Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Ιωάννης Εμμανουήλ

Ιωάννης Εμμανουήλ

Ο Ιωάννης Εμμανουήλ γεννήθηκε το 1774 στην Καστοριά και εκτελέστηκε στις 24 Ιουνίου 1798 στο Βελιγράδι, φοιτητής της ιατρικής στη Βιέννη υπήρξε στενός συνεργάτης και συμμάρτυρας του Ρήγα Βελεστινλή.

Ιστορικά στοιχεία

Από την Πέστη, όπου αρχικά σπούδαζε, πήγε στη Βιέννη και εκεί, φοιτητής Ιατρικής, γνώρισε τον Ρήγα, το φθινόπωρο του 1796. Ενώ το 1797 ενθουσιάστηκε με τα επαναστατικά σχέδια του, όπως φαίνεται και από το αισιόδοξο αλληγορικό πατριωτικό στιχούργημα με τίτλο «Ωδάριον συγχαριστικόν εις το νέον έτος προσφωνηθέν τοις ομογενέσι και φιλοπάτρισιν υπό Ιωάννου Εμμανουήλ του Καστοριανού». (αποτελείται από 78 δεκατρισύλλαβους ιαμβικούς στίχους, σαν του «Θούριου»). Στους τελευταίους στίχους η θεά Αθηνά, που τα χέρια τns είναι δεμένα με σίδερα, περιμένει να ομονοήσουν οι Έλληνες για να έλθει η μέρα της Ελευθερίας.

Η συνεργασία του με τον Ρήγα Φεραίο

Ο Ιωάννης Εμμανουήλ ήταν απ' τους τελευταίους που συνέλαβε η αυστριακή αστυνομία, στην ανάκριση ομολόγησε ότι γνώριζε τον Ρήγα, ότι είχε παραλάβει από τον ίδιο ένα χειρόγραφο του «Θούριου» και επίσης ότι ο Ρήγας του έδωσε κρυφά σε ένα καφενείο της Βιέννης τρία αντίτυπα της επαναστατικής προκήρυξης. Όταν ο Ρήγας έφθασε στην Βιέννη το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου του 1795, βρήκε εκεί μία ακμάζουσα ελληνική κοινότητα, όχι μόνον στον οικονομικό τομέα αλλά και στον πνευματικό και πολιτιστικό. Το έδαφος ήταν γόνιμο για να σπείρει τις ιδέες και τα οράματά του. Υπήρχε ένας ενθουσιασμός και αναβρασμός ψυχής μεταξύ των μορφωμένων και μη Ελλήνων, οι οποίοι διαποτισμένοι με τις ιδέες του διαφωτισμού και παρακολουθούντες τα κοσμοϊστορικά γεγονότα, που διαδραματίζονταν στον ευρωπαϊκό χώρο μετά την γαλλική επανάσταση και κατά τους ναπολεόντιους πολέμους πιστεύοντας ότι ήρθε η ώρα που τα αγαθά αυτά της ελευθερίας θα τα απολάμβαναν και οι δουλομένοι αδελφοί τους.

Κυκλοφορούσε ήδη από του 1791 στην Βιέννη από τους Σιατιστινούς αδερφούς Μαρκίδες Πούλιου, επισήμως και κατόπιν αδείας της αυστριακής κυβερνήσεως, ή πρώτη ελληνική εφημερίδα με τον τίτλο "Εφημερίς" (και με την μακροσκελή επεξήγηση: είτ’ ουν ακριβές απάνθισμα των κατά τον ενεστώτα χρόνον αξιολογωτέρων, ναι μην και ακριβεστέρων παγκομίων συμβεβηκότων, άπερ φιλοπόνως και εμμελώς, δίκην μελίσσης, απανταχόθεν συλλεχθέντα, χάριν της επωφελούς των πολλών περί τα νέα περιεργίας φιλοφρόνως εκδίδονται). Η "Εφημερίς" είχε τεράστια επιτυχία. Κυκλοφορούσε και διαβάζονταν στην Βιέννη και σ' όλες τίς πόλεις της Αυστροουγγαρίας και των παραδουναβίων ηγεμονιών και σ' αυτήν την Όθωμανική αυτοκρατορία, όχι μόνον από τους Έλληνες αλλά και από τις άλλες εθνότητες ακόμη και απ' αυτούς τους Τούρκους. Έκτός από την τρέχουσα ειδησεογραφία περιείχε επιστημονική ύλη, περικοπές από αρχαία ελληνικά συγγράμματα για την διατήρηση και ενίσχυση της εθνικής συνειδήσεως, και είχε το θάρρος να αναγράφει τις νίκες του Ναπολέοντος στην Ιταλία και να προπαγανδίζει και να διαδίδει στους αναγνώστες της τις ιδέες των δικαιωμάτων τού ανθρώπου και του πολίτου, όπως αυτές καθορίσθηκαν από τις αρχές της γαλλικής επαναστάσεως. Σ' αυτούς απευθύνθηκε ο Ρήγας και απ' αυτούς επέλεξε τους στενούς του συνεργάτες, όλους νεαρούς, μεταξύ των όποιων και από τους πιο στενούς του ήταν οί Καστοριανοί αδελφοί Εμμανουήλ, Ιωάννης και Παναγιώτης και ο Γεώργιος Θεοχάρης, οι Σιατιστινοί Θεοχάρης Τουρούντζιας, Κωνσταντίνος Δούκας και οι αδελφοί Μακρίδαι-Πούλιοι και ο Κοζανίτης Γεώργιος Σακελλάριος. Τον Ιούνιο του 1798, ο 24χρονος Ιωάννη Εμμανουήλ και ο μικρότερος αδελφός του Παναγιώτης (22 ετών) παραδόθηκαν από τις αυστριακές αρχές στον Τούρκο Διοικητή στα σύνορα του Βελιγραδίου μαζί με τον Ρήγα και άλλους τέσσερις συντρόφους του και αφού στραγγαλίσθηκαν ερρίφθησαν στον παραπόταπο του Δούναβη, τον Σαύο.

Ιωάννης Εμμανουήλ ως Λόγιος

Εκτός από τις σπουδές του της ιατρικής ασχολείτο και με τις άλλες επιστήμες και οι γνώσεις του ήταν πολυσχιδείς. Συνέγραψε ένα βιβλίο μαθηματικών, ένα αντίγραφο του οποίου χάρισε στον Ρήγα, ο οποίος το έφερε πάντοτε μαζί του και βρέθηκε στις αποσκευές του κατά τον χρόνο της συλλήψεώς του. Ασχολείτο επίσης και με την ποίηση. Στο πρωτοχρονιάτικο τεύχος του 1797 η "Εφημερίς", δημοσίευσε ένα ποίημα του Ιωάννου με τον τίτλο: «Ωδάριον συγχαριστικόν εις το Νέον Έτος προσφωνηθέν τοις ομογενέσιτε και φιλοπάτρισιν, υπό Ιωάννου Εμμανουήλ του Καστοριανού». Το προσφωνηθέν σημαίνει, ότι ο Ιωάννης πρέπει να απήγγειλε το ποίημα αυτό σε συγκέντρωση των ομογενών της Βιέννης για το Νέο Έτος, άρα ελογίζετο από τους μορφωμένους και λόγιους άνδρες της παροικίας για να του ανατεθεί η συγγραφή και απαγγελία του ποιήματος, καθώς και η δημοσίευσής του στην "Εφημερίδα". Διαβάζοντας το ποίημα αυτό και κρίνοντάς το με τα κριτήρια της εποχής του, βλέπουμε τον Ιωάννη να εκφράζεται σε μια αρχαΐζουσα γλώσσα, δείγμα ότι κατείχε τα αρχαία ελληνικά, να γνωρίζει καλά την ελληνική μυθολογία και να συντάσσει ένα ποίημα με όλους τους κανόνες της ποιητικής, ομοιοκαταληξίες, ρίμες κ.λ.π. Στο ποίημα αυτό βρίσκει την ευκαιρία να εκφράσει τα πατριωτικά του αισθήματα, τον πόνο του για την δουλεία του Γένους και τον πόθο του να ιδεί ελευθερωμένη την προσφιλή του πατρίδα. Αφού πλέκει κατ' αρχάς το εγκώμιο του νέου έτους και τα χαρίσματα με τα οποία το προίκισαν οι θεοί, για τα οποία όλοι χαίρουν, θεοί και άνθρωποι, πλην της Αθηνάς, υπονοώντας την Ελλάδα, η οποία λυπάται και κλαίει γιατί η αντίπαλός της θεά Εκάτη, η Σελήνη, υπονοώντας την Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία είχε ως έμβλημα την ημισέληνο, μαζί με την Έριδα κρατούν υπόδουλη την προσφιλή της πατρίδα. Παρακαλεί δε τον πατέρα της Κρονίδη και τους λοιπούς θεούς να την σπλαχνισθούν και να απαλλάξουν το προσφιλές της γένος από τα δεινά, που επισωρεύει επ' αυτού η μισητή Εκάτη. Ελπίζει δε, ότι όταν εκλείψει η Έρις, θα δυνηθεί να ελευθερωθεί το Γένος και θα αναστηθεί η πατρίς μας η κλεινή:

΄Αχ Πάτερ έως πότε, Ἐκάτη ἡ δεινή
΄Ως πότε νά μέ θλίβη; καί νά μέ τυραννᾕ.
Ἐπίβλεψον Κρονίδη, σπλαγχνίσθητε Θεοί!
Λυπήθητέ μ' ἐμένα, ὦ φίλοι Ἀχαιοί.

΄Ω έθνος μου, ὦ γένος, ὦ φίλτατε λαέ
Εἰς τάς πληγάς μου κλαύσον, άχ κλαύσον Δαναέ.
Ἀπέμειν' ἐγώ μόνη ἀπ' όλας τάς Θεᾶς
Δυστυχεστάτη ὄντως, τάς νῦν, τάς παλαιάς.

Τό δόρυ συντριμμένον στούς πόδας τἢς δεινἢς
Θεᾶς τἢς ἀντιπάλου Ἐκάτης τἢς κλεινἢς.
Ὀ θώραξ μου, τό σάκκος, ἀσπίς ἡ κρατερά,
Ριμμένα τά πατοῦσιν. Ώ θέα φοβερά!

Αἱ χεῖρες μου δεμέναι, μέ σίδηρα σφικτά
Γελᾶ μέ τήν Ἐκάτην, ἡ Έρις δυνατά.
΄Ω Έρις πικροτάτη ἀπό τάς Ἐριννύς
Σύ ἢσουν ἡ αἰτία, ἐσύ μέ τυραννείς.

΄Α! κάκισται δέν εἶμαι, ἀπ' ὄλα μου γυμνή
Τά ὄπλα ὡς θαρρεῖτε, ἀλλ' είν' ἡ φαεινή
Η περικεφαλαία στήν κεφαλήν μ' αὐτήν

Η Έρις μον' νά λείψη, καί ἔχω ποθητήν
μετέπειτα ἐλπίδα νά ἐλευθερωθῶ.
Παράσημα μου ὄλα λαμπρὡς νά ενδυθῶ.

Τό φίλτατόν μου ἔθνος δέν μέ ἀλησμονᾶ.
Παντοῦ μέ ἐνθυμεῖται, πατρίς δέν τό πλανᾶ
Νά τό κρατήση ξένη, ἀλλ' ἔχει τάς καλάς
Ἀθήνας ν' ἀναστήση, ἀφ' οὖ μεταβολάς

Ἀμεταβλήτους πάθη Ἐκάτη ἡ δεινή
ἡ φίλη πάλιν Πατρίς μας ἡ κλεινή.


De Siris