Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Τάκης Μωράκης


Τάκης Μωράκης

Ο Τάκης (Παναγιώτης) Μωράκης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 15 Αυγούστου 1916 και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1991. Διακεκριμένος τραγουδοποιός-συνθέτης της ελαφράς μουσικής και βιολιστής.

Σπούδασε από 12 ετών στο Ελληνικό Ωδείο (βιολί, με τον Τ. Σούλτσε και θεωρητικά, με τον Μ. Βάρβογλη). Κατόπιν, συμπλήρωσε για λίγο τις σπουδές του στο Ωδείο του Παρισιού. ΄Αρχισε επίσης να σπουδάζει οδοντιατρική, την οποία εγκατέλειψε για χάρη της μουσικής. Εργάστηκε ως βιολιστής στα χοροδιδασκαλεία της Εποχής και μετείχε στην ορχ. της «΄Οασης» του Ζαππείου Ως τραγουδοποιός, εμφανίστηκε επίσημα το 1946 (τα τραγούδια που έγραψε πριν από αυτή την ημερομηνία, δυστυχώς τα έχουν υπογράψει άλλοι...) και ήδη με τα πρώτα του «επώνυμα» τραγούδια ("Ήρθες σαν την άνοιξη" και "Για σένα ανθίζει η γη") προκάλεσε αίσθηση.

Προηγουμένως (1938) ήταν ο διασκευαστής του «θρυλικού» δημοτικού τραγουδιού «Τσοπανάκος ήμουνα», που χρησιμοποιήθηκε ως σήμα της νεοσύστατης τότε Ελλ. Ραδιοφωνίας Κατόπιν σχημάτισε δική του ορχήστρα από βιολιά (που κάποτε έφτασαν τα 15!) και έκτοτε έπαιζε σε κοσμικά Κέντρα (με πρώτο τα «Πεύκα», κ.λπ., αργότερα--1964--το «Πλακιώτικο Σαλόνι» ενώ στη συνέχεια «έγραψε ιστορία» στο «Μονσενιέρ»). Συνέθεσε κάθε είδους μουσική και τραγούδια, για κάθε καλλιτεχνική χρήση (για Θέατρο, Κινηματογράφο, Επιθεώρηση, Διαγωνισμούς Ελαφρού Τραγουδιού, Δισκογραφία).

Το περίφημο τραγούδι του σε στίχους Γιάννη Φερμάνογλου "Τι είν' αυτό που το λένε αγάπη" (ενταγμένο στην ταινία "Το παιδί και το Δελφίνι", 1956 --με τη Σοφία Λόρεν και τον Άλαν Λαντ-- και χρησιμοποιημένο ως «λάιτ-μοτίφ» της ταινίας από τον Ούγκο Φρεντχόφερ, ο οποίος υπέγραφε τη μουσική και παρ’ ολίγον --λόγω Μωράκη-- να πάρει ΄Οσκαρ μουσικής...) έγινε παγκόσμια επιτυχία. Συνέθεσε για πρώτη φορά κινηματογραφική μουσική το 1955, για την ταινία «Γκόλφω». Ακολούθησαν: «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» (1955), «Η άγνωστος» (1956), «Η θεία από το Σικάγο» (1957), «Ο Μιμίκος και η Μαίρη» (1958), «Η κυρά μας η μαμμή» (1958), «Αστέρω» 1958, «Η μουσίτσα» (1959), «Ο Ηλίας του 16ου» (1959), «Ο Θύμιος τά ’κανε θάλασσα» (1959), «Αμαρυλλίς» (1959), «Ο θησαυρός του μακαρίτη» (1959), «Το αγοροκόριτσο» (1959), «Ψιτ...κορίτσια» (1959), «Η λίμνη των στεναγμών», «Αντίο ζωή» (1960), «Μωρό μου» (1960), «2.000 ναύτες και ένα κορίτσι» (1960), «Τα κίτρινα γάντια» (1960), «Διαβόλου κάλτσα» (1961), «Η απολύτρωσις» (1961), «Όλα και τη ζωή μου ακόμα» (1963), «Αθώα ή ένοχη» (1963), κ.λπ.

Το 1962, το τραγούδι του «Αθήνα, άνθρωποι και θεοί» τραγουδισμένο από τη Μάριον Σίβα (στίχοι Γ. Οικονομίδη) πήρε το Α΄ βραβείο στον Διαγωνισμό Τραγουδιού του Δήμου Αθηναίων (με θέμα την Αθήνα). Προηγουμένως (1960) το τραγούδι του «Ήταν κάποιο Λούνα-παρκ» (στίχοι Ρέτης Ζαλοκώστα) είχε πάρει το Δ΄ βραβείο στο 2ο Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού. Το 1962 το τραγούδι του «Χαρές της ζωής» πήρε το Γ΄ βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης. Το 1963, το τραγούδι του «Αγαπώ έναν τύπο», πήρε το «Βραβείο Ευρώπης» στο διεθνές Φεστιβάλ του Βενσάν, ενώ το τραγούδι του «Πού πάτε κύριε» πήρε το Δ΄ βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης. Το 1964 κέρδισε το Α΄ βραβείο τόσο στο Φεστιβάλ Πολωνίας (συμμετοχή 29 χωρών) με το τραγούδι του «Σ’ ευχαριστώ καρδιά μου που ξέρεις ν’ αγαπάς» όσο και στο 3ο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης, με το τραγούδι του «Ποιος», ερμηνευμένο από την Κλειώ Δενάρδου και φυσικά, από τη Νάντια Κωνσταντοπούλου (τη διακεκριμένη τραγουδίστρια και τρίτη σύζυγό του, την «πρώτη διδάξασα» πολλών τραγουδιών του και ερμηνεύτρια όλων των προηγούμενων βραβευμένων συνθέσεών του).

Αλλά και στο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης του 1968 πήρε το Β΄ βραβείο με το τραγούδι «Εκείνος» (τραγουδισμένο από την Κωνσταντοπούλου και την Κρύσταλ), κ.λπ. Με την ορχ. του (και την Κωνσταντοπούλου) περιόδευσε την πρώην Σοβιετική ΄Ενωση (όπου και έδωσαν 80 συναυλίες). Οι τελευταίες εμφανίσεις του καλλιτεχνικού ζεύγους ήταν στο «Χίλτον» (1987) και στο «Ακροπόλ Παλάς» (1988-89, με τον Γ. Μουζάκη).

Ανθολογούμε τα δημοφιλέστερα τραγούδια του (ορισμένα από τα οποία γεύτηκαν και τη μεταγενέστερη δημοτικότητα, ενταγμένα στα «Latin» του Γ. Νταλάρα): "Είσαι για μένα το παν στη ζωή" (1947), "Για σένα, για σένα" (1947), «Για την αγάπη σου» (1948), "Θα σε λατρεύω" (1950), "Σε μαγικά νησιά" (1951), "Εσένα ζητούσα να βρω τόσα χρόνια" (1951), "Παντού και πάντα" (1952), "Χαρά μου" (1952), "Όμορφη Λεϊλά" (1953), "Tελευταία μου αγάπη" (1953), "Τ' αγόρι μου" ("Ρίκο-ρίκο-ρίκοκο"), "Αλίκη τσα-τσα" (τα 2 τελευταία για την ταινία της Α. Βουγιουκλάκη "Η Μουσίτσα", 1958), "Δεν είμαι τίποτα" (1960). Στα πολύ επιτυχημένα τραγούδια του ανήκουν και τα: «΄Ολα σπάσ’ τα», «Ποτέ μην κλαις», "Όταν σε βλέπω", "Μόνο κοντά σου", "Τσίκα τσίκα τσου", "Τίποτα δεν μας χωρίζει", "Κάνε μου το χατήρι", "Μ’ αρέσει να σε κάνω να ζηλεύεις", "Τσιγγάνικα βιολιά", "Τσιγγάνοι", "Πραματευτής", «Η νύχτα του Άη Γιάννη» («Ο κλήδονας»), «Εσύ κι εγώ», «Καλή τύχη, στο καλό», "Η ζωή μου γελά κοντά σε σένα", "Aννίτα", "Σπανιόλικες νύχτες", "Χαρείτε νιες, χαρείτε νιοι", "Θα σ' αγαπώ", "Μια νύχτα ομορφιές γεμάτη", «Έχω μια καλή ιδέα», «Υπομονή», "Στάσου μωρό μου", "Επιτέλους σε βρήκα κι ας κουράστηκα τόσο", "Μαζί με σένα", "Ένας καημός κάθε γωνιά", "Φύγε", "Τί να σου κάμω βρε καρδιά", «Τώρα είσαι συ», "Μάνα μου", "Χθες ακόμα", "Έλα μαζί μου και δεν θα χάσεις", "Όμως αγάπη μου", "Γλυκό μου αγόρι", "Δεν θα κλάψω", "Θεέ μου", «Τα λόγια που μ’ ορκίστηκε», "Φουντουκάκι μου", "Ευχή" (από την "Γκόλφω"), "Γλυκά τραγουδούν τ' αηδόνια", "Εμείς οι δύο", "Σ' αγαπώ ίδια πάντα", «Ήταν κάτι ασήμαντο», «Λίγο-λίγο και σιγά-σιγά», «Ο Χαρταετός», «Κάτι ζητώ», κ.λπ. (βλ. και στα τραγούδια του Σουγιούλ). Στους LP δίσκους του: «Αγάπες» (1966), «Νάντια Κωνσταντοπούλου» (1969), «Μεγάλες επιτυχίες» (1969, με Γ. Μουζάκη), «Νάντια (Είδωλό μου)» (1970), «Nάντια ’72» (1972), «Πέρ’ απ’ τις νότες» (1975), «Η Νάντια τραγουδάει τανγκό» (1976), «Βιολιά, βιολιά» (1979), «Οι χρυσές επιτυχίες» (1984), «Τραγούδια με τον Ανέστη» (1984), «Αστέρω» (1991, η μουσική της ομώνυμης ταινίας). Ο γιος του Τ. Μωράκη και της Ν. Κωνσταντοπούλου Πρίαμος Μωράκης (Αθήνα 1964) εμφανίστηκε ως τραγουδοποιός με συμμετοχή στον δίσκο «΄Αμιλλα ’81» (1981) και το 1988 παρουσίασε τον δίσκο «Τώρα» (με ερμηνεύτρια και στιχουργό τη μητέρα του).

De Siris