Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Κυπριανός


Κυπριανός

Ο Κυπριανός γεννήθηκε στο Στρόβολος το 1756 και πέθανε στην Λευκωσία στις 9 Ιουλίου 1821, ήταν Αρχιεπίσκοπος της Κύπρου και Εθνομάρτυρας κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Στις 9 Ιουλίου 1821 απαγχονίστηκε από τους Τούρκους μαζί με άλλους τρείς επισκόπους που καρατομήθηκαν.

Παιδική ηλικία και σπουδές

Ο Κυπριανός γεννήθηκε στον Στρόβολο, προάστιο της Λευκωσίας, το 1756. Κατά λαϊκή κυπριακή παράδοση φέρεται να γεννήθηκε στα Καμπιά Ορεινης Λευκωσιας, γιος του Γεωργίου (από Στρόβολο) και της Μαρίας (από Καμπιά). Παραμένει άγνωστο το επίθετο του πατρός του καθώς και το κοσμικό του Κυπριανού. Αρχικά εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στη Μονή Μαχαιρά, λαμβάνοντας στοιχειώδη παιδεία, όπου και χειροτονήθηκε διάκονος το 1783. Τότε στάλθηκε μαζί με τον αρχιμανδρίτη Χαραλάμπους στη Μολδοβλαχία για οικονομική βοήθεια για την απότιση μεγάλων χρεών της Μονής. Εκεί με πρόταση του Ηγεμόνα Μιχαήλ Κωνσταντίνου Σούτσου προήχθη σε ιερέα και προσελήφθη ως εφημέριος του Ηγεμονικού ναού. Έτσι παραμένοντας εκεί σπούδασε θεολογικά και φιλολογικά στην Ελληνική Σχολή του Ιασίου.

Από τη Μολδοβλαχία ο Κυπριανός επέστρεψε στην Κύπρο το 1802 μαζί με τον Χαραλάμπους έχοντας πετύχει πλήρως της αποστολής τους. Στη συνέχεια ο Κυπριανός ανέλαβε την διαχείριση των κτημάτων της Μονής στο Στρόβολο όπου ευδόκιμα εργαζόμενος κέρδισε την εκτίμηση των προεστών της Λευκωσίας οι οποίοι και συνηγόρησαν στον γηραιό αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο την πρόσληψή του ως οικονόμος της Αρχιεπισκοπής. Και από τη θέση αυτή ο Κυπριανός επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο, αναπτύσσοντας σπουδαία πολιτική σκέψη. Ειδικότερα όταν το 1804 επαναστάτησαν οι Τούρκοι προβαίνοντας σε σφαγές των Ελλήνων με κίνδυνο της ζωής και του Αρχιεπισκόπου, όχι μόνο κατάφερε την κατάπαυση των σφαγών αλλά και την ανύψωση της ισχύος του αρχιεπισκόπου.
Τα γεγονότα αυτά κατέγραψε Άγγλος με το ψευδώνυμο Αλή - Μπεης το 1805 χαρακτηρίζοντας τον Κυπριανό "φύλακα άγγελον των ομοεθνών του".

Αρχιεπίσκοπος της Κύπρου

Στις αρχές του 19ου αιώνα στην Κύπρο επικρατεί ακόμα Τουρκοκρατία. Το 1804, οι Κύπριοι οδηγούνται σε επανάσταση, η οποία τελειώνει με αποτυχία και με την καρατόμηση του δραγουμάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, το 1809 - ένα χρόνο αργότερα, χειροτονείται επίσκοπος και τον Οκτώβριο του 1810 αναλαμβάνει Αρχιεπίσκοπος. Το 1812 δίνει χρήματα για να ιδρυθεί η «Ελληνική Σχολή» (νυν Παγκύπριο Γυμνάσιο), κοντά στην Αρχιεπισκοπή.

Μύηση στη Φιλική Εταιρεία

Η Φιλική Εταιρεία αποφάσισε να μην εμπλακεί η Κύπρος σε ένοπλο αγώνα, καθώς ήταν επικίνδυνη η γεωγραφική της θέση, αλλά να περιοριστεί στην υλική βοήθεια. Βέβαια και οι υπαινιγμοί περί του επικίνδυνου της εμπλοκής της Κύπρου στην ένοπλη δράση στο "Σχέδιον Γενικόν" των Φιλικών το 1820 είναι σαφείς "Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κ. Κυπριανός υπεσχέθη να συνεισφέρη χρήματα ή τροφάς, όσας δυνηθή (...) και τέλος να σκεφθή, πως να διαφυλάξη το ποίμνιόν του από τους κατοίκους εκεί εχθρούς".

Εκ του παραπάνω διαφαίνεται σαφώς ότι ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός που ανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο το 1810 ήταν Φιλικός, πλην όμως η ημερομηνία μύησής του και από ποιόν στη Φιλική Εταιρεία παραμένουν άγνωστα.
Αλλά και σχετική αλληλογραφία εκ μέρους ρου δεν βρέθηκε, που σημαίνει πως είτε ο ίδιος κατέστρεψε οτιδήποτε σχετικό ή φύλαξε σε κρύπτη που δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα. Ωστόσο, το 1820, φιλοξενεί τον Φιλικό Δημήτριο Ίπατρο και τού υπόσχεται οικονομική βοήθεια για την επανάσταση των Ελλήνων.

Αργότερα, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Αντώνιος Πελοπίδας (υπό τις διαταγές του Αλέξανδρου Υψηλάντη), στάλθηκε να παραλάβει την εισφορά του Αρχιεπισκόπου.

Έχει σωθεί ένα γράμμα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στον Κυπριανό, το οποίο λέγει τα εξής:

«Μακαριώτατε και φιλογενέστατε Δέσποτα,

Ο φιλογενέστατος κύριος Δημήτριος Ίπατρος με εβεβαίωσε περί της γενναίας συνεισφοράς, την οποίαν η υμετέρα Μακαριότης υπεσχέθη προς αυτόν διά το Σχολείον της Πελοποννήσου. Όθεν, ως γενικός έφορος του Σχολείου τούτου, κρίνω χρέος μου απαραίτητον να ευχαριστήσω την Υμετέραν Μακαριότητα και να την ειδοποιήσω ότι η έναρξις του Σχολείου εγγίζει. Διά τούτο λοιπόν στέλλω εξεπίτηδες τον κύριον Αντώνιον Πελοπίδαν, άνδρα ενάρετον, φιλογενή και πάσης πίστεως άξιον διά να την βεβαιώσω και διά ζώσης φωνής την όσον ούπω ανέγερσιν του ιερού τούτου καταστήματος: Άς ταχύνη λοιπόν η υμετέρα Μακαριότης να εμβάση τόσον της υμετέρας Μακαριότητας τας συνεισφοράς, όσον και των λοιπών αυτού ομογενών, είτε χρηματικάς, είτε είναι ζωοτροφίας προς τον εν παλαιά Πάτρα της Πελοποννήσου κύριον Ιωάννην Παππά Διαμαντόπουλον, συντροφεύουσα αυτάς ή με άνθρωπον της επίτηδες ή με τον κομιστήν του παρόντος μου.

Ων δε εύελπις, ότι ή υμετέρα Μακαριότης θέλει φιλοτιμηθή να δείξη την συνεισφοράν αξίαν του μεγάλου ζήλου και πατριωτισμού Αυτής τε και όλου της του ποιμνίου, εξικετεύω τας μακαρίους Αυτής ευχάς και μένω με βαθύ σέβας της υμετέρας Μακαριότητος τέκνον ευπειθές

Αλέξανδρος Υψηλάντης»

Στο παραπάνω γράμμα o πρίγκιπας Α. Υψηλάντης ως Σχολείο της Πελοποννήσου υπονοεί την επικείμενη επανάσταση του 1821.
Σημειώνεται ότι οι Φιλικοί που επισκέπτονταν την Κύπρο φιλοξενούνταν ως μαθητές στο υπόγειο της Ελληνικής Σχολής της Κύπρου.

Ελληνική Επανάσταση του 1821

Όταν ξεκίνησε η Επανάσταση, ο Τούρκος σουλτάνος διέταξε την αφόπλιση των Κυπρίων - κάτι που έγινε χωρίς αντίσταση. Ο Κυπριανός προσπάθησε να πείσει τους Κύπριους να υπακούσουν (κάτι παρόμοιο έκανε και ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε') και διαβεβαίωσε τον Τούρκο κυβερνήτη, Κιουτσούκ Μεχμέτ, για την υπακοή των Ελλήνων.

Παρά τις προσπάθειες αυτές, ο Αρχιμανδρίτης Θεοφύλακτος Θησεύς διένειμε προκηρύξεις στη Λάρνακα, με σκοπό να ξεσηκώσει σε αγώνα τους Έλληνες της Κύπρου - κάτι που έχει καταγγελθεί από τον Τούρκο κυβερνήτη στην Υψηλή Πύλη.[7][5][3] Ο σουλτάνος επέτρεψε στον Κιουτσούκ να συλλάβει, να δημεύσει την περιουσία και να εκτελέσει αυτούς που συμμετείχαν σ' αυτό το κίνημα.

Απαγχονισμός και καρατομήσεις

Στις 9 Ιουλίου (ημέρα Σάββατο), κληθέντες σε συγκέντρωση στη Λευκωσία οι εκκλησιαστικοί ηγέτες και πρόκριτοι της Κύπρου από τον Οθωμανό διοικητή Κουτσούκ Μεχμέτ και κατόπιν έγκρισης από τον Σουλτάνο για μαζικές εκτελέσεις κορυφώθηκε το δράμα με τον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού σε μια συκαμινιά στη πλατεία του Σεραγίου (σήμερα βρίσκεται στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της πρωτεύουσας). Του απαγχονισμού αυτού ακολούθησε την ίδια ημέρα ο αποκεφαλισμός τριών μητροπολιτών της Πάφου Χρύσανθου, του Κιτίου Μελετίου και της Κηρυνείας (νυν Κερύνεια) Λαυρεντίου - αργότερα, στην Κύπρο έφθασαν 4.000 στρατιώτες από την Αίγυπτο, οι οποίοι τρομοκράτησαν τον πληθυσμό της Κύπρου. Τα λείψανα των παραπάνω δόθηκαν την επομένη, στις Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, σε ομάδα ιερέων, οι οποίοι τα έθαψαν στον περίβολο του ναού της Παναγίας Φανερωμένης (Λευκωσία) - αργότερα, εκεί κτίστηκε σπουδαίο Μαυσωλείο, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα τα οστά τους.

Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν ως τις 14 Ιουλίου και είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 470 ή 486 ανθρώπων - 36 Κύπριοι εξισλαμίστηκαν (αν και μερικοί απ' αυτούς επανήλθαν στη χριστιανική πίστη) και κατάφεραν να γλιτώσουν τον θάνατο.

Ο Άγγλος περιηγητής John Carne είχε γνωρίσει τον Κυπριανό - ο τελευταίος αναφέρεται να τού είπε τα εξής: «Ο θάνατός μου δεν είναι μακριά. Ξέρω πως μόνο ευκαιρία περιμένουν, για να με θανατώσουν».

Ο Κυπριανός στην τέχνη

Ο εθνικός ποιητής της Κύπρου, Βασίλης Μιχαηλίδης, του αφιέρωσε τους πάρακατω στοίχους:
Τ παγχονισθέντι ρχιεπισκόπ Κύπρου Κυπριαν
Σ πο σκοτώθης γι τ φς σήκου ν δς τν λιο,
ξύπνα, ν δες τ αμα σου πς γινε βασίλειο.

Ο Κυπριανός αποτελεί ο κύριος πρωταγωνιστής του ποιήματος «η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου» (επίσης του Βασίλη Μιχαηλίδη), στον οποίο αποδίδονται οι πάρακατω στίχοι:

Παρά το γαίμαν τους πολλούς, έν’ κάλλιον του ’πισκόπου.
Η Ρωμιοσύνη έν’ φυλή συνόκαιρη του κόσμου,
κανένας δεν εβρέθηκεν γαι να την-ι ’ξηλείψει,
κανένας, γιατί σκέπει την ’που τ’ άψη ο Θεός μου.
Η Ρωμιοσύνη έν’ να χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει!
Επίσης, ο Μιχαηλίδης του αφιέρωσε το «Επί τω θανάτω του σεβαστού μου Κυπριανού»:
Την πατρίδα σου με ζέσιν αγαπούσεν η ψυχή σου,
είχες δυστυχώς τον βίον ακανθώδη και μικρόν,
[...]
Αρκεί τούτο που αφήκε τ' όνομά σου στον λαόν της,
βράχον αντικρύ του χρόνου και λαμπρόν ως η πλειάς.

Ο θάνατος του Κυπριανού οδήγησε τον Κύπριο ζωγράφο Γιώργο Μαυρογένη να ζωγραφίσει τον πίνακα «Απαγχονισμός του Εθνομάρτυρα Κυπριανού» - τώρα βρίσκεται στο Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ'.

De Siris