Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Ugo Foscolo

Ούγος Φώσκολος

Ο Ιταλός ποιητής Ούγος Φώσκολος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 6 Φεβρουαρίου 1778, γιος του ενετικής καταγωγής ιατρού Andrea Foscolo και της Διαμαντίας Σπάθη. Αν και το βαφτιστικό του όνομα ήταν Νικολό, ο Φώσκολος αποφασίζει το 1795 ότι προτιμά να τον αποκαλούν Ούγο.

Στη Ζάκυνθο, είχε δάσκαλό του τον ονομαστό λόγιο της εποχής Αντώνιο Μαρτελάο. Η μητέρα του και ο δάσκαλός του, φροντίζουν, εκτός από τη μόρφωσή του, να του εμφυσήσουν και την αγάπη για την Ελλάδα. Το 1788, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του, και λόγω οικονομικών δυσχερειών, μετακομίζει με την μητέρα και τα αδέλφια του στη Βενετία, όπου και μελετά τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους κλασικούς, καθώς και τους σπουδαιότερους Ιταλούς συγγραφείς. Εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για τις ιδέες του Διαφωτισμού, και αποφασίζει να αγωνιστεί για την επικράτηση των δημοκρατικών ιδεωδών της Γαλλικής Επανάστασης.

Έτσι λοιπόν, κατατάχθηκε στον δημοκρατικό στρατό της Νεάπολης, πολέμησε σε πολλές μάχες και έφτασε ως τον βαθμό του ταγματάρχη. Αργότερα πήγε στο Μιλάνο και στην Παβία, όπου διορίστηκε καθηγητής στο ξακουστό πανεπιστήμιο της πόλης. Το 1812, γνωρίζεται στη Φλωρεντία με τον Ανδρέα Κάλβο, ο οποίος γίνεται γραμματέας του και τον συνοδεύει στην Ελβετία (1815) κι έπειτα στο Λονδίνο, όπου ο Φώσκολος αναγκάζεται να καταφύγει λόγω της δίωξης των φιλελεύθερων ιδεών στην Ιταλία από τους Αυστριακούς μετά την πτώση του Ναπολέοντα. Οι δύο τους θα συμπορευτούν ως το 1817 όπου τσακώνονται και χωρίζουν.

Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, ο Ούγος Φώσκολος ήθελε διακαώς να έρθει για να πολεμήσει για τη λευτεριά της Ελλάδας, όπως φανερώνει και επιστολή του προς τον Μαυροκορδάτο (1824), όμως η κακή κατάσταση της υγείας του δεν του το επέτρεψε.

Το έργο του υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικό: έγραψε σονέτα, ωδές, τραγωδίες, κριτικές μελέτες, καθώς και το μυθιστόρημα Οι τελευταίες επιστολές του Γιάκομο Όρτις, ενώ μετέφρασε στα ιταλικά την Ιλιάδα. Πέθανε, περιφρονημένος και φτωχός στην Αγγλία, στις 10 Οκτωβρίου (κατ 'άλλους 10 Σεπτεμβρίου) 1827, και τα οστά του μετακομίστηκαν το 1871 στη Φλωρεντία.

De Siris