Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Τίτος Ξηρέλλης


Τίτος Ξηρέλλης

Ο Τίτος Ξηρέλλης που το πραγματικό του όνομα ήταν Σταύρος γεννήθηκε στα Πάμφιλα της Λέσβου στις 27 Μαίου 1900 ή κατ άλλους το 1903 και πέθανε στις 29 Ιανουαρίου 1985, ήταν διαπρεπής βαρύτονος με διεθνή καριέρα, γόνος μιας πτωχής κι άσημης οικογένειας. Ο πατέρας του σιδηρουργός στο επάγγελμα δε θα φανταζόταν ποτέ πως θα έφερνε στον κόσμο ένα διάσημο βαρύτονο, για τον οποίο χρόνια μετά ο πολύς Στρατής Μυριβήλης θα έλεγε ότι αποτελεί την κορυφαία στιγμή της «Λεσβιακής Άνοιξης».

Ξεκίνησε ως ψάλτης από πολύ μικρή ηλικία στον ενοριακό ναό του χωριού του, την Αγία Βαρβάρα Παμφίλων αλλά και στη Μητρόπολη Μυτιλήνης. Γρήγορα, όμως, έδειξε το τάλαντό του στα μουσικά και φωνητικά δρώμενα. Πήρε τα πρώτα του μαθήματα στην ευρωπαϊκή μουσική από τον Κλεάνθη Μυρογιάννη και στη βυζαντινή μουσική από τον καστοριανό Νικόλαο Παπαγεωργίου μαθητή του μεγάλου Γεωργίου Ραιδεστηνού. Με τις παραινέσεις των ντόπιων και, κυρίως, κάποιου γιατρού, ονόματι Γριμάνης, ο νεαρός Τίτος έμαθε τι είναι μελόδραμα και πείστηκε παρά τις οικονομικές δυσχέρειες, να φύγει από το νησί και να συνεχίσει τις μουσικές σπουδές του στην Αθήνα το 1915. Η παράδοση τον θέλει να συνθέτει τη «Σερενάτα», γνωστή ανά το πανελλήνιο ως «Η Νύχτα φεύγει ολόχαρη» που άφησε εποχή με τη φωνή του Πέτρου Επιτροπάκη. Σπούδασε στο Ελληνικό Ωδείο και το Ωδείο Αθηνών με σπουδαίους δασκάλους της εποχής εκείνης τη Νίνα Φωκά, τον Αρμάνδο Μαρσίκ και το Γεώργιο Λομπιάνκο. Συμμαθητής του Δημήτρη Μητρόπουλου πήρε μέρος σε συναυλία του Ωδείου Πειραιώς το 1918 και τυπικά αρχίζει την επαγγελματική μουσική του σταδιοδρομία που έμελλε να είναι λαμπρή.

Αν και ξεκίνησε ως τενόρος, στη συνέχεια διακρίθηκε ως βαρύτονος ερμηνεύοντας εξαιρετικά τους ρόλους ως Ριγκολέτος και Ιπτάμενος Ολλανδός στα αντίστοιχα έργα των Βέρντι και Βάγκνερ. Με τη βοήθεια του ποιητή Κωστή Παλαμά συνεχίζει τις ανώτερες σπουδές του σε Ιταλία και Γερμανία ερμηνεύοντας ρόλους από τις σπουδαιότερες όπερες, όπως Τραβιάτα, Οθέλλο, Κάρμεν, Τόσκα, Φάουστ, Πάρσιφαλ, Αϊντα κ.α. στη Σκάλα του Μιλάνου, τις Όπερες του Μονάχου, του Αμβούργου, της Δρέσδης, του Σικάγου κ.α. Το όνομα του Τίτου Ξηρέλλη μεσουρανούσε διεθνώς και ο Μανώλης Καλομοίρης τον χαρακτήριζε σε ένα τεχνοκριτικό του σημείωμα ως τον καλύτερο Ζερμόν που άκουσε ποτέ το αθηναϊκό κοινό. Στη συνέχεια και κατά διαστήματα εμφανίζεται στα μουσικολυρικά πράγματα της Ελλάδας πλάι στην πρωτοεμφανιζόμενη Μαρία Κάλλας και άλλους μεγάλους καλλιτέχνες του είδους.

Δραματικός βαρύτονος με φωνητικό ηχόχρωμα σκοτεινό και λαμπερό που στους ψηλότερους τόνους θυμίζει τενόρο, με αρτιότατη τεχνική αναπνοής και υποκριτική ευστροφία είναι ο Τίτος Ξηρέλλης, όπως τον χαρακτηρίζουν ο Γ. Λεωτσάρης και ο Γ. Κουσουρής.

Ως συνθέτης άφησε εποχή με τα έργα «Ο Αγωγιάτης», «Ο Κατάδικος» και «Το νερωμένο κρασί» του Νίκου Χατζηαποστόλου, αλλά και με τις «Σερενάτες» του. Εκτός από τα ελαφρότερα τραγούδια ασχολήθηκε και με τη σοβαρή μουσική γράφοντας την όπερα «Ανοιξιάτικο παραμύθι», τη «Φαντασία» για ορχήστρα και πολλά άλλα.

De Siris