Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Αλέξανδρος Ι. Σβώλος

Αλέξανδρος Ι. Σβώλος

Ο Αλέξανδρος Ι. Σβώλος γεννήθηκε στο Κρούσοβο  τη σημερινή ΠΓΔΜ το 1892  και πέθανε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 1956, ήταν διαπρεπής Έλληνας νομικός και πολιτικός.

Κατά την περίοδο της Κατοχής, διετέλεσε πρόεδρος («πρωθυπουργός») της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ, γνωστής και ως «Κυβέρνησης του Βουνού»).

Σταδιοδρομία

Ο Αλέξανδρος Σβώλος γεννήθηκε το 1892 στο Κρούσοβο (Kruševo) ή στην περιοχή Μοριχόβου της Βορειοδυτικής Μακεδονίας (σημερινή ΠΓΔΜ). Οι γονείς του, Ιωάννης και Θάλεια, ήταν βλάχικης καταγωγής.

Σπούδασε νομικά στην Κωνσταντινούπολη (1911–1912) και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου είχε για δάσκαλο τον διαπρεπή έλληνα συνταγματολόγο Νικόλαο Σαρίπολο. Το 1915, ανακηρύχθηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών με τη διατριβή Το δικαίωμα τού συνεταιρίζεσθαι και το δίκαιον των σωματείων.

Κατά την περίοδο 1917–1920, διετέλεσε διευθυντής στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, στην Διεύθυνση Εργασίας και Κοινωνικής Πολιτικής. Από την θέση αυτή, συνέταξε τον νόμο 2112/1920 «περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας», φρόντισε ώστε να κυρωθούν διά νόμου οι Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας της Ουάσιγκτον και οργάνωσε τις υπηρεσίες του Υπουργείου και της Επιθεώρησης Εργασίας.

Κατά τα έτη 1921–1922, εργάσθηκε ως γενικός διευθυντής στην Προύσα της Μικράς Ασίας και, κατά παραγγελία του Ύπατου Αρμοστή Σμύρνης συνέταξε το Σύνταγμα της Ιωνικής Πολιτείας.

Το 1929, διαδέχθηκε τον Ν. Ν. Σαρίπολο στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στην έδρα αυτή παρέμεινε μέχρι το 1946, οπότε και αποπέμφθηκε οριστικά κατηγορούμενος ως «ελληνόφων καθηγητής και αποστάτης της εθνικής ιδέας». Εξαιτίας των αριστερών πεποιθήσεών του, είχε ήδη παυθεί από την έδρα του Συνταγματικού Δικαίου άλλες τρεις φορές: το 1935, το 1936 και το 1944. Για τους ίδιους λόγους, ο Μεταξάς τον εξόρισε στην Ανάφη, Μήλο, Νάξο και Χαλκίδα καθ' όλη την περίοδο 1936–1940.

Κατά την περίοδο 1941–1943, διατέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Μακεδόνων και Θρακών και συνέταξε υπομνήματα προς τις γερμανικές Αρχές Κατοχής καταγγέλλοντας τις ωμότητες των Βουλγάρων κατά των πληθυσμών των δύο αυτών περιοχών,.

Τον Απρίλιο του 1944, ύστερα από πολλούς δισταγμούς, δέχθηκε να γίνει πρόεδρος της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ). Με την ιδιότητα αυτή, αμέσως μετά, ο Σβώλος έλαβε μέρος στο Συνέδριο του Λιβάνου για την ανασυγκρότηση της ελληνικής κυβέρνησης στο Κάιρο και την μετατροπή της σε Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, στην οποία θα συμμετείχαν και εκπρόσωποι της ΠΕΕΑ. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1944, ο Σβώλος ανέλαβε υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Παπανδρέου. Όμως τα μέτρα τα οποία έλαβε για να ανορθώσει την ελληνική οικονομία έδωσαν λαβή σε έντονη αμφισβήτηση και κριτική εναντίον του. Τελικά παραιτήθηκε από υπουργός, μαζί με όλους τους υπουργούς του ΕΑΜ, αρνούμενος να συνυπογράψει την διάλυση του ΕΛΑΣ, όπως απαιτούσε ο Γεώργιος Παπανδρέου. Λίγο καιρό αργότερα, αποπέμφθηκε και από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Από το 1945 έως το 1953 διατέλεσε πρόεδρος του ΣΚ-ΕΛΔ και, μετά την συγχώνευση του κόμματος αυτού με το Δημοκρατικό Κόμμα, διετέλεσε πρόεδρος του ενιαίου Δημοκρατικού Κόμματος του Εργαζομένου Λαού (1953–1956).

Το 1950 εκλέχθηκε βουλευτής Θεσσαλονίκης, όπως επίσης συνέβη και στις εκλογές του 1956. Ωστόσο, πέθανε μόλις τρεις ημέρες μετά την δεύτερη εκλογή του.

Ο σοσιαλδημοκράτης συνταγματολόγος

Από πολύ νέος, ο Αλέξανδρος Σβώλος έδειξε ενδιαφέρον για την πολιτική και την κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας. Η διδακτορική του διατριβή (1915) αφορούσε τα βασικά συνταγματικό δικαίωμα του συνδικαλισμού των εργαζομένων. Αμέσως μετά δημοσίευσε μελέτες επί του δικαιώματος της ειρηνικής συνάθροισης σε δημόσιους χώρους και επί της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών προς όφελος ακτημόνων αγροτών.

Το 1928 δημοσίευσε την μελέτη Το Νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του Πολιτεύματος, με την οποία αναδεικνύεται το πώς προέκυψε το προοδευτικό Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας του 1927. Η ερμηνεία που δίνει ο Σβώλος για το Σύνταγμα του 1927 έχει χαρακτηριστεί «ριζοσπαστική» για την εποχή της, καθώς ο επιφανής νομικός «κρίνει τους θεσμούς από πολιτικής απόψεως, ιστάμενος επί ωρισμένου εδάφους ηθικοπολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας, τείνων δηλαδή προς την εμβάθυνσιν της δημοκρατικής ιδέας διά της εξελικτικής μεταμορφώσεως του συγχρόνου τύπου του κράτους εις πολιτικήν και κοινωνικήν δημοκρατίαν». Με άλλα λόγια, «ο Σβώλος μιλά για το κράτος και τους πολιτικούς θεσμούς με το βλέμμα του στραμμένο προς την κοινωνία» (Γ. Τασόπουλος, Τα Νέα, 16 Δεκεμβρίου 1999).

Το 1929, στον εναρκτήριο λόγο του, ως τακτικού καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τίτλο «Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», ο Σβώλος τόνισε την ανάγκη προστασίας των μειοψηφιών και εξισορρόπησης έναντι τής ολοένα ενισχυόμενης εκτελεστικής εξουσίας.

Οι δημοκρατικές του αντιλήψεις τον έκαναν να σταθεί επικριτικά απέναντι στον θεσμό της βασιλείας στην Ελλάδα. Επέκρινε επίσης την λήψη εξαιρετικών μέτρων, όπως το «Ιδιώνυμο» του Βενιζέλου, που απέβλεπαν στην φίμωση της ελεύθερης πολιτικής γνώμης.

Το 1954–1955, ο Αλέξανδρος Σβώλος δημοσίευσε μαζί με τον Γ. Βλάχο τους δύο πρώτους τόμους του έργου Το Σύνταγμα της Ελλάδος, όπου ερμηνεύονται «με πνεύμα εξαιρετικά προωθημένο, ανανεωτικό και φιλελεύθερο» οι ατομικές ελευθερίες, έτσι όπως καθορίζονται από το Σύνταγμα του 1952 (Γ. Τασόπουλος, Τα Νέα, 16 Δεκεμβρίου 1999).

Από πολιτική άποψη, ο Σβώλος ανήκει στην σοσιαλιστική, δημοκρατική, αλλά μη κομμουνιστική αριστερά. Η τοποθέτησή του αυτή τον έφερε συχνά σε ρήξη τόσο με την δεξιά όσο και με της αριστερά. Αρθρογραφούσε συχνά σε εφημερίδες εκφράζοντας πάντα λόγο δημοκρατικό. Ήταν πολιτικός της δημοκρατίας, της ανεκτικότητας και της μετριοπάθειας. Όμως, η εποχή του ήταν εποχή έντονων διχασμών που έσπρωξαν στο περιθώριο φωνές σαν και αυτή του Αλέξανδρου Σβώλου.

Στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οδό Σόλωνος, υπάρχει αίθουσα στην οποία έχει δοθεί το όνομά του.

Ενδεικτική εργογραφία

Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και το δίκαιον των σωματείων, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1915
Αι εν υπαίθρω συναθροίσεις κατά το δημόσιον ημών δίκαιον, 1916
Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργών, 1917
Το Νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του Πολιτεύματος, 1928
Νομοθετικά διατάγματα κατ' εξουσιοδότηση των βουλών, 1932
Η αναθεώρησις του Συντάγματος, 1933
Συνταγματικόν Δίκαιον, 1934 και 1942
Για τη Μακεδονία και τη Θράκη, 1945
Επιτομή συνταγματικού Δικαίου, 1945
Το Σύνταγμα της Ελλάδος, τομ. Α΄ και Β΄, μαζί με τον Γ. Κ. Βλάχο, 1954

De Siris