Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Νίκος Ζαχαρίου


Νίκος Ζαχαρίου

Ο Νίκος Ζαχαρίου γεννήθηκε στον Πειραιά στις 9 Μαρτίου του 1923 και πέθανε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2007 ήταν λυρικός καλλιτέχνης(βαθύφωνος). Ο πρόωρος θάνατος των γονέων του, ανάγκασε τον Νίκο και τα αδέλφια του, Δημήτρη και Βαρβάρα, να μεγαλώσουν με τη θεία τους. Η ιδιαίτερη σχέση της με την εκκλησία, πιθανόν να ήταν και ο λόγος που ο Ν.Ζαχαρίου έγινε αρχικά μέλος της χορωδίας της Αγίας Τριάδας στον Πειραιά και στην συνέχεια στη χορωδία Πειραιώς υπό τη διεύθυνση του Μενέλαου Παλλάντιου.

Μέχρι το 1943 είναι μέλος διαφόρων χορωδιών, όπως της Χορωδίας Πειραιώς όπου καλλιτεχνικός Διευθυντής και μόνιμος Αρχιμουσικός της ήταν ο Μενέλαος Παλλάντιος. Από τις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου παρακολούθησε μαθήματα Μουσικής και Φωνητικής δίπλα στον Νίκο Βιθηνό. Κατόπιν μελέτησε στο Εθνικό Ωδείο, στην τάξη του Μανώλη Καλομοίρη, από όπου αποφοίτησε με άριστα παμψηφεί και με τιμητική διάκριση.

Λυρικός καλλιτέχνης, ξεκίνησε την καριέρα του, το 1943 σε ηλικία 20 ετών, σαν χορωδός στην Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ενώ από το 1950 άρχισε να ερμηνεύει πρωταγωνιστικούς ρόλους σε όπερες και οπερέτες, με αποκορύφωμα το 1953 που εμφανίζεται σε κονσέρτο στο αρχαίο θέατρο της Πάτρας και λίγο αργότερα στο Ηρώδειο. Γρήγορα, και μέσα από αυτές τις ερμηνείες διακρίθηκε σαν βαθύφωνος για το ηχόχρωμα, την μουσικότητα και το εύρος της φωνής του, αλλά και για την σκηνική του παρουσία.

Το 1953 ταξιδεύει στο Μιλάνο για να μελετήσει στην Σχολή Τραγουδιού της La Scala, όμως αντ’ αυτού προσλαμβάνεται ως σολίστ, κάνοντας την παρθενική του εμφάνιση στο διάσημο Μιλανέζικο λυρικό θέατρο στις 16/12/1953 με τον ρόλο του Sparafucile στο Rigoleto του Βέρντι.

Οι εμφανίσεις του στο Μιλάνο και η αρτιότητα των ερμηνειών του τον έκαναν διάσημο και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να προσκληθεί από πολλά Λυρικά θέατρα της Ευρώπης και της Αμερικής, όπως η Wiener StaatsOper, Opera de Paris, Berliner StaatsOper, Royal Opera House Covent Garden, New York Metropolitan Opera και άλλα.

Τραγούδησε επίσης σε πολλά ευρωπαϊκά Φεστιβάλ όπως του Salzburg, Endimburg και Aix-en-Provence.

Επιστρέφει στην Ελλάδα για να λάβει μέρος στην μνημειώδη εκτέλεση του Ρέκβιεμ του Βέρντι στην Επίδαυρο συμπράττοντας με τους Carlo Bergonzi και Renata Scotto, την Φιλαρμονική του Βερολίνου και την χορωδία Musikverein της Βιέννης υπό την διεύθυνση του Herbert von Karajan, και 1/7/1966 για να τραγουδήσει τον ρόλο του Βασιλιά Φιλίππου Β’ στην όπερα του Verdi ‘Don Carlos’. Μια παράσταση ενταγμένη στις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Αθηνών της χρονιάς εκείνης. Να σημειωθεί ότι την πρόσκληση απηύθυνε , προσωπικά, ο τότε Διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Μενέλαος Παλλάντιος.

Διακρίθηκε για τις ερμηνείες του στις Όπερες Don Carlos (Verdi), Aida (Verdi), Trovatore (Verdi), La Forza del Destino (Verdi), Medea (Cherubini), Norma (Bellini), La Boheme (Puccini), Don Giovanni (Mozart), Fidelio (Beethoven), Pellias et Milissande (Debussy), Lohengrin (Wagner), The Flying Deutchman (Wagner), La Sonnambula (Bellini), Nabucco (Verdi), Lucia di Lammermoor (Donizetti), Ernani (Verdi), I pescatori di Perle (Bizet), Mefistofele (Gounod), La Favorita (Donizetti) συμπράττοντας με διακεκριμένους  ξένους λυρικούς τραγουδιστές όπως ο Franco Corelli, Lucciano Pavarotti, Elena Souliotis, Monserat Caballe, Renato Cappuccili, Anna Moffo, Leo Nucci, Giuseppe di Stefano, αλλά και με αρχιμουσικούς όπως τον Tullio Serafin, Giannandrea Gavazenni, Nicola Rescigno, Antonino Votto, Leonard Bernstein, Bruno Walter, Rudolf Scherchen, Herbert von Karajan και πολλούς άλλους. Ενώ είχε την τύχη να τον σκηνοθετήσουν διάσημοι σκηνοθέτες όπως ο Lucchino Visconti, Herbert Graaf και η Margheritte Valmann.
Επίσης τραγούδησε ρόλους σε τέσσερις όπερες του Pizzetti μεταξύ των οποίων L’ assassinio nella Cattedrale (1958) και Clittenestra (1965) και οι δύο ανεβασμένες στην La Scala di Milano.

Στα χρόνια του ’40 που ο Ζαχαρίου είναι ακόμα χορωδός στην χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ξεκινά και η μακρόχρονη συνεργασία του με την Μαρία Καλλας. Η συνεργασία αυτή στα επόμενα χρόνια εξελίχθηκε σε βαθιά φιλία. Δεν έπαψε ποτέ να μιλά γι’ αυτήν με τα καλύτερα λόγια αλλά και να την υπερασπίζεται όποτε αυτή δεχόταν επιθέσεις ακόμα και από συμπατριώτες της.

Σε συνέντευξή του στο «ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» θυμάται ότι ήταν δίπλα της σαν θριαμβεύανε στο Μιλάνο, στο Βερολίνο και στη Βιέννη με την Lucia υπό την διεύθυνση του Karajan. Λέει επίσης «Ήμουν εκεί για να ακουμπήσω στο κρεβάτι την εύθραυστη Amina της ή για να συνοδεύσω στην πυρά την υπερμεγέθη Νόρμα της. Ήμουν μαζί της, όταν η Ελλάδα προσέφερε στον μουσικό κόσμο την ξεχασμένη Medea του Cherubini».

Το 1955 με την Ορχήστρα και την Χορωδία της La Scala τραγουδά μαζί με την Κάλλας, στο Φεστιβάλ του Βερολίνου την Lucia di Lammermoor του Donizetti, ενώ στην συνέχεια το 1958 στο Ντάλας του Τέξας τραγουδούν πάλι μαζί στην Medea του Cherubini.

Το επιστέγασμα της συνεργασίας τους καταγράφεται σήμερα μέσα από εννιά ηχογραφήσεις (Δισκογραφική Εταιρεία EMI CLASSICS).

Aida – 1955 σαν Il re d’ Egitto
Rigoletto – 1955 σαν Sparafucile
Il Trovatore – 1956 σαν Ferrando
La Boheme – 1956 σαν Colline
Un Ballo in Maschera – 1956 σαν Tom
Il Barbiere di Siviglia – 1957 σαν Don Basilio
La Sonnambula – 1957 σαν Il Conte Rodolfo
Turandot – 1957 σαν Timur
Norma – 1960 σαν Oroveso

Η καταγραφή της φωνητικής δυνότητας αλλά και των ερμηνευτικών του προσεγγίσεων είναι πλούσια -είτε σε δίσκους βυνιλίου είτε σε δίσκους ακτίνας- όσο πλούσια είναι και η σκηνική του παρουσία στα χρόνια της καριέρας του.
Να σημειωθεί, επίσης, ότι το όνομα Gulio Mauri αποδίδεται σε ψευδώνυμο του Νίκου Ζαχαρίου, το οποίο χρησιμοποιούσε σε ηχογραφήσεις.

Όπως σημειώνει ο Βασίλης Νικολαϊδης στο «Άλλο Βήμα» στην καθημερινότητά του ήταν ένας  απλός άνθρωπος, ευχάριστος, γελαστός. Ψηλός, ευθυτενής, αυστηρός, λιτός στο παίξιμό του ο Ζαχαρίου έδινε κύρος στις παραστάσεις που εμφανιζόταν.

Στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (της 29.07.2007) ο επίσης διάσημος Δημήτρης Καβράκος σημειώνει ότι «…… Φτάνει μόνο το άκουσμα της μελωδίας της φωνής του για να γεμίσει η ψυχή μας με ότι πλούσιο και σπάνιο μπορεί να νοιώσει ένας άνθρωπος.»

Ο Νίκος Ζαχαρίου παρ’ όλες τις επιτυχίες του στο εξωτερικό και την μακρόχρονη απουσία του από την Ελλάδα ποτέ δεν έπαψε να τη νοσταλγεί και να επιστρέφει όποτε έβρισκε την ευκαιρία. Ο ίδιος για το θέμα αυτό αναφέρει σε συνέντευξή του στον Αλέξη Κωστάλα το 1994 «Ίσως οφείλεται στο συναίσθημα του στρατηγού που γυρίζει από την μάχη και λέει ‘Δες με, πατρίδα, σε αντιπροσώπευσα επάξια.’»

Το 1996 χρίσθηκε «Ιππότης της Ιταλικής Δημοκρατίας» για την τριαντάχρονη συνεργασία του με την La Scala, ενώ το 2002 του απενεμήθη ο Χρυσούς Σταυρός του Τάγματος της Τιμής από τον τότε Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, ενώ αρκετά χρόνια νωρίτερα βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με εισήγηση του Μενέλαου Παλλάντιου.

Πέθανε στις 24 Ιουλίου του 2007.

De Siris