Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Γρηγόριος Νύσσης


Γρηγόριος Νύσσης

Ο άγιος Γρηγόριος ήταν Επίσκοπος Νύσσης, μιας μικρής Επισκοπής, την οποία όμως ανέδειξε μεγάλη και περιφανή με την αγιότητα της πολιτείας του. Γεννήθηκε στην Νεοκαισάρεια του Πόντου το 335 μ. Χ. από γονείς ευσεβείς, τον Βασίλειο και την Εμμέλεια. Σπούδασε στην Νεοκαισάρεια η την Καισάρεια. Λόγω του θανάτου του πατέρα του δεν μπόρεσε να συνεχίση τις σπουδές του σε Σχολές εκτός της πατρίδας του, όπως ο αδελφός του Μέγας Βασίλειος. Μαθήτευσε κοντά στον σοφιστή Λιβάνιο, αλλά την συστηματικότερη παιδεία την έλαβε από τον αδελφό του Μέγα Βασίλειο, την μητέρα του Εμμέλεια, την αδελφή του Μακρίνα, και την γιαγιά του Μακρίνα, η οποία ήταν μαθήτρια του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού, ο οποίος φανερώθηκε «εν οράματι» στον άγιο Γρηγόριο Νύσσης και του απήγγειλε το Σύμβολον της πίστεως που συνέταξε.

Νυμφεύθηκε την Θεοσεβεία, την πρόωρη κοίμηση της οποίας αντιμετώπισε με μεγάλη ανδρεία.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης ήταν ισχυρή προσωπικότητα. Έλαβε μέρος στην Β Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ. Χ. και με την θεολογική του κατάρτιση, αλλά και την ρητορική του δεινότητα ανεσκεύασε την διδασκαλία των Πνευματομάχων και συνεπλήρωσε το Σύμβολον της πίστεως που συνέταξε η Α Οικουμενική Σύνοδος, προσθέτοντας τα άρθρα περί του Αγίου Πνεύματος και τα υπόλοιπα. Ήταν ο εισηγητής της Συνόδου και ο λόγος του, καθώς και η εν γένει παρουσία του, προξένησαν μεγάλη εντύπωση. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας, εκφράζοντας τον θαυμασμό και την εκτίμησή του, τον απεκάλεσε στύλο της Ορθοδοξίας. Τέσσερεις αιώνες αργότερα η Ζ Οικουμενική Σύνοδος, «για να δείξη την ακεραιότητά του στην έκθεση και την υποστήριξη της Ορθοδόξου πίστεως», τον ονόμασε «πατέρα πατέρων». Πρόκειται για σπάνιο τιμητικό τίτλο.

Εξορίσθηκε από τους Αρειανούς, αλλά μετά τον θάνατο του αρειανού αυτοκράτορα Ουάλη, το 378, και την ανάληψη της εξουσίας από τον Ορθόδοξο αυτοκράτορα Γρατιανό, επέστρεψε και πάλι στην Επισκοπή του. Την χαρά του όμως αυτή διαδέχθηκε η θλίψη για την κοίμηση του αδελφού του Μεγάλου Βασιλείου.

«Ετελειώθη εν ειρήνη» το έτος 395 μ. Χ.

Κατέλιπε πλούσιο συγγραφικό έργο με κείμενα ερμηνευτικά, δογματικά, κατηχητικά, λόγους ηθικούς, εορταστικούς, εγκωμιαστικούς, επιταφίους και επιμνημόσυνο λόγο στον αδελφό του Βασίλειο. Μεταξύ των σπουδαιοτέρων έργων του είναι οι λόγοι «περί Παρθενίας», «εις τον βίον του Προφήτου Μωϋσέως», που στην πραγματικότητα είναι πραγματεία για τον βίο της αρετής και της τελειότητος, ο βίος της αδελφής του οσίας Μακρίνας, ο Μ. Κατηχητικός λόγος κ. α.

Έχει ανακηρυχθεί άγιος και η μνήμη του τιμάται στις 10 Ιανουαρίου από την Ορθόδοξη, στις 9 Μαρτίου από την Καθολική, στις 14 Ιουνίου από την Λουθηρανική, και στις 19 Ιουλίου από την Αγγλικανική εκκλησία.

De Siris