Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Ιωάννης Βλάχος Δασκαλογιάννης


Ιωάννης Βλάχος Δασκαλογιάννης

Ο Δασκαλογιάννης ήταν μια από τις πλέον ηρωικές μορφές των αγώνων των Ελλήνων κατά των Τούρκων κατακτητών. Ο Κωστής Παλαμάς τον αποκαλεί «κορυφή της κρητικής θυσίας». 

Γεννήθηκε στην Ανώπολη Σφακίων, ένα ορεινό χωριό σε ύψος 600μ., περί τα δύο χιλιόμετρα από τη θάλασσα, στη θέση της αρχαίας ομώνυμης πόλης. Ήταν ναυτικός, με δικά του καράβια και ταξίδευε από τη Μασσαλία ως τα λιμάνια του Εύξεινου και από το βάθος του Αδρία, την Τεργέστη, ως τα αφρικανικά λιμάνια, την Αλεξάνδρεια και την Μπιγκάζα. Είχε μαζί με τα αδέρφια του ναυτικά «πρακτορεία» στα κυριότερα λιμάνια και σε πολλά ελεύθερα ελληνικά νησιά, όπως στα Κύθηρα. Ήταν ο μόνος Σφακιανός της εποχής που τολμούσε να κυκλοφορήσει στην επαρχία με ευρωπαϊκά ρούχα.

Το Βλάχος ήταν πιθανότατα προσωνύμιο. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο Δασκαλογιάννης «έσερνε» από την ναυτική γενιά των Ανδρουλακάκηδων του Λουτρού. Το αρχοντικό του διακρίνεται ακόμη ερειπωμένο στην Ανώπολη, πάνω από το Λουτρό. Ήταν γνωστός με το όνομα «Δάσκαλος» (γραμματικός). Στην εμφάνιση ήταν άντρας μετρίου αναστήματος, και εύχαρις σαν χαρακτήρας. Είχε φυσική ευφράδεια και έπειθε εύκολα αφού είχε το χάρισμα της ρητορικής ηγεσίας.

Οι ιστορικοί τον θέλουν 40 ετών το 1770. Είχε τέσσερα αδέρφια, το Νικόλαο ή Σγουρομάλλη, τον Παύλο, το Μανούσο και το Γεώργιο. Η γυναίκα του λεγόταν Σγουρομαλλίνη ή Ξανθομαλλίνη, με καταγωγή από το Ρέθυμνο και μαζί της είχε αποκτήσει τέσσερις κόρες και δύο γιους. Τη Μαρία, την Ανθούσα, την Ελευθερούσα, το όνομα της τέταρτης δεν αναφέρεται πουθενά, τον Ανδρέα και το Νικολάκη. Στην κατοχή του είχε τέσσερα τρικάταρτα καράβια. Εκτός από ιταλικά μιλούσε και ρώσικα.

Η κατάσταση το 1769, την εποχή που ο Δασκαλογιάννης προετοίμαζε την επανάστασή του, είχε ως εξής: Οι Τούρκοι κρατούσαν έναν αιώνα την Κρήτη και τρεις αιώνες τον Μοριά και τη Ρούμελη. Τα Σφακιά τα είχε πατήσει ο ίδιος ο Δελή Χουσεϊν Πασάς ή Γαζής το 1648. Λίγα χρόνια μετά υπάγονται στο βακουφικό σύστημα και αφιερώνονται στις ιερές πόλεις Μέκκα και Μεδίνα. Τους φόρους τους όμως οι Σφακιανοί πότε με διαμαρτυρίες στον ίδιο τον σουλτάνο και πότε με ζοριλίκι, κατάφερναν να γλιτώνουν. Ο Δασκαλογιάννης δεν άργησε να βρεθεί στις συσκέψεις των Ελλήνων του εξωτερικού που γινόταν στην Τριέστη υπό την υποκίνηση Ορλόφ για επαναστατικό κίνημα στην σκλαβωμένη Ελλάδα. Αποδέχεται αμέσως την πρόταση για επανάσταση δίνοντας βάση στις υποσχέσεις περί ρωσικής βοήθειας και συμπαράστασης.

Την ημέρα του Ευαγγελισμού, στις 25 του Μάρτη του 1770, συγκεντρώνονται στην Ανώπολη και με αφάνταστο ενθουσιασμό υψώνει την σημαία της επανάστασης. Όμως τελευταία στιγμή ο Αλέξιος Ορλόφ με το ρώσικο στόλο, έπλευσε προς τον Τσεσμέ όπου και συμμάχησε με τον τουρκικό στόλο και του δόθηκε ο τίτλος Τσεσμένεσκη, δήλαδη νικητή του Τσεσμέ. Ο Δασκαλογιάννης βλέπει τα σχέδιά του να καταρρέουν μετά την εγκατάλειψη των Ρώσων, όμως δεν εγκαταλείπει τον αγώνα. Παρά την τεράστια αριθμητική υπεροχή του εχθρού, δίνει φονικότατη μάχη στα στενά της Νίμπρου που κρατά δύο ολόκληρες μέρες.

Ο σκοπός του δεν είναι φυσικά να εμποδίσει την προέλαση του εχθρού αλλά να την καθυστερήσει, για να δοθεί καιρός στα γυναικόπαιδα να επιβιβασθούν στα καράβια, μια και δεν υπήρχε πια άλλη σωτηρία. Από τους 800 άντρες του έχουν σκοτωθεί οι 300, όμως και οι Τούρκοι πλήρωσαν με τίμημα 1000 νεκρούς στη μάχη της Νίμπρου. Οι Τούρκοι πληροφορούνται ότι τα γυναικόπαιδα έχουν σκοπό να επιβιβασθούν στα καράβια για να φύγουν κι αμέσως 6000 στρατιώτες καταφθάνουν στην Ανώπολη για να τους εμποδίσουν. Εφτακόσιοι Σφακιανοί που βρίσκονται στην περιοχή τρέχουν για να τους προστατεύσουν . Πάνω στο Λουτρό γίνεται άγρια μάχη στήθος με στήθος, με το μαχαίρι, γιατί με τα όπλα υπήρχε κίνδυνος να κτυπήσουν γυναικόπαιδα. Από τους 700 Σφακιανούς οι 300 σκοτώθηκαν και οι Τούρκοι μπαίνουν στο τέλος στην Ανώπολη. Ο Δασκαλογιάννης είχε στείλει τη γυναίκα του μαζί με τις δύο κόρες του στο Λουτρό για να μπουν στο καράβι του. Στο δρόμο τραυματίστηκε η γυναίκα του και οι κόρες της νομίζοντας ότι σκοτώθηκε τρέχουν απελπισμένες με αποτέλεσμα να πέσουν στα χέρια των Τούρκων.

Ο Δασκαλογιάννης μαθαίνοντας τα νέα και βλέποντας τη γενική καταστροφή αποφασίζει να παραδοθεί στον πασά. Οι άλλοι αρχηγοί όμως δεν τον αφήνουν. Ο πασάς με επιστολή του, του υπόσχεται ότι αν παραδοθεί θα φύγει από τα Σφακιά.

Ο Δασκαλογιάννης συγκαλεί γενική συνέλευση, η οποία αποφασίζει να μην παραδοθεί ποτέ. Η τελευταία πράξη του αιματηρού δράματος παίζεται στο φαράγγι της Αράδαινας. Η νίκη ήταν αδύνατη για τους Σφακιανούς. Οι Τούρκοι τους περικυκλώνουν και όσοι επέζησαν διασκορπίστηκαν στα όρη.

Ο πασάς τον δέχεται, του παρουσιάζει την κόρη του Μαρία, και τον αναγκάζει να στείλει μια επιστολή στους καπεταναίους των Σφακίων, που έλεγε να δηλώσουν εγγράφως πως αναγνωρίζουν την τουρκική κυβέρνηση της Κρήτης, να πληρώνουν κάθε χρόνο 5000 γρόσια, με αντάλλαγμα να εξακολουθούν να έχουν τα όπλα τους, να διοικούνται σύμφωνα με τα έθιμά τους, και ότι θα δοθεί γενική αμνηστία. Ο Δασκαλογιάννης θα κρατηθεί στα χέρια του πασά για τρία χρόνια σαν εγγύηση ότι δεν θα συνεχιστεί η επανάσταση.

Αφού δεν υπήρχαν περιθώρια επιλογής,γίνεται αποδεκτή από όλους και στέλνουν την απάντηση με 75 οπλαρχηγούς, τον πρωτόπαπα και άλλους έξι παπάδες. Αυτό περίμενε και ο πασάς. Διέταξε και τους συνέλαβαν όλους. Τους φέρνει στις φυλακές του Κούλε στο Ηράκλειο. Μερικούς τους κρέμασε αμέσως και όσοι έζησαν πέθαναν από βασανιστήρια. Το Δασκαλογιάννη τον κρατούσε ακόμη σαν δόλωμα για να συλλάβει και τους άλλους αδερφούς του που όμως είχαν καταφύγει στα Κύθηρα.

Οι σύντροφοι του Δάσκαλου που τον συνόδευσαν στην απατηλή συμφωνία βασανίζονταν στον λιμανόπυργο του Κάστρου, και τελικά όσοι επέζησαν δραπέτευσαν.

Ένα έγγραφο του πασά γραμμένο στις 18 Μαρτίου του 1771 μιλεί για 5 Σφακιανούς που ήρθαν σαν αντιπρόσωποι «των μετά την ήτταν διασωθέντων μικρών και μεγάλων της επαρχίας Σφακίων» και προστάζει τους Τούρκους αξιωματούχους να τους ανακοινώσουν τους παρακάτω όρους, στο Ιεροδικαστικό Συμβούλιο:

Να πληρώσουν τους φόρους. Να παραδώσουν τα όπλα τους. Να παραδοθούν οι πρωτεργάτες του σηκωμού. Να μη συνεργάζονται με τους πειρατές και τους χαϊνηδες (αντάρτες) και να συλλάβουν όσους μπορούν από αυτούς ή να τους διώξουν από τα βουνά τους για να μπορούν να τους εξοντώσουν οι Τούρκοι. Να μην επιδιορθώνουν τις εκκλησίες τους χωρίς άδεια και να μη χτίζουν καινούριες. Να μη φορούν τουρκικά ρούχα και να απέχουν από πολεμικές και θρησκευτικές ενέργειες.

Λίγο καιρό μετά βλέποντας ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να καταφέρει τη σύλληψη των αδερφών του, αποφασίζει να τον παραδώσει στο μαινόμενο πλήθος για να τον εκτελέσουν. Στις 17 Ιουνίου 1771 το πρωί, ημέρα Παρασκευή, (αργία των Μουσουλμάνων, για να μπορούν να παραβρεθούν στο μαρτύριο του ήρωα) ο πασάς φώναξε έναν βάρβαρο γενίτσαρο, ειδικό στους βασανισμούς και του παρέδωσε τον Δασκαλογιάννη. Η εξέδρα στήθηκε κάτω από έναν πλάτανο στην πλατεία που βρισκόταν στην ανατολική πύλη του Ηρακλείου, τουρκικά ονομαζόμενη Ατ-Μεϊντάν.

Ο τραγικός πρωτομάρτυρας της κρητικής ελευθερίας δέθηκε καλά πάνω στο «θρονί». Του έδεσαν χέρια, πόδια και κορμί γερά για να μην μπορεί να κινηθεί. Σάλπισαν. Ήρθε ο γενίτσαρος με ξυράφι στο χέρι και άρχισε το απαίσιο έργο του, αρπάζοντάς τον από τα μαλιά και γδέρνοντάς τον ζωντανό. Μπροστά του έβαλαν έναν καθρέπτη για να μεγαλώσουν την οδύνη του. Έκοβε λουρίδες από το κεφάλι μέχρι το στήθος και ύστερα άλλες προς την ωμοπλάτη. Έπειτα έφεραν μπροστά του τον αδερφό του, ο οποίος από τη στιγμή που τον είδε τρελάθηκε.
Αυτό που περίμεναν οι Τούρκοι αξιωματούχοι όμως, δεν έγινε. Λογάριαζαν πως θα ούρλιαζε και θα γύρευε έλεος. Εκείνος όμως υπέστη το φρικτό μαρτύριο με μεγάλη καρτερία έως ότου υπέκυψε. Τον άφησαν πάνω στα ξύλα δύο μέρες δεμένο. Ύστερα επέτρεψαν να τον θάψουν σε έναν λάκκο, δεκατρία βήματα νοτιοανατολικά από τη γωνία της Ακ- Τάμπιας.

Η είδηση του μαρτυρικού θανάτου του Δασκαλογιάννη συγκλόνισε τα Σφακιά. Οι καπετάνιοι ορκίστηκαν εκδίκηση. Συνέχισαν τις επιδρομές κατά των αγάδων και τρία χρόνια αργότερα εξόντωσαν και τον πανίσχυρο Ιμπραήμ Αληδάκη (απόγονο Ενετών, πληροφοριοδότη των Τούρκων).

De Siris