Κωνσταντίνο!

Δισκογραφία

Γιάννης Πλούταρχος - CD Single (1998)
Μόνο εσύ (1998)
Υπήρχαν όρκοι (2000)
Μικρές φωτογραφίες (2001)
Δεν είναι ο έρωτας...παιδί της λογικής (2002) - 3 εκδόσεις
Πάει λίγος καιρός (2003)
Όλα σε σένα τα βρήκα (2005)
Κρυμμένα μυστικά (2006)
Στιγμές (2007) [Best of + 6 νέα τραγούδια] - 2 εκδόσεις
Ο,τι γεννιέται στην ψυχή (2008)
10 χρόνια μαζί - TV ZΑΠΙΝΓΚ (2009)
Το φωνάζω - Digital Single (2009)
Οι μεγαλύτερες επιτυχίες - ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ (2009)
Θησαυρός - Digital Single (2009)
Προσωπικά δεδομένα (2010) - 2 εκδόσεις
Δύο φωνές μία ψυχή (2011) - 2 εκδόσεις
24 Ώρες - Digital Single (2011)
Σε Θέλω - Digital Single (2011)
Δεν Τηλεφώνησες - Digital Single (2011)
Η Δύναμη του έρωτα (2011)

Τηλεόραση

Εμφάνιση ως Γιάννης Πλούταρχος στις παρακάτω τηλεοπτικές σειρές:
Δύο Ξένοι (Mega)
Θα σε δω στο πλοίο (Alpha)

De Siris

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου


Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου

Ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου είναι άγιος της ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έζησε και έδρασε στη Ζάκυνθο από τα μέσα του 16ου αιώνα ως και τις αρχές του 17ου, ενώ διετέλεσε και επίσκοπος Αιγίνης. Σήμερα αποτελεί ένα από τους λαοφιλέστερους σύγχρονους αγίους και είναι πολιούχος της πόλης της Ζακύνθου και η εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 17 Δεκεμβρίου.

Ο βίος του

Παιδική ηλικία και μόρφωση

Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε το 1547 στο χωριό Αιγιαλός της Ζακύνθου. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Δραγανίγος ή Γραδενίγος Σιγούρος. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και κατείχε μεγάλη έκταση γης, ενώ οι γονείς του συμμετέχοντας στους πολέμους των Βενετών κατά των Τούρκων απέκτησαν και αριστοκρατικό αξίωμα. Ο πατέρας του λεγόταν Μώκιος και η μητέρα του Παυλίνα, ενώ είχε άλλα δύο αδέλφια τον Κωνσταντίνο και τη Σιγούρα. Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις της Ζακύνθου, που δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά, ο Άγιος είχε για ανάδοχο τον Άγιο Γεράσιμο.

Από μικρή ηλικία, η οικογένειά του τού παρείχε χριστιανική ανατροφή ενώ είχε προσλάβει και ένα δάσκαλο ονόματι Καιροφυλά ώστε να μεταδώσει στον μικρό Δραγωνίγο τόσο γνώσεις για τη θύραθεν παιδεία, όσο και για τα «εκκλησιαστικά γράμματα». Δεν γνωρίζουμε εν συνεχεία ποιοι διετέλεσαν δάσκαλοί του, όμως οπωσδήποτε απέκτησε σημαντική μόρφωση, αφού πέραν των ελληνικών και ιταλικών είχε εξαιρετικό χειρισμό της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γλώσσας, ενώ μια διασωθείσα επιστολή με υπομνηματισμούς πάνω στον Γρηγόριο το Θεολόγο, αναδεικνύει την ευρεία θεολογική μόρφωση που είχε ήδη αποκτήσει.

Ο μοναχικός βίος

Μετά το τέλος της ζωής των γονιών του, σε ηλικία 20 ετών, αποφασίζει να πάρει το μοναχικό σχήμα. Αυτό προκύπτει από τη δωρεά όλης της περιουσίας στον αδελφό του με ιδιαίτερη μνεία για την αποκατάσταση της αδελφής του. Η κλίση ήδη είχε φανεί από μικρή ηλικία καθότι ακολουθούσε ασκητικό βίο βασισμένο πάνω στην Ορθόδοξη πατερική θεολογία. Παρότι πλούσιος αποφάσισε να γίνει μοναχός και εκάρη στη μονή Στροφάδων, νότια της πόλης της Ζακύνθου, παίρνοντας το όνομα Δανιήλ. Έτσι αφιερώθηκε στην προσευχή, την μελέτη των γραφών και διήγαγε ασκητικό βίο, που τόσο ποθούσε. Σύντομα μάλιστα φάνηκε και η πνευματική πρόοδός του, με αποτέλεσμα 2 έτη αργότερα να γίνει ηγούμενος της μονής.

Ιεροσύνη και επισκοπή

Ένα έτος αργότερα ο Διονύσιος, θα χριστεί ιερέας παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις λόγω της βαριάς ευθύνης της ιεροσύνης, από τον επίσκοπο Κεφαληνίας και Ζακύνθου, Θεόφιλο. Το 1577 όμως θέλησε να πάει να στους Αγίους Τόπους. Περνώντας από την Αθήνα θέλησε να πάρει την ευλογία του επισκόπου Νικάνορα. Ο Νικάνωρ όμως εντυπωσιάστηκε από την παιδεία, την μόρφωση και τη στωικότητα του Αγίου και θέλησε να τον προάγει στο επισκοπικό αξίωμα της επισκοπής Αιγίνης, που βρισκόταν σε χηρεία. Έτσι έγραψε στον Πατριάρχη Ιερεμία υπέρ της υποψηφιότητος του Δανιήλ. Ο Ιερεμίας συναίνεσε τελικά και ο Άγιος εχρίσθη επίσκοπος Αιγίνης λαμβάνοντας το όνομα Διονύσιος. Το έργο που επιτέλεσε στο νησί της Αίγινας ήταν σημαντικό τόσο από πνευματικής απόψεως όσο και στην ανακούφιση των καταπονημένων και φτωχών.

Το 1579 όμως υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Ο ασκητικός βίος σε σύνθεση με το διαρκές ακατάπαυστο έργο, κατεπόνησαν την υγεία του, με αποτέλεσμα να στείλει επιστολή τόσο στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία όσο και τον Μητροπολίτη Αθηνών Νικάνορα με την παραίτησή του και την ταυτόχρονη βούλησή του να επιστρέψει στην Ζάκυνθο. Ο Ιερεμίας όμως δεν ήθελε να μείνουν αναξιοποίητες οι ικανότητες του Διονυσίου και έτσι τον έχρισε χωρεπίσκοπο Ζακύνθου. Η έντονη δραστηριότητα όμως στην Ζάκυνθο, προκάλεσε την επιβουλή του επισκοπικού περιβάλλοντος, ίσως δε και του ίδιου του επισκόπου, με αποτέλεσμα να καταγγελθεί για υπέρβαση εξουσίας, στον ηγεμόνα του νησιού Νικόλαο Δαπόντε. Ο Δαπόντες ζήτησε την παραίτηση του Διονυσίου, κάτι που ο ίδιος δέχτηκε ώστε να μην προκληθούν σχίσματα και εντάσεις.

Η φυγάδευση του δολοφόνου του αδελφού του

Οι οικογένειες Σιγούρου και Μονδίνου από διασωθέντα έγγραφα που ανάγονται στα αρχεία της Βενετίας, φαίνεται να είχαν θανάσιμο μίσος. Συμπλοκές μεταξύ των δυο οικογενειών συνέβαιναν διαρκώς. Σε μια από αυτές ο αδελφός του Αγίου, Κωνσταντίνος, δολοφονήθηκε. Στην προσπάθεια όμως να διαφύγει ο δολοφόνός του Κωνσταντίνου αναζήτησε καταφύγιο στο μοναστήρι που βρισκόταν ο Άγιος, χωρίς όμως να γνωρίζει τη συγγένεια. Όταν ο δολοφόνος έφτασε στη Μονή, ερωτήθη από τον Διονύσιο, που ήταν ο ηγούμενος της Μονής, γιατί ζητεί καταφύγιο, αφού κανονικά δεν επιτρέπετο να εισέλθει. Ο ίδιος απάντησε πως τον κυνηγούσαν οι Σιγούροι, ενώ μετά από διαρκείς ερωτήσεις ομολόγησε πως δολοφόνησε τον Κωνσταντίνο Σιγούρο. Ο Διονύσιος παρά τη θλίψη του, όχι μόνο έκρυψε τον δολοφόνο αλλά και τον φυγάδευσε. Έτσι με αυτόν τρόπο κατάφερε να αποτρέψει ένα ακόμα έγκλημα και ταυτόχρονα να δώσει τη δυνατότητα μετανοίας στον δολοφόνο, παρά την πικρία για το χαμό του αδελφού του, δίνοντας ένα παράδειγμα συγχώρησης και υψηλής εφαρμογής της Χριστιανικής αγάπης.

Το τέλος της ζωής του και το άφθαρτο σκήνωμα

Ο Άγιος Διονύσιος κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε αποσυρθεί στο μοναστήρι της Θεοτόκου της Αναφωνήτριας. Πολύς κόσμος τον επισκέπτετο για να λάβει συμβουλές αλλά και να εξομολογηθεί. Τελικά πέθανε σε ηλικία 75 ετών, στις 17Δεκεμβρίου του 1622, με τελευταία του επιθυμία να ταφεί στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Στροφάδων, όπου και χειροτονήθηκε ιερέας. Τρία έτη μετά εξετάφη και το λείψανό του στην ανακομιδή παρεδόθη ακέραιο όπως και παραμένει μέχρι και σήμερα, εκτιθέμενο στο ναό του αγίου στην Ζάκυνθο. Είναι ένα από τα τρία άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, του Άγιου Σπυρίδωνα, του Άγιου Γεράσιμου και του Αγίου Διονυσίου.

Η αγιότητά του αναγνωρίσθηκε από το οικουμενικό πατριαρχείο το 1703, αλλά στο νησί ένεκα του βίου του, αλλά και του λειψάνου του ετιμάτο ως άγιος αρκετά νωρίτερα.

De Siris

Χρίστος Τσιγγιρίδης


Χρίστος Τσιγγιρίδης

Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης, γεννήθηκε το 1877 και πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου 1947, ήταν Έλληνας ηλεκτρολόγος μηχανικός και σπουδαίος καινοτόμος της εποχής του. Υπήρξε ο πρώτος που εισήγαγε στην Ελλάδα την τεχνογνωσία και τεχνολογία της μικροφωνικής εγκατάστασης και υπεύθυνος για την εγκατάσταση του πρώτου ηχητικού συστήματος της Βουλής των Ελλήνων. Είναι κυρίως γνωστός για την ίδρυση του πρώτου ραδιοφωνικού σταθμού της Ελλάδας και των Βαλκανίων, με έδρα τη Θεσσαλονίκη.

Γέννηση και πρώτα χρόνια

Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης γεννήθηκε το 1877 στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινό Πλόβντιβ της Βουλγαρίας) από Έλληνες γονείς. Το 1880 ξεσπά το Μακεδονικό και οι Έλληνες της περιοχής διώκονται. Η άλλοτε πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια του Γεώργιου Τσιγγιρίδη περνά δύσκολες ώρες, που επιδεινώνονται με τον θάνατό του. Στις αρχές του 20ου αιώνα τα μέτρα κατά του Ελληνισμού γίνονται πιο πιεστικά. Έτσι εξαναγκάζονται σε φυγή και καταλήγουν στη Στουτγάρδη της Γερμανίας. Εκεί ιδρύουν ένα μικρό εργαστήριο παραγωγής χειροποίητων σιγαρέτων που αποφέρει αρκετά έσοδα κι έτσι, ο Χρίστος μπορεί να συνεχίσει τις σπουδές του. Τελικά, καταφέρνει να σπουδάσει στην σχολή ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ της Στουτγάρδης. Μετά από κάποια χρόνια παντρεύεται την αριστοκράτισσα Μαρία Φόγκελ και μαζί έρχονται στην Ελλάδα το 1918.

Κατά την έλευση του στην Ελλάδα εγκαθίσταται στη Λάρισα όπου φιλοξενείται από τον αδελφό του Νίκο. Εκεί αναλαμβάνει την Διεύθυνση της Εταιρίας Ηλεκτροφωτισμού και Ύδρευσης της πόλης. Όμως τα πειράματα ασύρματης επικοινωνίας στην σχολή, έχουν επηρεάσει έντονα τις σκέψεις του και έτσι αποφασίζει να έλθει στην Θεσσαλονίκη, με σκοπό να υλοποιήσει το όραμά του: να ιδρύσει Ραδιοφωνικό Σταθμό.

Το μεγάφωνο, ή "μέγας λέκτης"

Οι πρώτες δοκιμές για την ραδιοφωνική εκπομπή γίνονται στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη. Το 1926 γίνεται η πρώτη Διεθνής Έκθεση στον χώρο μπροστά από το 3ο Σώμα Στρατού. Το σπίτι του Τσιγγιρίδη βρίσκεται σχεδόν απέναντι, στην σημερινή Βασιλίσσης Όλγας, τότε Δημοκρατίας 20.

Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης αρχικά πουλάει μεγάφωνα και ενισχυτές στην πρώτη Διεθνή Έκθεση ως αντιπρόσωπος της Γερμανικής εταιρίας SIEMENS HALSKE. Ας σημειωθεί ότι το αντικείμενο ήταν άγνωστο τότε στην Ελλάδα. Οι μεγαφωνικές του εγκαταστάσεις και ειδικά τα μεγάφωνά του είχαν χαρακτηρισθεί ως "κλαπατσίμπαλα" και προκαλούσαν δέος και θαυμασμό. Πόσο μάλλον ο ένας και μοναδικός ραδιοφωνικός δέκτης που στήθηκε απ΄ αυτόν στην πλατεία της Έκθεσης.

Τα μεγάφωνά του διαφήμιζαν τους εκθέτες και έπαιζαν μουσική. Ο όρος μεγάφωνο ήταν τότε αδόκιμος. Έτσι, μετάφρασε τον Αγγλικό όρο Loudspeaker επί λέξη, με τον όρο " ΜΕΓΑΣ ΛΕΚΤΗΣ ".

Ο ραδιοφωνικός σταθμός

Τo 1928, μέσα στον χώρο της ΔΕΘ, o Χρίστος Τσιγγιρίδης στήνει τον πομπό του, ισχύος 400 Watt περίπου. Τον λειτουργεί μόνον κατά την διάρκεια της ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο. Ο Πρώτος Ραδιοφωνικός Σταθμός της Ελλάδας, των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι πλέον γεγονός... Ξεκινάει τη λειτουργία του την 25η Μαρτίου του 1928, οπότε και είχε μόνο δύο ακροατές. Ο ένας ήταν στην περιοχή της πλατείας Ιπποδρομίου και ο άλλος σε ένα αγγλικό καράβι στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ας μη ξεχνούμε ότι ένας ραδιοφωνικός δέκτης την εποχή εκείνη κόστιζε όσο μια μικρή περιουσία, όμως πολύ σύντομα οι δέκτες χιλιαπλασιάστηκαν.

Η αυστηρή νομοθεσία για τις ραδιοφωνικές εκπομπές υπήρχε ήδη και έτσι για αρκετά χρόνια η λειτουργία του πομπού επιτρεπόταν μόνον κατά την διάρκεια της ΔΕΘ. Οι προσπάθειες του Τσιγγιρίδη να πάρει άδεια διαρκούς λειτουργίας ήταν συνεχείς. Όμως, για πολλά χρόνια παρέμειναν άκαρπες.

Ο Τσιγγιρίδης λειτουργούσε τον πομπό του με ίδια έσοδα καθώς και με έσοδα προερχόμενα από διαφημίσεις.

Από τον Σταθμό του Τσιγγιρίδη πέρασαν ουκ ολίγοι καλλιτέχνες. Το γραμμόφωνο μόλις είχε γίνει ηλεκτρικό, οι δίσκοι λιγοστοί κι ακόμη φτωχότερη η Ελληνική δισκογραφία. Ούτε το μαγνητόφωνο είχε έλθει στο προσκήνιο ακόμη. Έτσι, το μουσικό πρόγραμμα αποτελούνταν από ζωντανές εκτελέσεις κομματιών από τραγουδιστές και οργανοπαίχτες, μέσα στο στούντιο. Βασικοί συνεργάτες του Τσιγγιρίδη στη δεκαετία του '30 υπήρξαν οι: Μ. Γροσομανίδης, Νίκος Καρμίρης, Α. Στρατίδης, Τραϊανού, Κοσμάς Τσαντσάνογλου κ.α.

Πόλεμος και κατοχή

Ο ραδιοσταθμός Τσιγγιρίδη παρενέβαλε σκοπίμως από τις αρχές του Δευτέρου Παγκοσμίου τον προπαγανδιστικό φασιστικό ραδιοφωνικό σταθμό του Μπάρι. Από το ραδιοσταθμό Θεσσαλονίκης ενημερώθηκαν επίσης οι Θεσσαλονικείς την εισβολή των Ιταλών, καθώς το σήμα του ραδιοσταθμού Αθηνών δεν έφτανε στη Θεσσαλονίκη

Κατά τη γερμανική κατοχή ο πομπός κατασχέθηκε και ο Τσιγγιρίδης φυλακίστηκε. Οι Γερμανοί στρατιωτικοί πίστευαν ότι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν τον πομπό μόνοι τους. όμως αυτό στάθηκε αδύνατο, έτσι την επόμενη κι όλας ημέρα τον αποφυλάκισαν για μπορέσουν να κάνουν την προπαγάνδα τους.

Οι δέκτες είχαν σφραγιστεί από τους κατακτητές κι έτσι ο Τσιγγιρίδης άκουγε το BBC στον δικό του δέκτη (τον οποίο οι Γερμανοί είχαν αφήσει ασφράγιστο για να μπορούν να αναμεταδίδουν διάφορους γερμανικούς σταθμούς) και μετέφερε τα νέα στους γύρω, όταν πήγαινε στο καφενείο. Μάλιστα μια φορά κινδύνεψε να τον πιάσουν επ΄ αυτοφώρω, όμως χάρις στην ετοιμότητά του, πρόλαβε και γύρισε το καντράν σε γερμανικό σταθμό.

Τα τελευταία χρόνια

Mετά την απελευθέρωση ο πομπός αγοράσθηκε από τον Μάρκο Βαφειάδη και λειτούργησε για λίγο υπέρ αυτού, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Το 1945 επιστρέφει στα χέρια του ιδιοκτήτη του και ξαναρχίζει τις εκπομπές. Για περίπου ένα χρόνο ο πομπός πήρε προσωρινή άδεια συνεχούς λειτουργίας.

Το 1947 αγοράζει τον πομπό Τσιγγιρίδη το ΕΙΡ, που είχε ξεκινήσει εκπομπές το 1938. Καταργεί τα μηχανήματά του, και εγκαθιστά στον ίδιο χώρο νέο, ισχυρότερο πομπό, με στούντιο στο Σπίτι του Στρατιώτη, δίπλα από το στρατιωτικό θέατρο, στην θέση περίπου του νέου δημαρχιακού μεγάρου μπροστά από το 3ο Σώμα Στρατού.

Ο Τσιγγιρίδης παραμένει άεργος μετά την αναγκαστική εξαγορά των μηχανημάτων του, καθώς το κρατικό ίδρυμα αποφασίζει να μην αξιοποιήσει την τεχνογνωσία και την εμπειρία του. Τελικά πεθαίνει την ίδια χρονιά και κηδεύεται με τιμές που ποτέ δεν γνώρισε εν ζωή.

De Siris

Σωτήρης Kαϊάφας


Σωτήρης Kαϊάφας

O Σωτήρης Kαϊάφας γεννήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1949 στη Mια Mηλιά και ήταν ποδοσφαιριστής στην Κύπρο. Τα πρώτα ποδοσφαιρικά του βήματα τα έκανε στην ομάδα του χωριού του την Πρόοδο. Tο 1965 εντάσσεται στην Oμόνοια και το 1967 κάνει το ντεμπούτο του στην α' ομάδα όπου για 17 χρόνια, μέχρι το 1984 που κρέμμασε τα παπούτσια ήταν αναντικατάστατος.

Στην Eθνική Oμάδα Κύπορυ έπαιξε 18 αγώνες σημειώνοντας 2 γκολ. H αποστολή του στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα ήταν πολύ δύσκολη μια και η Eθνική Κύπρου έπαιζε στα πλείστα των παιχνιδιών της με μαζική άμυνα, με αποτέλεσμα ο ένας ή οι δυο επιθετικοί να είναι ξεκομμένοι χωρίς συμπαράσταση από τους υπόλοιπους συμπαίχτες τους.

Kύρια χαρακτηριστικά του παιχνιδιού του Kαϊάφα ήταν η εξυπνάδα, οι σωστές κινήσεις, η όσφρηση του γκολ, η κυριαρχία του στον αέρα με τη σωστή τοποθέτηση και το εκτόπισμα του λόγω όγκου, η γρήγορη αλλαγή της μπάλας από το ένα στο άλλο πόδι, το καλό σουτ και με τα δυό πόδια και τέλος ο άριστος τρόπος που χρησιμοποιούσε το κεφάλι του.

Σαν επιστέγασμα και επιβράβευση της ποδοσφαιρικής αξίας του Καϊάφα είναι ότι έχει επιλεγεί απο την Κ.Ο.Π. σαν ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής του αιώνα στην Κύπρο . Μια μεγάλη διάκριση που τιμά τόσο τον ίδιο όσο και το σωματείο που τον ανέδειξε.

Διακρίσεις

Xρυσό παπούτσι το 1976 με 39 γκολ σαν ο πρώτος σκόρερ της Eυρώπης.

Πρώτος σκόρερ του Παγκυπρίου πρωταθλήματος οκτώ φορές, με 44 γκολ το 1976-77 έχει το ρεκόρ επίτευξης τερμάτων σε μιαν αγωνιστική περίοδο πρωταθλήματος, πέτυχε τα περισσότερα γκολ στην ιστορία της Oμόνοιας και του Kυπριακού ποδοσφαίρου (σε 489 με Oμόνοια και Eθνική πέτυχε 324 γκολ),
Αναδείχθηκε δυο χρονιές το 1976 και το 1978 «Aθλητής της Xρονιάς» από την EAK και περισσότερες σαν «ποδοσφαιριστής της χρονιάς».

Kοντά σ' αυτές τις ατομικές διακρίσεις προσθέστε τους τίτλους που πήρε η ομάδα του στην περίοδο 1967-1984. (11 πρωταθλήματα, 6 κύπελλα, 5 νταμπλ και 5 ασπίδες).

De Siris

Κώστας Γκατσιούδης

Κώστας Γκατσιούδης

Ο Κώστας Γκατσιούδης γεννήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1973 στο Διδυμότειχο και είναι ένας από τους κορυφαίους ακοντιστές, καθώς κατέχει την 5η καλύτερη επίδοση όλων των εποχών με βολή στα 91,69μ. Ανήκει στον Πανελλήνιο και προπονητής του είναι ο Αντώνης Παπαδημητρίου.

Είχε πολύ μεγάλες επιτυχίες από τα πρώτα του κιόλας βήματα. Το 1990 ήταν 6ος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Εφήβων-Νεανίδων, ενώ στην ίδια διοργάνωση δύο χρόνια μετά ήταν 2ος. Το 1994 ήταν Πρωταθλητής Ευρώπης για αθλητές κάτω των 23 ετών και το 1995 ήταν 3ος στο Παγκόσμιο Στρατιωτικό.

Στην πρώτη του συμμετοχή σε Ολυμπιακούς Αγώνες το 1996 στην Ατλάντα, προκρίθηκε στον τελικό, αλλά τελικά κατετάγη 10ος. Το 1997 ήταν χρυσός μεσογειονίκης και λίγο αργότερα πήρε την πρώτη του μεγάλη διάκριση σε επίπεδο ανδρών καθώς κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο μπροστά στο ελληνικό κοινό στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου 1997 στην Αθήνα.

Το 1999 επιβεβαίωσε την κλάση του στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου 1999 στη Σεβίλλη, κατακτώντας τη 2η θέση με βολή στα 89,18μ., ενώ ήταν 1ος στον τελικό του Γκραν Πρι στο Μόναχο με 89,84μ. Το 2000 ήθελε να κατακτήσει Ολυμπιακό μετάλλιο και από τον προκριματικό έδειχνε έτοιμος για αυτό καθώς με 88,44μ. πέρασε ως 3ος στον τελικό. Εκεί, όμως το άγχος και το πολύ καλό ξεκίνημα των αντιπάλων του δυσκόλεψαν τις προσπάθειές του με αποτέλεσμα να καταλάβει τελικώς την 6η θέση με βολή στα 86,53μ.

Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου 2001 έδειχνε ξανά έτοιμος να βρεθεί στο βάθρο και φυσικά δεν απέτυχε. Με βολή στα 89,95μ. κατέκτησε την 3η θέση και το τρίτο διαδοχικό μετάλλιο σε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα.

Το 2002 στο μοναδικό αγώνα που έκανε στη Θεσσαλονίκη έριξε 91,24μ., ωστόσο στη συνέχεια του αγώνα τραυματίστηκε χάνοντας το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου 2002, ενώ τα επόμενα χρόνια αντιμετώπισε εκ νέου προβλήματα που τον υποχρέωσαν να μείνει εκτός δράσης το 2003, 2004, 2005.

Το 2006 έκανε μία προσπάθεια να επανέλθει αλλά η απουσία από τους αγώνες ήταν εμφανής καθώς είχε καλύτερη προσπάθεια στα 75,40μ. έτσι δεν κατάφερε ποτέ να βρει τον παλιό του εαυτό και σταμάτησε την αθλητική του καριέρα.

Οι αγώνες του Κώστα Γκατσιούδη πάνω από το φράγμα των 90μ. :
23 Ιουνίου 2000 : 91,69μ. / Κουορτάνε
26 Μαΐου 2001 : 91,27μ. / Μαδρίτη
24 Ιουλίου 2002 : 91, 23μ. / Θεσσαλονίκη

Διακρίσεις:

2001 - 3ος στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα
2000 - 6ος στους Ολυμπιακούς
2ος  στη Σούπερ Λίγκα 
1999 - 2ος Παγκόσμιο πρωτάθλημα 
1ος στον Τελικό του Γκραν Πρι 
3ος  στη Σούπερ Λίγκα
1997 - 3ος στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα
1ος στους Μεσογειακούς
1996 - 10ος στους Ολυμπιακούς
1995 - 3ος στο Παγκόσμιο Στρατιωτικό Πρωτάθλημα
1994 - 1ος στο Πανευρωπαϊκό Νέων
1993 - 3ος στους Μεσογειακούς
1992 - 2ος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ενόπλων Δυνάμεων
1991 - 9ος στους Πανευρωπαϊκούς Ενόπλων Δυνάμεων
1990 - 5ος στην Παγκόσμια Γυμνασιάδα
6ος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ενόπλων Δυνάμεων 

De Siris

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Χορός του Ζαλόγγου


Χορός του Ζαλόγγου

Ο λεγόμενος Χορός του Ζαλόγγου αποτελεί ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό ιστορικό και λαογραφικό περιστατικό που συνέβη 18 χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση του 1821, στις 16  Δεκεμβρίου του 1803 (π.ημ.), στη κορυφή του όρους Ζάλογγο, εξ ου και η ονομασία του, ο οποίος και κατέληξε «εν χορώ» σε μια ομαδική απελπισμένη βρεφοκτονία και αυτοκτονία ορεσίβιων γυναικών της περιοχής Σουλίου.

Οι φήμες του συγκινητικού αυτού γεγονότος κάλυψαν πολύ γρήγορα όχι μόνο τον τουρκοκρατούμενο ελλαδικό χώρο, αλλά ήταν αυτές που κυριαρχούσαν στις ειδήσεις των Φιλελλήνων στην Ευρώπη κατά την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, λαμβάνοντας μάλιστα ιδιαίτερες συγκινησιακές φορτίσεις και διαστάσεις θαυμασμού, εξιδανικεύοντάς το.

Ιστορία

Το γεγονός αυτό ανάγεται στις μάχες που έδωσαν τα εκστρατευτικά σώματα του Αλή Πασά όταν αποφάσισε να καταστείλει τους Σουλιώτες που "λυμαίνονταν" περιοχές του Πασαληκίου των Ιωαννίνων. Κατά τις τελευταίες εκείνες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, τέταρτες κατά σειρά, όταν περικυκλώθηκαν κάποια εναπομείναντα εκεί γυναικόπαιδα των Σουλιωτών, που είχαν καταφύγει στο υφιστάμενο ομώνυμο μοναστήρι, Μονή του Ζαλόγγου, που προκειμένου να μην υποστούν την αιχμαλωσία και άλλους εξευτελισμούς, αποφάσισαν να ριφθούν σε παρακείμενο γκρεμό, (φαράγγι), όπως και έπραξαν χορεύοντας και ρίχνοντας προηγουμένως τα βρέφη που κρατούσαν στην αγκαλιά τους.

Κατά τα ίδια γεγονότα η κόρη του Νώτη Μπότσαρη, ενώ μετέφερε στους ώμους της την τραυματισμένη μητέρα της, βλέποντας ότι κινδύνευαν να συλληφθούν από κάποιον Αλβανό, έριξε τη μητέρα από έναν βράχο στον ποταμό Αχελώο και έπεσε και η ίδια. Σημειώνεται ότι εκείνη την εποχή ο εξευτελισμός των γυναικών εχρησιμοποιείτο από τον Αλή Πασά ως μέσο αντιμετώπισης των Σουλιωτών. Ένας από τους τρόπους εξευτελισμού ήταν και η πώληση των γυναικών ως σκλάβων, σε εποχή που το εμπόριο λευκών σκλάβων μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν νόμιμο και καταργήθηκε με φιρμάνι μόλις το 1830.

Αναφορές

Αναφορά Μπαρτόλντυ

Πρώτος που κατέγραψε το γεγονός αυτό, ήταν ο Πρώσος περιηγητής και διπλωμάτης Ιάκωβος Μπαρτόλντυ, που έτυχε την εποχή εκείνη (1803-1804) να βρίσκεται στα Ιωάννινα. Η έστω και πολύ περιληπτική αναφορά του στο γεγονός κρίνεται περισσότερο αντικειμενική, με δεδομένο ότι δεν ήταν και τόσο ευνοϊκός προς τους Έλληνες, ούτε όμως και με τον Αλή Πασά, που όμως δεν τον εμπόδισε να τονίσει τη γενναιότητα των Σουλιωτών, αλλά και την αγριότητα των τμημάτων του Αλή Πασά. Στην αναφορά του εκείνη στο έργο του «Ταξίδιον εις την Ελλάδα 1803 - 1804», (δημοσιεύτηκε στη γερμανική το 1805, και σε γαλλική μετάφραση το 1807), σημειώνει (σε ελεύθερη μετάφραση):

"Καμιά εκατοστή απ΄ αυτούς τους δυστυχισμένους είχαν αποτραβηχτεί βόρεια της Πρέβεζας στο Μοναστήρι του Ζαλόγγου. Τους επιτέθηκαν εκεί θεωρώντας ότι τάχα αυτή η τοποθεσία, πράγματι ισχυρή, θα μπορούσε να τους προσφέρει ένα νέο τόπο μόνιμης διαμονής, όπου και η σφαγή που ακολούθησε υπήρξε φρικτή. Τριάντα εννέα γυναίκες γκρεμίστηκαν από τα βράχια με τα παιδιά τους που μερικά ακόμη βύζαιναν."

Σημειώνεται η αναφορά για "39" γυναίκες που "γκρεμίστηκαν", με τα παιδά τους χωρίς να διασαφηνίζεται αν ήταν αυτοκτονία, ή θηριωδία.

Αναφορά Γ. Ληκ

Δεύτερος που κατέγραψε το γεγονός, περισσότερο λεπτομερώς, ήταν ο Άγγλος στρατιωτικός, περιηγητής και αρχαιολόγος, Γουλιέλμος Μαρτίνος Ληκ, από πληροφορίες που συνέλεξε το 1805, ως αντιπρόσωπος της Αγγλίας στα Ιωάννινα, τις οποίες συμπεριέλαβε στο σύγγραμμά του "Περιήγηση στη Β. Ελλάδα". Στην αναφορά του αυτή σημειώνει:

"Περίπου 100 οικογένειες είχαν αποτραβηχτεί στο μέρος αυτό από το Σούλι και την Κιάφα, με συνθήκες και ζούσαν στο λόφο ανενόχλητες ώσπου έπεσε το Κούγκι. Τότε επειδή τάχα η περιοχή αυτή ήταν περισσότερη οχυρή ξαφνικά τους επιτέθηκαν με διαταγή του Βεζίρη. Όταν η κατάσταση έγινε απελπιστική ο Κίτσος Μπότσαρης και ένα τμήμα του διέφυγαν. Από τους υπολοίπους, 150 σκλαβώθηκαν και 25 κεφάλια στάλθηκαν στον Αλβανό Μπουλούκμπαση στην Καμαρίνα που διεύθυνε τις επιχειρήσεις, 6 άνδρες και 22 γυναίκες ρίχτηκαν από τα βράχια από το ψηλότερο σημείο του γκρεμνού, προτιμώντας έτσι παρά να πέσουν ζωντανοί στα χέρια των εχθρών τους. Πολλές γυναίκες που είχαν παιδιά τις είδαν να τα ρίχνουν με δύναμη προτού εκείνες κάνουν το μοιραίο πήδημα ".

Στη δεύτερη ιστορικά αυτή αναφορά γίνεται σαφής λόγος για αυτοκτονία και βρεφοκτονία, ενώ προστίθενται 6 άνδρες, ο δε αριθμός των γυναικών περιορίζεται στις 22, χωρίς να γίνεται και εδώ μνεία για χορό. Σημειώνεται όμως ότι το σύγγραμμα αυτό δημοσιεύτηκε 33 χρόνια αργότερα, το 1835, επί Βασιλείας του Όθωνα.

Αναφορά Χόλαντ

Tο 1815 ο Χ. Χόλαντ εκδίδει σύγγραμμα με εντυπώσεις του από την Ελλάδα του 1812-13, κάνοντας επιγραμματικά λόγο μόνο για τη βρεφοκτονία στο σχετικό περιστατικό:

«...λέγεται σαν πραγματική ιστορία, πως μια ομάδα Σουλιώτισσες, μαζεύτηκαν σ΄ ένα από τα κοντινά στο Σαράι βάραθρα και έριξαν εκεί τα βρέφη τους για να μη γίνουν σκλάβοι του εχθρού».

Στη τρίτη αυτή αναφορά του περιστατικού, αναφέρεται μόνο η βρεφοκτονία. Με το όνομα Σαράι φέρεται ένα παλαιό πυργόκαστρο που ύπήρχε στη περιοχή, κοντά στη Μονή του Ζαλόγγου.

Αναφορά Χ. Περραιβού

Τον ίδιο όμως χρόνο, το 1815, (έξι χρόνια πριν την επανάσταση του 21), δημοσιεύεται και η πρώτη ελληνική αναφορά στο περιστατικό που περιλαμβάνεται στη δεύτερη έκδοση της "Ιστορίας του Σουλίου και της Πάργας" του Χριστόφορου Περρραιβού που τυπώθηκε στη Βενετία, που αποτελεί και την πρώτη ουσιαστικά ελληνική πηγή του γεγονότος.

Κατ΄ αυτή, όταν τα στρατεύματα του Αλή απέτυχαν και την φορά αυτή να αιχμαλωτίσουν τους Σουλιώτες που όδευαν προς την Πάργα, και παρά τις συνομολογήσεις που είχαν κάνει μαζί τους, αφού ξεκουράστηκαν επί τριήμερο, επιτέθηκαν ξαφνικά στο Ζάλογγο όπου διαβιούσαν όσοι Σουλιώτες είχαν συνθηκολογήσει νωρίτερα με τον Αλή Πασά, αναφέροντας σχετικά…

«τότε εγνώρισαν ο Κουτσιονίκας και ο Κίτσιο Μπότσαρης την συνηθισμένην αντιπληρωμήν όπου δίδει ο Βεζίρης εις τους πιστούς του προδότας, πλην η μετάνοια τότε ήτο ανωφελής. Άρχισαν μ΄ όλον τούτο και αντεμάχοντο μεγαλοψύχως, δεν είχαν όμως τα αναγκαία ν΄ αντισταθούν περισσότερον από δύο ημέρας. Αι γυναίκες δε κατά την δευτέραν ημέραν βλέπουσαι ταύτην τη κτηνώδη περίστασιν, εσυνάχθησαν έως εξήκοντα, επάνω εις έναν πετρώδη κρημνόν. Εκεί εσυμβουλεύθησαν και απεφάσισαν ότι καλύτερα να ριφθούν κάτω από τον κρημνόν διά να αποθάνουν, πάρεξ να παραδοθούν διά σκλάβες εις χείρας των Τούρκων. Όθεν αρπάξαντες με τας ιδίας των χείρας τα άκακα και τρυφερά βρέφη, τα έρριπτον κάτω εις τον κρημνόν. Έπειτα αι μητέρες πιάνοντας η μία με την άλλη τα χέρια τους άρχισαν και εχόρευαν, χορεύουσαι δε επηδούσαν ευχαρίστως μίαν κατόπιν της άλλης από τον κρημνόν. Μερικαί όμως δεν απέθανον, επειδή έπιπτον επάνω εις τα παιδία των και τους συντρόφους, των οποίων τα σώματα ήταν καρφωμένα πάνω εις τες μυτερές πέτρες του κρημνού».

Στην πρώτη αυτή ελληνική καταγραφή του περιστατικού σημειώνεται αφενός ο αριθμός των γυναικών, στο περίπου, "έως 60", και ότι προηγουμένως "εσυμβουλεύθησαν", (με την κυριολεκτική ερμηνεία της λέξης), όπου κατόπιν συμβουλίου αποφάσισαν πλέον συνειδητά τη βρεφοκτονία και τη δική τους στη συνέχεια αυτοκτονία. Και ενώ αναφέρεται εδώ πρώτη φορά ο "χορός", δεν προσδιορίζεται η ημερομηνία. Πάράλληλα γίνεται μνεία περί της προδοσίας που είχε σχετικά σημειωθεί, για την οποία οι προδότες αναγνωρίζουν το σφάλμα τους, πολεμώντας γενναία, πλην όμως αυτό όπως αποδείχθηκε το πλήρωσαν περισσότερο τα γυναικόπαιδα. Στην επόμενη έκδοση του έργου αυτού, το 1857, απαλείφθηκε το περιστατικό της προδοσίας και η λεπτομέρεια του χορού η δε αναφορά στο γεγονός είναι ψυχρή χωρίς συναισθηματικά στοιχεία.

Αναφορά Πουκεβίλ

Το 1820 ο Γάλλος περιηγητής Φραγκίσκος Πουκεβίλ που διέμενε 10 και πλέον χρόνια στην αυλή του Αλή Πασά, εκδίδει τους 3 πρώτους τόμους του έργου του Ταξίδι στην Ελλάδα. Στο 3ο τόμο περιλαμβάνει το επεισόδιο ως ακολούθως (ελεύθερη απόδοση)

«...τις γυναίκες τις γκρέμισαν από τα ύψη των βουνών στις αβύσσους του Αχέροντα, τα παιδιά πουλήθηκαν στα παζάρια.»

Εδώ γίνεται σαφής αναφορά για θηριωδία και όχι για βρεφοκτονία ούτε και για αυτοκτονία. Τον επόμενο όμως χρόνο που εκδίδονται οι άλλοι τόμοι περιλαμβάνεται το γεγονός με περισσότερη λεπτομέρεια:

«Ηρωικό θάρρος εξήντα γυναικών, που κινδύνευαν να παραδοθούν στη σκλαβιά των Τούρκων. Ρίχνουν τα παιδιά τους πάνω στους πολιορκητές σαν να ήταν πέτρες έπειτα, πιάνοντας το τραγούδι του θανάτου και κρατώντας η μιά το χέρι της άλλης, ρίχτηκαν στο βάθος της αβύσσου, όπου τα κομματιασμένα πτώματα των παιδιών τους δεν άφηναν μερικές να συναντήσουν το Χάρο, όπως θα το ήθελαν.»

Στη νεότερη αυτή αναφορά περιλαμβάνεται πλέον ο χορός 60 γυναικών καθώς και η βρεφοκτονία και αυτοκτονία τους, που ταυτίζεται με την αναφορά του Περραιβού, με επιπλέον μια σημείωση ημερομηνίας στο περιθώριο: 22 Δεκεμβρίου 1803 (π. ημερ.).

Αναφορά Κλ. Φωριέλ

Και ενώ έχει ξεκινήσει η επανάσταση των Ελλήνων, οι φήμες συνεχίζουν να φουντώνουν παράλληλα με τον φιλελληνισμό. Έτσι το 1823 ο Γάλλος ιστορικός ακαδημαϊκός και σπουδαίος φιλέλληνας Κλωντ Φωριέλ συγκεντρώνει τα υπομνήματα των τραγουδιών που θα εκδώσει το επόμενο καλοκαίρι του 1824. Σ΄ αυτά ο Φωριέλ αναφερόμενος στη 2η μέρα εκείνης της μάχης φαίνεται ν΄ ακολουθεί πιστά τον Περραιβό προσθέτοντας πολλές παραστατικές λεπτομέρειες:

«..ήταν ακόμα αβέβαιη, όταν εξήντα γυναίκες, βλέποντας πως στο τέλος θα σκοτώνονταν οι δικοί τους, μαζεύονται σ΄ ένα απότομο ψήλωμα στον γκρεμό, που στη μία πλευρά του ανοιγόταν ένα βάραθρο και στο βάθος του το ρέμα άφριζε ανάμεσα στους μυτερούς βράχους που γέμιζαν τις όχθες και τη κοίτη του. Εκεί αναλογίζονται τι έχουν να κάνουν, για να μη πέσουν στα χέρια των Τούρκων, που τους φαντάζονται κιόλας να τις κυνηγούν. Αυτή η απελπισμένη συζήτηση στάθηκε σύντομη, και η απόφαση που ακολούθησε ήταν ομόγνωμη. Οι περισσότερες απ΄ αυτές τις γυναίκες ήταν μητέρες, αρκετά νέες, και είχαν μαζί τα παιδιά τους, άλλες στο βυζί ή στην αγκαλιά, άλλες τα κρατούσαν από το χέρι. Η κάθε μια πήρε το δικό της, το φίλησε για τελευταία φορά και το έριξε ή το έσπρωξε γυρνώντας το κεφάλι στον διπλανό γκρεμό. Όταν δεν είχαν πια παιδιά να γκρεμίσουν, πιάστηκαν από τα χέρια και άρχισαν ένα χορό, γύρω – γύρω, όσο πιο κοντά γινόταν στην άκρη του γκρεμού και η πρώτη απ΄ αυτές, αφού χόρεψε μια βόλτα φτάνει στην άκρη, ρίχνεται και κυλιέται από βράχο σε βράχο ως κάτω στο φοβερό βάραθρο. Ωστόσο ο κύκλος, ή ο χορός συνεχίζει να γυρνάει, και σε κάθε βόλτα μια χορεύτρια αποκόβεται με τον ίδιο τρόπο, ως την εξηκοστή. Λένε πως από κάποιο θαύμα, μία απ΄ αυτές τις γυναίκες δεν σκοτώθηκε πέφτοντας».

Η λεπτομερής αυτή περιγραφή του Χορού του Ζαλόγγου, με τις εξήντα γυναίκες προσέδωσε μια ιδιαίτερη χρονικά αυτοτέλεια με μια παράλληλη πληρότητα αυτοθυσίας, αντί αυτοκτονίας, εξαίρετης συγκίνησης και θαυμασμού με διεθνή πλέον εμβέλεια που και κυριάρχησε σ΄ όλες τις μετέπειτα ιστορικές αναφορές.

Σημείωση

Διευκρινίζεται ότι το δημοτικό τραγούδι "Έχε γειά καημένε κόσμε" που αναφέρεται στο περιστατικό ως χορός του Ζαλόγγου έχει προσδιοριστεί, όπως σημειώνει ο Αλέξης Πολίτης, ότι είναι δημιούργημα του 1908.

Παρόμοια Περιστατικά

Στην Νάουσα Ημαθίας το 1822 κατά την πολιορκία και την καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους, αρκετές Ναουσαίες με τα παιδιά και τα μωρά τους, παίρνοντας ίσως δύναμη και από τις Σουλιώτισσες, πήδηξαν όλες μαζί, μια μια στα αφρισμένα νερά του ποταμού Αράπιτσα, από τον γκρεμό, βρίσκοντας ηρωικό θάνατο για να γλιτώσουν από την σκλαβιά και την ατίμωση.

Κατά τις επιχειρήσεις του Ελληνοτουρκικού Πολέμου στην Ήπειρο το 1897, περίπου στην ίδια περιοχή, λίγο έλειψε να επαναληφθούν σκηνές Ζαλόγγου στις 24 Απριλίου (παλ. ημ/γιο). Τότε οι κάτοικοι του χωριού Καμαρίνα είχαν οπλιστεί και κατέλαβαν το παλαιό οχυρό κοντά στο χωριό Ιμάμ Τσαούς ελέγχοντας το δρόμο από Πρέβεζα προς Λούρο. Εναντίον τους εστάλη ισχυρή δύναμη αρχικά 2 λόχων και 30 έφιππων χωροφυλάκων, αργότερα δε από την Πρέβεζα δύο τάγματα και 300 εθελοντές. Οι κάτοικοι της Καμαρίνας, μαζί με γυναίκες και παιδιά, αποσύρθηκαν από το φρούριο και υποχώρησαν αρχικά προς το χωριό τους το οποίο όμως πυρπολήθηκε και πολλοί σκοτώθηκαν. Κατά τη μαρτυρία κατοίκου της Καμαρίνας που διασώθηκε, οι κάτοικοι κατέφυγαν κοντά στη μονή του Ζαλόγγου, περίπου μισής ώρας απόσταση από το χωριό. Εκεί συγκεντρώθηκαν περίπου 130 Καμαρινιώτες, άνδρες και γυναικόπαιδα, μαζί με περίπου 20 εθελοντές από άλλα μέρη, εκ των οποίων 14 Λευκαδίτες. Περικυκλώθηκαν από τις τουρκικές δυνάμεις και από εκατοντάδες ατάκτων Αλβανών που είχαν συγκεντρωθεί με την προοπτική της λείας. Προς στιγμήν από τους Έλληνες μαχητές αποφασίστηκε ένα νέο Ζάλογγο και μάλιστα μια γυναίκα έπεσε από τα βράχια και σκοτώθηκε. Οι Τούρκοι εξεπλάγησαν από το γεγονός και σταμάτησαν το πυρ, και έτσι έγινε δυνατό να διαφύγουν οι περισσότερες γυναίκες με την κάλυψη του σκότους.

Κατά τη απόβαση των Τούρκων στα Ψαρά (1821) και την περίφημη καταστροφή του νησιού, έγινε επίσης αυτο-ανατίναξη ομάδας αμυνομένων, με τη σύμφωνη γνώμη των γυναικών, όταν συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούν πλέον να αντισταθούν και ότι οι Τούρκοι είναι έτοιμοι να προχωρήσουν στην αρπαγή των γυναικών και παιδιών. Επίσης νέες γυναίκες αυτοκτόνησαν πέφτοντας στη θάλασσα για να μη συλληφθούν ζωντανές.

Το Ζάλογγο ως στόχος της "αποδομητικής σχολης" της Ελληνικής Ιστοριογραφίας

Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι περί το τέλος του 20ου και αρχές του 21ου αιώνα η αποσύνθεση των εθνικών ταυτοτήτων μέσω της αποσύνθεσης των εθνικών "αφηγήσεων" έγινε κυρίαρχο πρόταγμα της δυτικής ιστορικής και κοινωνιολογικής σκέψης, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τα έθνη της περιφέρειας (Καραμπελιάς, σελ. 10). Στην Ελλάδα η σχετική "σχολή" έχει ως κύριο στόχο την ιστορία των Σουλιωτών επειδή αυτοί καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στην ελληνική ιστορική συνείδηση λόγω του μακρόχρονου αγώνα τους, επί δύο αιώνες, κατά των Τούρκων. Το Ζάλογγο, όπως και το Κούγκι κ.ά., αποτελούν λέξεις/σημαίνοντα που στο υποσυνείδητο των Ελλήνων ταυτίζονται με την αγωνιστική διάθεση της νεώτερης Ελληνικής ταυτότητας. Για τον λόγο αυτό επιχειρείται να πληγεί η αληθοφάνεια του γεγονότος και ο ηρωικός χαρακτήρας των ατόμων που σχετίζονται με αυτό.

De Siris