Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Γιώργος Κατσαρός

Γιώργος Θεολογίτης

Ο Γιώργος Θεολογίτης (Κατσαρός), σύμφωνα με επίσημα πιστοποιητικά, γεννήθηκε στην Αμοργό σ’ ένα αγροτόσπιτο στην Αγία Μαρίνα στις 20 Δεκεμβρίου 1888 από τον Νικόλαο Θεολογίτη και την Άννα Στούπη και πέθανε στις 23 Ιουνίου 1997.

Μαρτυρίες του συγγενικού του περιβάλλοντος ωστόσο λένε οτι ήταν νόθο παιδί, το οποίο γεννήθηκε στην Αθήνα από άγνωστο πατέρα, και έπειτα ήρθε στην Αμοργό με την μητέρα του Άννα η οποία ήταν αδερφή (και όχι γυναίκα) του Νικολάου Θεολογίτη. Το “Στούπη” δηλαδή ήταν παρατσούκλι το οποίο δόθηκε στον πατέρα της Άννας λόγω της αγάπης του προς το ποτό. Η Άννα το κράτησε χρησιμοποιώντας το στην Αθήνα. Έτσι λοιπόν όταν η Άννα έφερε τον, μωρό τότε, Γιωργάκη στην Αμοργό πήρε το επώνυμο Θεολογίτης από τον αδερφό της Νικόλαο Θεολογιτή.

Γύρω στο 1900, κατεβαίνει προς αναζήτηση καλύτερης τύχης με την μητέρα του στην Αθήνα όπου της ειχε προταθεί δουλειά ως μαγείρισσα σε σπίτι υψηλόβαθμου στρατιωτικού. Λόγω του ταλέντου της στην μαγειρική, μετακομίζει στα Βασιλικά Ανάκτορα στο υπηρετικό προσωπικό του Βασιλέως Γεωργίου Α΄. Ο μικρός Γιωργάκης κατέβαινε συχνά στον Πειραιά για να δει έναν θείο του χωροφύλακα, και εκεί γνωρίζει τον κόσμο του ρεμπέτικου, τους γέρους κουτσαβάκηδες, τους τεκέδες του Μάνθου και του Καρίπη, κα. Εκεί ακούει διάφορα τραγούδια τα οποία θα ηχογραφήσει στην μετέπειτα πορεία του, και αποτελούν μοναδικά μουσικά δείγματα των εποχών του 19ου αιώνα. Κιθάρα άρχισε να μαθαίνει από μικρός, και ποτέ στην ζωή του δεν ασχολήθηκε με άλλο όργανο.

Το 1905 σε ηλικία 17 χρονών, αρχίζει και παίζει επαγγελματικά σε διάφορα κέντρα του Ν. Φαλήρου, του Πειραιά και της Αθήνας.

Το 1909, φεύγει πρώτη φορά για την Αμερική αφού ένας συγγενής του είχε εξασφαλίσει δουλειά σε ένα δικό του κέντρο. Ξαναγυρίζει στην Ελλάδα το 1913 για σύντομο χρόνο και αναχωρεί τον Δεκέμβριο. Το Ιανουάριο του 1914 φτάνει με πλοίο οριστικά πια στην Αμερική. Από κει και πέρα αρχίζει η λαμπρή ανοδική του πορεία.

Γίνεται πασίγνωστος στον κόσμο των Ελλήνων μεταναστών, λόγω της “ιδιομορφίας” του να παίζει και να τραγουδά με μια κιθάρα ένα τεράστιο ρεπερτόριο από ελαφρά επιθεωρησιακά, ρομάντζες, ξένα τραγούδια (ιταλικά, ισπανικά, αμερικάνικα), ως βαριά ρεμπέτικα, σμυρνείκα, κα. Γνωρίζεται με τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες της Αμερικής όπως την Μαρίκα Παπαγκίκα, την κα Κούλα, την Αμαλία Βάκα, τον Λεωνίδα Σμυρνιό, κα, καθώς και με πολλούς οργανοπαίχτες.

Το 1918 τον ακούει σε ένα κέντρο ο υπεύθυνος ξένου ρεμπερτορίου της Αμερικανικής εταιρείας δίσκων RCA Victor και τον καλεί να ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο με δύο τραγούδια το “Ax, Κακούργα Έλλη” και το “Ελληνική Απόλαυσις” (ο τίτλος αυτός δόθηκε από τους Αμερικάνους παραγωγούς για λόγους διαφήμισης, ο κανονικός τίτλος είναι “Σαν πεθάνω στο καράβι”). Έκτοτε ηχογράφησε πάρα πολλά τραγούδια και έγινε γνωστός πέρα από τους κύκλους των Ελλήνων μεταναστών. Στην πορεία του τον άκουσαν πάρα πολλές προσωπικότητες όπως ο Κλαρκ Γκέιμπλ, ο Αλ Καπόνε, ο Αντρέας Σεγκόβια, ενώ ο ίδιος ο πρόεδρος Ρούσβελτ τον είχε καλέσει στο Λευκό Οίκο το 1942. Πήγε πολλές περιοδείες στην Αυστραλία, στην Κίνα, στις Ινδίες, στην Αφρική, και αλλού (πράγμα τρομερό για την εποχή) πάντοτε δίνοντας προτεραιότητα και ενδιαφερόμενος για τους Ελληνες μετανάστες. Βασικό του μέλημα ήταν η διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας, της θρησκείας και των παραδόσεων. Με άλλα λόγια η διάσωση της πνευματικής μας κληρονομιάς. Στην Ελλάδα έγινε γνωστός μετά την δεκαετία του ’60…

Ο Γιώργος Κατσαρός στα σόλα του έπαιζε κιθάρα με ένα δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο. Ενώ έπαιζε τη μελωδία με τις κάτω χορδές, ταυτόχρονα χρησιμοποιούσε τις μπάσες χορδές της κιθάρας με τρόπο που θύμιζε έντονα το ίσο κράτημα στη βυζαντινή μουσική ή το μπάσο κοντίνιουο στη μουσική μπαρόκ. Σε συνέντευξη του λέει τα έξης γι’αυτό : “Η οικογένειά μου είναι πολύ θρήσκοι. Από μικρός πήγαινα στην εκκλησία και κρατούσα το «ίσο» στους ψάλτες. Τα εκκλησιαστικά τροπάρια είναι η βάση. Πάντα ρωτούσα τους ψάλτες. Το βαρύ ρεμπέτικο είναι μια ψαλμωδία. Ένας μανές, ένα μινόρε, ένα ματζόρε. Αυτά τα ξέρανε οι καλλιτέχνες…” . Θρήσκος άνθρωπος ο ίδιος, πολλές φορές όπου πήγαινε έδινε συναυλίες χωρίς χρήματα για χτήσιμο Εκκλησιών. Η πρώτη εκκλησία που βοήθησε ήταν ο Αγιος Γεώργιος στη Νέα Υόρκη. Μόνο για την περιοχή του Σικάγου, μέχρι σήμερα, με πρωτοβουλία του Κατσαρού, έχουν κτιστεί 25 ναοί.

Το 1995 έγινε στη Θεσ/νίκη το πρώτο παγκόσμιο συμβούλιο απόδημου Ελληνισμού. Παρόν κι εκεί ο αιωνόβιος γέροντας, ένας ζωντανός θρύλος, παραβρέθηκε και μίλησε στους αποδήμους, που είχαν την μοναδική ευκαιρία να αντλήσουν συμπεράσματα και συμβουλές από την 100ετή εμπειρία του.

Ο Γιώργος Κατσαρός πέθανε στις 23 Ιουνίου 1997


De Siris