Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Ιερός Αυγουστίνος


Ιερός Αυγουστίνος

Ο Αυγουστίνος Ιππώνος ή Άγιος Αυγουστίνος ή Ιερός Αυγουστίνος, πλήρες λατινικό όνομα Aurelius Augustinus, γεννήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 354 και πέθανε στις  28 Αυγούστου 430 υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους χριστιανούς στοχαστές και θεολόγους της εποχής του καθώς και ένας από τους πολυγραφότερους συγγραφείς της λατινικής πατρολογίας.

Ο Βίος του

Γεννήθηκε στην Ταγκάστη (Thagaste) της Νουμιδίας της Αφρικής, το σημερινό Σουκ Αράς της Αλγερίας, μικρή ορεινή επαρχιακή πόλη. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος της Αγίας Μόνικας - όνομα Βερβέρικο - και του Πατρικίου, Ρωμαίου πολίτη ειδωλολάτρη ως προς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ο πατέρας του βαφτίστηκε χριστιανός λίγο πριν πεθάνει.

Την πρώτη μόρφωσή του την έλαβε στην Ταγκάστα και ήταν λατινική αποκλειστικά, τα Μάδαυρα και εν συνεχεία σπούδασε ρητορική στην Καρχηδόνα, ακολουθώντας τις πατρικές επιθυμίες για ρητορικές σπουδές. Όταν πέθανε ο πατέρας του διέκοψε τις σπουδές του και επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Ένας όμως συντοπίτης του, ο Ρωμανιανός θέλησε να τον ενισχύσει οικονομικά για να συνεχίσει τις σπουδές του. Σε αυτόν θα αφιερώσει αργότερα το πρώτο του σύγγραμμα ο Αυγουστίνος.

Ο Ιερός Αυγουστίνος σε μικρή ηλικία ακολούθησε το φιλοσοφικό ρεύμα του Ορτενσίου του Μάρκου Τύλλιου Κικέρωνος. Εν συνεχεία εντάσσεται στο ρεύμα του Μανιχαϊσμού που ήταν σε ιδιαίτερη έξαρση τον 4ο αιώνα και παραμένει ακόλουθός του για 7 έτη. Σε ηλικία δεκαέξι ετών γνωρίζεται και με μία χριστιανή με την οποία ζει εκτός γάμου για δεκαπέντε χρόνια και αποκτά μαζί της έναν γιο, τον Αδεοδάτο. Θα την εγκαταλείψει μετά από σχετική προτροπή της μητέρας του, αργότερα στο Μιλάνο επειδή τον εμπόδιζε στην σταδιοδρομία του. Στο ίδιο διάστημα δρα ως διδάσκαλος της ρητορικής στην Ταγκάστα και την Καρχηδόνα. Το 383 μεταβαίνει στη Ρώμη, οπου και συνεχίζει το διδακτικό του έργο. Στη Ρώμη και μετά από έντονη εσωτερική αναζήτηση, καθώς πλέον και η διδασκαλία του Μανιχαϊσμού δεν κάλυπτε τις πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις του, θέλγεται από τη διδασκαλία του Αμβροσίου επισκόπου Μεδιολάνων και σε συνδυασμό με την έντονη ενασχόλησή του με τον Πλάτωνα προσέρχεται στο χριστιανισμό.

Το 387 βαπτίζεται Χριστιανός από τον Αμβρόσιο. Το 391 χειροτονείται ιερέας αφού ήδη από το 388 έχει επιστρέψει στην Βόρειο Αφρική. Το 395 εκλέγεται επίσκοπος Βασιλικού Ιππώνος (Hippo Regio), της Νουμιδίας. Εκεί θα ξεχωρίσει για την ποιμαντική του δραστηριότητα αλλά και την έντονη αντι-αιρετική του δράση.

Το τέλος της ζωής του ήλθε στις 28 Αυγούστου 430 κατα την διάρκεια της πολιορκίας της Ιππώνος από τους Βανδάλους, όταν προσεβλήθη από υψηλό πυρετό.

Η θεολογία του Αυγουστίνου

Πίστη και λόγος

Η πίστη και ο λόγος συνυπάρχουν με την διαφορά πως η πρώτη προηγείται χρονικά του δεύτερου. Και η μία προϋποθέτει την άλλη. Η πίστη και ειδικότερα η χριστιανική, αποσκοπεί ιδιαιτέρως στο να δείξει πως υπάρχουν και πράγματα που δεν είναι ορατά όπως υπάρχουν και τα ορατά. Η πίστη βασίζεται στην Αγία Γραφή η αυθεντικότητα της οποίας στηρίζεται στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Όσα περιέχονται σε αυτήν είναι προσλήψιμα δια της πίστεως κι όχι μόνο μέσω του νου.

Ανθρωπολογία-κοσμολογία

Στον Θεό δεν διακρίνει ουσία και άκτιστες ενέργειες. Στον νου του αμετάβλητου Θεού υπάρχουν ιδέες, ο κόσμος των νοερών, και βάσει αυτών εν χρόνω δημιουργούνται τα πράγματα και ο άνθρωπος , ο Αδάμ. Ένεκα των ουσιοκρατικών αντιλήψεών του υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ΄εικόνα όλης της Τριάδος κι όχι μόνο του Υιού, διότι τότε τα τρία πρόσωπα θα ήταν ανόμοια ως προς την ουσία τους. Ο άνθρωπος προικίζεται με ελεύθερη βούληση και μπορούσε να μην αμαρτήσει.[3] Ο άνθρωπος είναι σύνθετος, αποτελούμενος από σώμα και ψυχή:η δεύτερη διαφέρει του πρώτου καθώς είνα άυλη, απλή, νοερή ουσία και αθάνατη. Απορρίπτει την προΰπαρξη της ψυχής και ισχυρίζεται πως γεννήθηκε μαζί με τη γέννηση του σώματος που την φέρει. Διακρίνεται σε δύο μέρη: το κατώτερο που είναι η αισθητική ψυχή, και το ανώτερο που είναι η νοητική ψυχή. Στην αισθητική ψυχή αντιστοιχούν οι γνώσεις δια των αισθήσεων,η ηδονή και η λύπη. Στη νοητική ψυχή ανήκουν η μνήμη,η νόηση και η βούληση. Από τα τρία αυτά πιο σημαντικό για τον Αυγουστίνο είναι η βούληση, κυριότερο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ελευθερία.[4] Ο κόσμος παρουσιάζεται στη σκέψη του Αυγουστίνου, ιεραρχημένος κατά τρόπο πλατωνικό. Ό,τι αγαθότερο και αξιολογότερο βρίσκεται πιο ψηλά. Κι ο Θεός βρίσκεται στην κορυφή, όπως και το πλατωνικό αγαθό. Σε πιο χαμηλή θέση βρίσκονται τα φυσικά αντικείμενα, οι ανθρώπινες ψυχές ενδιάμεσα,οι ψυχές των αμαρτωλών χαμηλότερα από εκείνες των εναρέτων ανθρώπων. Η αξιολογική ιεράρχηση είναι μια μια ιεραρχία πραγματικότητας. Όσο πιο χαμηλά βρίσκεται κάτι τόσο πιο κοντά στο μηδέν βρίσκεται χωρίς να είναι ολοκληρωτικά μηδέν. Υπάρχουν κατά τρόπο μεταβλητό. Η αντίληψη αυτή της αλλαγής και μεταβολής είναι δάνεια, αριστοτελική. Μια άλλη παράμετρος αυτής της ιεράρχησης είναι και η συνθετότητα των δημιουργημάτων. Μόνο ο Θεός είναι αμετάβλητος και ασύνθετος.

Το καλό και το κακό

Με την ιεράρχηση του είναι συνδέεται και η ιεράρχηση του αγαθού: δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει κάποιο ποσοστό αγαθότητας. Ερχόμενος σε πλήρη διαφωνία με τον μανιχαϊσμό δεν δέχεται καμία απόλυτη ύπαρξη στο κακό. Επίσης δεν δέχεται και την μίξη καλού και κακού. Στην πραγματικότητα πρόκειται για βαθμίδες αγαθότητας. Το κακό συνδέεται με το ιεραρχημένο σύστημα του Αυγουστίνου και κατά έναν άλλο τρόπο: τα ανώτερα πράγματα πρέπει να άρχουν των κατώτερων πραγμάτων. Αυτή είναι η τάξη και η δίκαιη κατανομή. Αν ισχύει το αντίστροφο, δηλαδή τα κατώτερα εξουσιάζουν τα ανώτερα, τότε έχουμε το κακό, δηλαδή μια αντεστραμμένη ταξινόμηση.

Η πτώση του ανθρώπου

Η ελεύθερη βούληση προϋποθέτει την δυνατότητα επιλογής του καλού και του κακού και κατανοείται ως έφεση –επιθυμία έντονη(concupiscentia) που μπορεί να στραφεί προς το καλό και προς το κακό. Η προς το κακό έφεση επιθυμία έγινε η αιτία της πτώσης και συνιστά το προπατορικό αμάρτημα. Έτσι ο άνθρωπος δεν μπορεί να μην αμαρτήσει είναι μάζα καταδικασμένη και άρα μάζα απωλείας. Το προπατορικό αμάρτημα διαποτίζει όλο το ανθρώπινο γένος όχι λόγω μίμησης αλλά κληρονομικότητας επειδή στο είναι του Αδάμ ενυπήρξαμε όλοι ως ως ένας άνθρωπος. Αν και αγέννητοι ακόμα είμαστε μέσα στο σπέρμα από το οποίο προήλθαμε. Το σπέρμα ήταν διεφθαρμένο από την αμαρτία.

Η Τριαδολογία του Αυγουστίνου

Ο Τριαδικός θεός είναι απλός και άτρεπτος, και είναι απλός επειδή ταυτίζεται το έχειν με το είναι του. Αντίθετα ο κτιστός κόσμος είναι τρεπτός και σύνθετος και μπορεί να χάσει ό,τι έχει. Υπάρχει χαώδης διαφορά ανάμεσα στον Θεό και τον κόσμο, κι ο άνθρωπος δεν γνωρίζει επί της ουσίας τον Θεό. Το χάσμα αυτό όμως δεν είναι και αγεφύρωτο επειδή υπάρχει ένας μεσίτης ο Υιός του Θεού. Ο Τριαδικός θεός είναι συγχρόνως ενότητα και διάκριση των θείων προσώπων. Η ενότητα ξεκινά από την κοινή θεία ουσία και φύση και επεκτείνεται και στην κοινή θέληση, πράξη ή ενέργεια. Μέχρις εδώ ο Αυγουστίνος ακολουθεί την σκέψη των Καππαδοκών πατέρων, την οποία γνωρίζει έμμεσα μόνο, αφού αγνοεί την ελληνική γλώσσα, δια μέσου άλλων θεολόγων που την γνωρίζουν όπως ο Ιλάριος Πικταβίου και ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων. Ο Αυγουστίνος επιχειρεί να περιγράψει τις ενδοτριαδικές σχέσεις με εικόνες ειλημμένες από τις λειτουργίες της ανθρώπινης ψυχής: όπως είμαστε ,λέει, μια αδιαίρετη ενότητα, αλλά αποτελούμαστε από ‘’μνήμη’’, ‘’νου’’ και ‘’θέληση’’ έτσι συμβαίνει και με τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Αποκλίνει από την Καππαδοκική θεολογία κατά το ό,τι δίνει έμφαση στη ενότητα του τριαδικού Θεού παρά στις υποστατικές διακρίσεις, εκκινώντας από την ‘’φύση’’ ή ‘’ ουσία’’ του Θεού κι όχι από τα ‘’Πρόσωπα’’. Αντίθετα οι Καππαδόκες εκκινούν από τα ‘’Πρόσωπα’’ και στη συνέχεια επιχειρούν κατά το δυνατόν να μιλήσουν για τη θεία φύση. Ο Αυγουστίνος αναπτύσσει την περί σχέσεων θεολογία του για να απαντήσει στον Αρειανισμό, ο οποίος θεωρούσε πως στον Θεό δεν υπάρχει συμβεβηκός, δηλαδή αλλαγή ή ποιότητα., κάτι που συνεπαγόταν πως ο Υιός ήταν ετερούσιος. Ο Αυγουστίνος απαντούσε πως, η μεταξύ του Υιού και του Πατρός σχέση είναι σχέση ουσίας. Και οι δύο είναι ομοούσιοι. Ένα μειονέκτημα της θεολογίας του ήταν η ανυπαρξία στην λατινική γλώσσα όρων επαρκών να αποδώσουν της θεολογικές έννοιες. Έτσι για τον όρο ‘’Υπόστασις’’ χρησιμοποιεί τον όρο ‘’Πρόσωπο’’ και αποδίδει στην λατινική τον όρο ‘’Υπόστασις’’ ως substantia, ο οποίος χρησιμοποιείται για να αποδοθεί η ουσία και το θείο είναι.  Ανεξάρτητα από αυτό ο λόγος που ο Αυγουστίνος δεν αναπτύσσει εκτενώς μία τριαδική θεολογία έχει να κάνει με το ενδεχόμενο να οδηγηθεί στην παραδοχή τριών θεοτήτων ή μιας τριπλής θεότητας. Η περί των σχέσεων των τριών προσώπων της θεότητας θεολογία του έχει αριστοτελική φιλοσοφική ρίζα.

Μυστικισμός

Λόγω των πλουσιότατων περιγραφών των πνευματικών του καταστάσεων θεωρήθηκε και θεωρείται μυστικός συγγραφέας. Δεν έγραψε κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο πάνω στον μυστικισμό. Απουσιάζει μια συστηματική μυστική διδασκαλία. Σπάνια περιγράφει στάδια καθάρσεως και πνευματικών αναβάσεων, ελάχιστα μιλάει για τρόπους και διαδικασίες ψυχοσωματικής ασκήσεως. Κατά κύριο λόγο εκθέτει ό,τι αισθάνεται ως μεταστραφείς και εν μετανοία ζων χριστιανός όχι ό,τι βιώνουν οι μυστικοί θεολόγοι. Αντίθετα ,άλλοι ερευνητές θεωρούν πως ο μυστικός χαρακτήρας της Αυγουστίνειας σκέψης και προσωπικότητας φαίνεται από τον αποφατικό τρόπο αναφοράς του στο θείο, από την περιγραφή μυστηριακών εμπειριών στα Απομνημονεύματά του, που δεν είναι οράματα αλλά «καταληπτές αισθήσεις –λάμψεις πνευματικού φωτός». Ο Χρήστος Νάσιος καταδεικνύει τον μυστικισμό του Αυγουστίνου στηριζόμενος και στο ότι ο Αυγουστίνος αναφέρεται στα επτά στάδια ανάβασης της ψυχής. Αυτή ολοκληρώνεται όταν στο έκτο στάδιο συντελεσθεί η ηθική κάθαρση της ψυχής και τότε, αφού φωτιστεί από το θείο φως, ανεβαίνει στο έβδομο και τελευταίο στάδιο για να απολαύσει τη θεία Σοφία. Την άνοδο της ψυχής μέχρι την είσοδο της θείας οικίας περιγράφει και στην ερμηνεία του στον 41ο Ψαλμό. Ωστόσο η ψυχή επειδή είναι ακόμη δεμένη με το σώμα δεν μπορεί να εισέλθει πλήρως στον οίκο του Θεού

Αιτίες για τη δυσκολία κατανόησης του Αυγουστίνου

Σύμφωνα με τον πατρολόγο Στυλιανό Παπαδόπουλο είναι οι εξής:

1. Η έκταση και η ποικιλία των θεμάτων του
2. Η προοδευτική αλλά ελλιπής γνώση και αφομοίωση της εκκλησιαστικής παράδοσης
3. Οι αναλύσεις του είναι θεολογικά ασύμβατες με την παράδοση
4. Η αδυναμία παρακολούθησης της προηγμένης θεολογίας της Ανατολικής Εκκλησίας και των Καππαδοκών
5. Η απουσία ενιαίας δομής στην σκέψη του
6. Η ποικιλία εκφραστικών μέσων λογοτεχνική, εξομολογητική, αυθόρμητη, θεολογική κι άλλοτε σχολαστικίζουσα φιλοσοφική

Η πολιτική φιλοσοφία του

Ο Αυγουστίνος δεν καταπιάστηκε συστηματικά με τη φιλοσοφία των σχέσεων ΄΄Εκκλησίας΄΄ - ΄΄Πολιτείας΄. Οι απόψεις του όμως αποτέλεσαν βασικό στοιχείο της χριστιανικής σκέψης για τις σχέσεις των δύο θεσμών. Στο έργο του Η Πολιτεία του Θεού, ο άνθρωπος είναι πολίτης δύο πόλεων, της πόλης όπου γεννήθηκε και της πόλης του Θεού κι αυτό επειδή ο άνθρωπος είναι διφυής, αποτελούμενος από σώμα και πνεύμα. Οι δύο αυτές κοινωνίες διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη φύση, την προέλευση και το σκοπό τους. Έτσι έχουμε το Ουράνιο κράτος του Θεού και το επίγειο κράτος του Σατανά. Και τα δύο ανάγονται στην εποχή που ακόμα ο άνθρωπος δεν υπήρχε. Η πρώτη θεμελιώθηκε από τους αγγέλους και η δεύτερη, η επίγεια, από τους αποστάτες και τιμωρημένους αγγέλους. Η επίγεια πόλη και η πόλη του Θεού δεν έπρεπε να ταυτιστούν με υφιστάμενους ανθρώπινους θεσμούς: με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και εξουσία και με την Εκκλησιαστικές δομές εκείνης της περιόδου. Οι δύο πόλεις δεν ήταν αισθητά χωρισμένες, σε όλη την επίγεια ζωή, αλλά ανακατεμένες και θα χωρίζονταν μόνο στη Δευτέρα παρουσία. Σύμφωνα με την τάξη πραγμάτων της εποχής του, το κράτος έπρεπε να είναι ένα χριστιανικό κράτος, να εξυπηρετεί τη χριστιανική κοινότητα και να συμβάλει στην ανθρώπινη σωτηρία διατηρώντας την αγνότητα της πίστης. Μια τέτοια άποψη ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με εκείνη των ειδωλολατρών διανοουμένων, όπως του Κικέρωνα, οι οποίοι ισχυρίζονταν πως σκοπός μιας οργανωμένης κοινοπολιτείας ήταν η απονομή δικαιοσύνης. Μα αυτό ακριβώς δεν μπορούσε να το κάνει μια ειδωλολατρική κοινότητα, έλεγε ο Αυγουστίνος. Ένα κράτος είναι δίκαιο μόνο αν είναι χριστιανικό τελικά.

Η φιλοσοφία της ιστορίας του Αυγουστίνου

Ο Αυγουστίνος επιχειρεί με το έργο του να απαντήσει στις μομφές των ειδωλολατρών διανοουμένων κατά των Χριστιανών ότι ο Χριστιανισμός ήταν η κύρια αιτία για τις καταστροφές που είχαν επιφέρει οι βάρβαροι με τις επιδρομές τους στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Συγκεκριμένα ο νεοπλατωνιστής Πορφύριος ισχυριζόταν πως η ίδια η ιστορική εμπειρία δεν επιβεβαίωνε την διακηρυγμένη από τους Χριστιανούς οικουμενική οδό σωτηρίας[23] Ταυτόχρονα όμως και οι Χριστιανοί είχαν ανάλογες απορίες: πως συμβιβάζεται μια σοφή από το θεό διακυβέρνηση της ιστορίας με αυτές τις καταστροφές; Ο Αυγουστίνος έρχεται να απαντήσει με το έργο του ‘’Πολιτεία του Θεού’’. Καταρχήν ισχυρίζεται, πως οι σύγχρονές τους καταστροφές δεν είναι κάτι το εξαιρετικό και ασυνήθιστο αλλά και στο παρελθόν είχαν συμβεί πιο μεγάλες συμφορές. Επίσης, μέτρο και κριτήριο της ευημερίας δεν είναι οι υλική ευμάρεια και οι δόξες, οπότε η έκλειψή τους ή η κάμψη τους να συνιστά κι απόδειξη παρακμής της εποχής τους.

Κλειδί για την σωστή ανάγνωση και ερμηνεία της ιστορίας είναι η παράλληλη ύπαρξη δύο πολιτειών που διαφέρουν μεταξύ τους ριζικά: πρόκειται για την Ουράνια Πολιτεία του Θεού και την επίγεια του Σατανά. Η πλειοψηφία των ανθρώπων ανήκει στην δεύτερη, ενώ μια μειονότητα στην πρώτη. Αυτή η μειονότητα προσωρινά μόνο-ως πάροικοι-ζει στην επίγεια. Αναπόφευκτος προορισμός της δεύτερης αυτής πολιτείας είναι η καταστροφή και ο θάνατος. Κι αυτό γιατί είναι πλήρης αμαρτιών, διαφθοράς και ηθικής παρακμής. Οι βάρβαροι εισβολείς δεν είναι κάτι το ασύνηθες, αλλά απότοκο αυτής του ηθικού κλίματος που επικρατεί σε αυτήν, έρχονται ως τιμωροί. Όσο δε για τους Χριστιανούς αναγνώστες του έργου του, σε αυτούς απαντούσε, πως οι συμφορές δεν τους αφορούν επειδή δεν ανήκουν σε αυτήν την Civitas Terenna αλλά στην Civitas Dei.  Έτσι ο ιστορικός χρόνος χαρακτηρίζεται από μια αμφισθένεια.

Οι αισθητικές αντιλήψεις του Αυγουστίνου

Είναι πολύ δύσκολο να συνθέσουμε μια συστηματική θεωρία του Αυγουστίνου για την τέχνη και το ωραίο, επειδή οι αναφορές είναι διάσπαρτες στα έργα του και τα ενδιαφέροντά του επικεντρώνονταν στην επεξεργασία ενός θεολογικού συστήματος και στην υπεράσπιση της χριστιανικής διδασκαλίας από τους ειδωλολάτρες λογίους . Ο ίδιος στα απομνημονεύματά του μας πληροφορεί πως πριν μεταστραφεί στον Χριστιανισμό είχε συντάξει μια πραγματεία με τίτλο ‘’De Pulchro et Apto’’ (Περί του Ωραίου και του ταιριαστού), η οποία όμως χάθηκε. Οι αναφορές του σε αυτή είναι αρκετά περιορισμένες, πάντως σε αυτήν έκανε διάκριση ανάμεσα σε ό,τι είναι ωραίο καθεαυτό και σε ό,τι είναι ωραίο επειδή εφαρμόζει σε κάτι άλλο. Ο Αυγουστίνος θεωρεί την ομορφιά ως ιδιότητα ετερογενών συνόλων: γι αυτήν την ‘’συμφωνία των μερών’’ μιλά στα έργα του ‘’De ordine’’ (Περί τάξεως), ‘’De musica’’ (Περί μουσικής), ‘’De vera religione’’ (Περί της αληθούς θρησκείας’’). Οι έννοιες της ενότητας, της ισότητας, της αναλογίας της τάξης και του αριθμού είναι κεντρικές για την αισθητική θεωρία του Αυγουστίνου. Το ωραίο πηγάζει από την ενότητα, την αναλογία την τάξη. Η ενότητα ποικίλει ως προς το βαθμό της , αφού όλα τα όντα δεν έχουν τον ίδιο βαθμό ενότητας. Ενοποίηση έχουμε όταν δεν υπάρχει ανομοιομορφία εσωτερική. Τα σύνθετα πράγματα συνιστούν ολότητες όταν είναι αρμονικά και σύμμετρα και είναι αρμονικά και σύμμετρα όταν τα μέρη τους ομοιάζουν μεταξύ τους. Επίσης η ανισότητα ή η ισότητα των πραγμάτων οδηγεί στην αναλογία, το μέτρο, και τον αριθμό. Ο αριθμός έχει μια θεμελιώδη σημασία για την τάξη, αντίληψη που την πήρε από τον Πλατωνικό Τίμαιο, όπου αναπτύσσεται η άποψη πως τα αντικείμενα έχουν αριθμητικές ιδιότητες και βάσει αυτών μετέχουν των ενυπαρχουσών στον Θείο νου Μορφών. Αφού η τάξη οδηγεί στον αριθμό και στη συνοχή, έχει έλλογο χαρακτήρα. Για να γνωσθεί η τάξη προϋποτίθεται η λογικότητα, όπως και για την ηδονή που γεννά αυτή η γνώση της τάξης προϋποτίθεται η λογικότητα. Με βάση αυτή την αρχή, της λογικότητας, διακρίνει τις ηδονές, σε ανώτερες και κατώτερες: οι πρώτες συνδέονται με τις αισθήσεις που αντιλαμβάνονται την τάξη και είναι η οπτική και η ακουστική και οι δεύτερες που δεν εντοπίζουν τάξη αλλά ποιότητες όπως η γεύση και η όσφρηση. Η αισθητική εμπειρία στην ανώτατη μορφή της απολήγει στη θρησκευτική σοφία. Η ωραιότητα δεν είναι κάτι έξωθεν, αφού η ενότητα ως βάση του ωραίου, είναι και βάση του ‘’Είναι’’, άρα τα πράγματα είναι ωραία στο βαθμό που υπάρχουν πραγματικά . Η σύλληψη της κρίσης περί του ωραίου προϋποθέτει και κάτι άλλο εκτός από τον βαθμό μετοχής στο ωραίο, το αν ο κριτής-θεατής κατέχει την έννοια της ιδανικής τάξης και ενότητας η οποία όμως ποτέ δεν φανερώνεται στον υλικό κόσμο. Η κατοχή αυτής της έννοιας από τον θεατή οφείλεται σε ‘’θεία φώτιση’’. Στο ωραίο δεν υπάρχει σχετικότητα. Μια θεωρία για το ωραίο όμως δεν μπορεί να μην θίγει και ζητήματα της φύσεως της τέχνης: απορρίπτει το θέατρο ως κάτι που υποθάλπει την ηθική χαλαρότητα. Ταυτόχρονα επεξεργάζεται μια πιο συγκροτημένη έννοια του ‘’πλασματικού’’ . Η τέχνη δεν είναι μίμηση αλλά επινόηση , αφού στηρίζεται σε συνδυασμούς στοιχείων από πολλές πηγές και στην προσθήκη άλλων δια της φαντασίας. Έτσι το προκύπτον σύνολο δεν είναι προϊόν καμίας αισθητηριακής αντίληψης.

Αγιότητα

Για την Καθολική Εκκλησία θεωρείται άγιος και Δάσκαλος της Εκκλησίας, καθώς και ο προστάτης άγιος του Τάγματος των Αυγουστίνων. Παρά την επίσημη αναγνώρισή του ως αγίου από την Ορθόδοξη Εκκλησία, πολλοί Ορθόδοξοι αποφεύγουν να τον αποκαλέσουν «Άγιο», καθώς υπήρξε υπέρμαχος του Παπικού πρωτείου και του filioque. Σύμφωνα ομως με άλλη άποψη η διδασκαλία του δε θεωρείται εναρμόνιση με το filioque όπως αυτό εμφανίζεται κατα τον 8ο αιώνα, καθότι σύμφωνα με αυτή το «filioque» το οποίο εισάγει ο Αυγουστίνος δεν εισάγεται για την προαιώνος σχέση και προέλευση του Υιού με τον παράκλητο αλλά για την σχέση διαδοχής σε ότι αφορά τη Θεία Οικονομία. Επίσης ονοματίζεται συχνά ως "Ιερός Αυγουστίνος". Ο Αυγουστίνος θεωρείται επίσης άγιος από την Λουθηρανική και την Αγγλικανική εκκλησία.

Το συγγραφικό του έργο

Το συγγραφικό έργο του είναι πληθωρικό :έγραψε για να απολογηθεί για την μεταστροφή του στην Εκκλησία, και μα πείσει τον εαυτό του και τους άλλους για την ορθότητα της επιλογής του αυτής. Για να καταπολεμήσει τους εθνικούς και τους Μανιχαίους που αρχικά τον είχαν προσελκύσει, να ανατρέψει τους Δονατιστές και τους Πελαγιανούς, να οικοδομήσει τους πιστούς επιλύοντας πρακτικά προβλήματα ηθικής και πνευματικής ζωής να αναλύσει και να υποστηρίξει τη δογματική διδασκαλία. Να αναλύσει τη σχέση της σώζουσας εκκλησίας και του κοσμικού κράτους στην ιστορία και να ερμηνεύσει την Αγία Γραφή. Τα χαρακτηριστικά του είναι η δημιουργικότητα, η ορμητικότητα, ο έντονα συναισθηματικός και πολεμικός χαρακτήρας του. Ο λόγος του είναι προσωπικός, εξομολογητικός, προσευχητικός . Επίσης η απουσία στέρεης δομής, ενώ όχι σπάνια είναι φλύαρος για να καλύπτει την θεολογική του αδυναμία.

De Siris