Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Ολοκαύτωμα Νάουσας


Ολοκαύτωμα Νάουσας

Η καταστροφή της Νάουσας (ή Ολοκαύτωμα της Νάουσας) ήταν αιματηρό επεισόδιο της επανάστασης του 21 που συνέβη στις 13 Απριλίου 1822.

Τα γεγονότα πριν την πολιορκία

Στην περιοχή προετοιμαζόταν από το τέλος του έτους 1821 η επανάσταση και οι Τούρκοι αποφάσισαν να πάρουν αυστηρά προληπτικά μέτρα για να την αποτρέψουν. Τον Ιανουάριο του 1821, ο βαλής της Θεσσαλονίκης Εμπού Λουμπούτ φυλάκισε ως ομήρους μέλη από τις σημαντικότερες οικογένειες των πόλεων της Δυτικής Μακεδονίας. Άλλοι όμως, ανάμεσά τους οι οπλαρχηγοί Αναστάσιος Καρατάσος και Αγγελής Γάτσος καθώς και ο ισχυρότατος πρόκριτος της Νάουσας Ζαφειράκης Θεοδοσίου Λογοθέτης αρνήθηκαν, προβάλλοντας διάφορες προφάσεις, να προσέλθουν. Έχοντας εκτεθεί με αυτή τους την πράξη, αποφάσισαν να κηρύξουν την επανάσταση, μετά από συσκέψεις στη Μονή Παναγίας Δοβρά. Κατά τον Γεώργιο Φιλιππίδη, η κήρυξη της επανάστασης έλαβε χώρα την 22η Φεβρουαρίου 1822, Κυριακή της Ορθοδοξίας, στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου με πανηγυρική δοξολογία και ορκωμοσία αγωνιστών.

Κατά νεότερη άποψη, η κήρυξη της επανάστασης στη Νάουσα έγινε περί τα μέσα Μαρτίου 1822.

Αμέσως μετά, 1.800 επαναστάτες προχώρησαν σε επίθεση εναντίον της Βέροιας. Η επιχείρηση όμως, παρά την αρχική επιτυχία της, εγκαταλείφθηκε, λόγω της έγκαιρης προσέλευσης πολυάριθμου τουρκικού στρατού υπό τον κεχαγιάμπεη του βαλή της Θεσσαλονίκης, Μεχμέτ Αγά, πιθανώς λόγω προδοσίας. Επίσης είχαν μια πρόκαιρη επιτυχία, στις 12 Μαρτίου, στη μονή της Παναγίας της Δοβράς, όπου 200 Έλληνες απέκρουσαν 4.000 Τούρκους του Μεχμέτ Αγά, με τη βοήθεια και των ανδρών του Γάτσου και του Ζαφειράκη, σκοτώνοντας 300 από αυτούς. Στη συνέχεια, οι Τούρκοι κατέλαβαν το μοναστήρι, ενώ οι Έλληνες αποτραβήχτηκαν στη Νάουσα.

Η πολιορκία

Ο βαλής της Θεσσαλονίκης, Εμπού Λουμπούτ, ανέλαβε ο ίδιος την ηγεσία της επίθεσης εναντίον της Νάουσας, επικεφαλής 20.000 ανδρών, από τους οποίους οι μισοί τουλάχιστον ήταν τακτικός στρατός και οι υπόλοιποι άτακτοι. Την πόλη υπεράσπιζαν 4.000-5.000 επαναστάτες.

Στις 26 Μαρτίου, ο Εμμπού Λουμπούτ ζήτησε από τους επαναστάτες να καταθέσουν τα όπλα «ίνα τύχουν συγγνώμης», προειδοποιώντας τους ότι σε αντίθετη περίπτωση θα έχουν «πολύ δυσάρεστον τέλος». Η απάντηση των Ναουσαίων ήταν αρνητική και έτσι στις αρχές Απριλίου άρχισε η πολιορκία. Τις επόμενες ημέρες, οι Τούρκοι πραγματοποίησαν πολλές εφόδους εναντίον των καίριων θέσεων που κρατούσαν οι Έλληνες, χάνοντας πολλούς στρατιώτες. Όμως τη νύχτα της 12ης Απριλίου, μετά από γενική επίθεση και σφοδρό κανονιοβολισμό των ελληνικών θέσεων, προκάλεσαν ρήγμα στη θέση Αλώνια και κατάφεραν να μπουν, από την πύλη του Αγίου Γεωργίου, στην πόλη. Ακολούθησε ηρωική αντίσταση των κατοίκων, με σκληρές οδομαχίες και η πόλη καταλήφθηκε την επόμενη ημέρα, Πέμπτη 13 Απριλίου. Ωστόσο, ο Ζαφειράκης με τον Καρατάσο, τον Διαμαντή Νικολάου και 500 συντρόφους τους, αμύνθηκαν για 3 μέρες, κλεισμένοι στον πύργο του πρώτου, στα νοτιοδυτικά της πόλης, διευκολύνοντας τη φυγή πολεμιστών και γυναικοπαίδων. Όταν ο αποκλεισμός του πύργου του Ζαφειράκη έγινε στενότερος, οι πολιορκημένοι πραγματοποίησαν έξοδο και βρήκαν καταφύγιο στο όρος Βέρμιο.

Εν τω μεταξύ η πόλη είχε μεταβληθεί σε κόλαση από τις σφαγές. Δεκατρείς νέες γυναίκες προτίμησαν να πέσουν στον καταρράκτη της γέφυρας της Αράπιτσας για να μην ατιμαστούν από τους Τούρκους. Στη σφαγή της Νάουσας έλαβαν μέρος και 600 Εβραίοι της Θεσσαλονίκης που ακολουθούσαν τους Οθωμανούς. Οι νεκροί και οι αιχμάλωτοι, κατά τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη, έφτασαν τις 5.000 ενώ, κατά τον ίδιο ιστορικό, σημειώθηκαν ανηλεείς βαρβαρότητες σε βάρος των αιχμαλώτων και των γυναικοπαίδων. Τη μανία των Τούρκων εναντίον των αμάχων πιστοποιεί και έγγραφο του ίδιου του Εμπού Λουμπούτ. Κατά νεότερη εκτίμηση, οι νεκροί από τις μάχες και τις σφαγές έφτασαν τους 2.000.

Για την συνεισφορά της στον Αγώνα για την απελευθέρωση από τους Τούρκους, η Νάουσα είναι η μόνη πόλη που φέρει τον τίτλο «ηρωική», με Βασιλικό Διάταγμα του 1955.

Συνέπειες

Μετά την καταστροφή της Νάουσας, η επανάσταση στη Μακεδονία ουσιαστικά έσβησε, αν και συνεχίστηκαν κάποιες εχθροπραξίες στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας. Υπολογίζεται ότι 50 ή, κατ' άλλο υπολογισμό, 120 χωριά και κωμοπόλεις της Δ. Μακεδονίας καταστράφηκαν από τους Τούρκους, οι οποίοι σκότωσαν πολλούς Έλληνες ενώ με σουλτανικό φιρμάνι αποδόθηκαν στο οθωμανικό δημόσιο όλες οι αγροτικές ιδιοκτησίες και τα τσιφλίκια.

De Siris